Τετάρτη 25 Αυγούστου 2010

Για την αντιπροσώπευση...

Απο το ιστολόγιο του Γιώργου Κοντογιώργη "Κοσμοσύστημα"

Απόσπασμα απο το βιβλίο του Γ. Κοντογιώργη "Η Δημοκρατία ως Ελευθερία", εκδ. Πατάκη, 2007.

«…Η αντιπροσώπευση, αυτή καθεαυτή, προϋποθέτει την ενσωμάτωση στο πολιτικό σύστημα του συνόλου των αρχών της:

-Την απελευθέρωση του «εκλέγεσθαι» από την ιδιοποίηση της κομματικής ολιγαρχίας,

-την εισαγωγή του ελέγχου και της ελεύθερης ανακλητότητας των αντιπροσώπων

-τον συνοδικό χαρακτήρα των αξιωμάτων

-και, οπωσδήποτε, την εξίσωση του πολιτικού προσωπικού με τους πολίτες ενώπιον του νόμου, συμπεριλαμβανομένης και της υποβολής της πολιτικής πράξης στη δικαιοσύνη

Οι ανωτέρω αρχές συνεπάγονται εξ ορισμού την αναστόχευση του σκοπού της πολιτικής ή, αλλιώς, την αποδοχή του συμφέροντος της κοινωνίας-του κοινού συμφέροντος- ως καταστατικής παραμέτρου της πολιτικής. Συνεπάγονται επίσης τη μεταβολή του φορέα της πολιτικής που θα επιφορτισθεί με τον προσδιορισμό του περιεχομένου και τη διαχείρισή του.

Η εισαγωγή του «κοινού» συμφέροντος δεν αντιβαίνει στις έννοιες του «δημοσίου» ή «γενικού» ή «εθνικού» συμφέροντος, προώρισται όμως να αποκαταστήσει τα πράγματα στην αντιπροσωπευτική τους βάση. Όντως, η ταύτιση της έννοιας «δημόσιο» με το κράτος συνομολογεί ότι το συμφέρον του δήμου (του «κοινού λαού») το οποίο αποδίδει εξομοιώνεται όχι με τη βούλησή του, αλλά με την οπτική του κράτους για το σύνολο συμφέρον του έθνους. Οπτική που εντέλει δεν είναι άλλη από εκείνη που ιστορεί το έθνος διά του κράτους.

Το ερώτημα , επομένως, εστιάζεται στον κάτοχο της καθολικής πολιτικής αρμοδιότητας, ο οποίος έχει την αποφασιστική δυνατότητα να ορίζει το σκοπό της πολιτικής και, συνακόλουθα , να εξειδικεύει το περιεχόμενό της. Έτσι, η ενσάρκωση του πολιτικού συστήματος από το κράτος με όρους πολιτικής κυριαρχίας προσκύρωσε σ’ αυτό την καθολική πολιτική αρμοδιότητα και, κατά λογική ακολουθία , τη δυνατότητα να ιδιοποιηθεί έννοιες όπως του «δημοσίου», του «γενικού συμφέροντος» και του «έθνους»

Στο μέτρο που, αντιθέτως, το πολιτικό σύστημα ανακτά το αντιπροσωπευτικό του πρόσημο και ισορροπεί ανάμεσα στην κοινωνία και στο κράτος, ο σκοπός της πολιτικής που θα κληθεί να υπηρετήσει το τελευταίο θα μεταβληθεί δραματικά. Με την απόδοση της ιδιότητας του εντολέα στην κοινωνία, το κράτος, από μοναδικός και αυθεντικός εκφραστής του περιεχομένου της πολιτικής λειτουργίας, περιορίζεται σε εντολοδόχο της κοινωνικής βούλησης. Η τελευταία, επομένως, ορίζει, εφεξής, το περιεχόμενο της εντολής (ήτοι του σκοπού της πολιτικής) και, κατ΄επέκταση, το συμφέρον του έθνους. Για να γίνει όμως αυτό, προϋποτίθεται το κοινωνικό σώμα των πολιτών να μεταλλαχθεί σε δήμο, να συγκροτηθεί, δηλαδή, πολιτικά, να γίνει συστατικός θεσμός της πολιτείας…»

Δευτέρα 23 Αυγούστου 2010

Η θεμελιώδης διαφορά μεταξύ ιδιώτευσης και ατομικής ελευθερίας

Από το ιστολόγιο του Γ. Κοντογιώργη "Κοσμοσύστημα"


Από το βιβλίο του Γ. Κοντογιώργη: "Η Δημοκρατία ως Ελευθερία", εκδόσεις Πατάκη, 2007.

" ....Η αδυναμία της νεοτερικότητας να κατανοήσει τα στάδια αυτά της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης οδήγησε τους στοχαστές της να υποστηρίξουν ότι η εταιρική συγκρότηση της κοινωνίας καταλύει την ιδιωτικότητα του βίου και, συνακόλουθα, την ατομική ελευθερία.
Τό ζήτημα δεν έγκειται στο ότι η νεοτερική σκέψη αδυνατεί να προσλάβει μορφές ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης που την υπερβαίνουν. Στην προσπάθειά της να περιβαλλει το βίωμά της με αξιωματική ανωτερότητα παρακάμπτει την θεμελιώδη διαφορά μεταξύ ιδιώτευσης και ατομικής ελευθερίας, υποβάλλοντας τη σκέψη ότι η τελευταία είναι εφικτή μόνον στο περιβάλλον της πρώτης.
Η βεβαιότητα αυτή της νεοτερικότητας υποδηλώνει ουσιαστικά ότι ο αποκλεισμός του κοινωνικού ανθρώπου απο τη δημόσια σφαίρα και ο εγκιβωτισμός του στην ιδιωτική ζωή αποτελούν θεμελιώδη όρο της απο-φεουδαλικοποίησής του. Με απλούστερη διατύπωση, η ανθρωποκεντρική του ολοκλήρωση (η βίωση, πλήν της ατομικής, και των πεδίων της κοινωνικής και της πολιτικής ελευθερίας) συγκροτεί τον μείζονα κίνδυνο για την ατομική ελευθερία του.
Πρόκειται, εν προκειμένω, για μια επανάληψη του ολιγαρχικού επιχειρήματος που δεν αναγνωρίζει στον "κοινό λαό" την ικανότητα της αυτονομίας και της "επιχειρησιακής" άσκησης της πολιτικής και το οποίο απολήγει εντέλει στη διαπίστωση ότι ο ίδιος συνιστά απειλή για τον εαυτό του, σε βαθμό που μπορεί να τον υποβιβάσει στο καθεστώς δεσποτείας.
Είναι προφανές ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι ιδεολογικά φορτισμένος και οπωσδήποτε, επιστημονικά ανυπόστατος. Η αποϊδιώτευση, και μάλιστα, η εταιρική συγκρότηση του κοινωνικού βίου, εισάγει το άτομο σε μια ανώτερη ανθρωποκεντρική σφαίρα, την οποία παρακολουθεί εκ του σύνεγγυς η ισότητα. Η πλέον χαρακτηριστική περίπτωση μη διαιρετής προσέγγισης του αντικειμένου της ισότητας είναι, στο πλαίσιο αυτό, η πολιτική......"

Κυριακή 22 Αυγούστου 2010

ΑΔΙΑΝΟΗΤΕΣ ΟΙ ΔΙΑΝΟΗΣΕΙΣ ΜΑΣ

του Αλέκου Βαρβέρη, απο τον "Φυλλομάντη"


Με μεγάλη καθυστέρηση η εγχώρια διανόηση, Πανεπιστημιακοί και Οικονομολόγοι, του προοδευτικού και αριστερού χώρου, επιχειρεί να συζητήσει την οικονομική κρίση, εν μέσω γενικευμένης κρίσης του συστήματος.

Στη συζήτηση που έχει ξεκινήσει διακρίνουμε ορισμένα δομικού χαρακτήρα προβλήματα τα οποία λειτουργούν ανασταλτικά στην χειραφέτηση τόσο των πρωταγωνιστών όσο και των ενδιαφερομένων.

  1. Το πεδίο στο οποίο αναζητούν την αντιμετώπιση της κρίσης και τη δημιουργία προϋποθέσεων διεξόδου είναι θολό και περιορισμένο. Αναζητούνται απαντήσεις στην εύρεση χρημάτων και όχι στην ΠΑΡΑΓΩΓΗ πλούτου. Δείχνουν να αγνοούν ότι το χρήμα κόβεται στα νομισματοκοπεία αλλά ο πλούτος παράγεται στην κοινωνία και στις παραγωγικές σχέσεις που έχει υιοθετήσει. Η ληστεία δεν συντελείται στα προϊόντα του νομισματοκοπείου αλλά στον κοινωνικό πλούτο, συνιστά δηλαδή βασικό όρο ύπαρξης των παραγωγικών σχέσεων του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.
  2. Η παραπάνω παρατήρηση βγαίνει αβίαστα από το γεγονός ότι ΚΑΝΕΙΣ από τους συμμετέχοντες στο διάλογο, Πανεπιστημιακούς και Οικονομολόγους, δεν έχει θέσει ζητήματα μετασχηματισμού του τρόπου παραγωγής. Ζητήματα που αναφέρονται στο χτίσιμο άλλων παραγωγικών σχέσεων, σε πρωτοβουλίες που απαντούν στα διαρθρωτικά προβλήματα, για το Τι θα παράγει και το Πώς θα εργαστεί αυτή η κοινωνία, που αποτελεί βασικό ζητούμενο διεθνώς, μιας κοινωνικής αλλαγής.
  3. Θλίψη επίσης προκαλεί η άποψη ότι «τα λεφτά υπάρχουν» την ίδια στιγμή που το μεγαλύτερο μέρος του ΑΕΠ είναι δανεικό και το μεγαλύτερο μέρος «των λεφτών που υπάρχουν» δεν αντιστοιχεί σε καμία πραγματική οικονομία. Τέτοιες θεωρήσεις διολισθαίνουν από το πραγματικό στο εικονικό αποκοιμίζοντας και αλλοτριώνοντας την κοινωνία ότι μπορεί να πετύχει όχι με τη δουλειά αλλά με την αρπαγή των αρπαγμένων «λεφτών που υπάρχουν». Ωστόσο πάλι δεν απαντούν στα Τι και Πώς μια νέας εργασίας και κοινωνικής ζωής.
  4. Εξαντλούν τον ριζοσπαστισμό τους στις εθνικοποιήσεις τραπεζών, στην απόκτηση των κλεμμένων (του ενός απ' τον άλλο δηλαδή) τι στιγμή που δεν μπορούν να τραυλίσουν ούτε μια λέξη για το τι θα έκανε η χώρα χωρίς ...βαρβάρους (δανεικά και ΔΝΤ).
  5. Υποψιάζονται (και δικαίως) τους Μέρκελ, Σαρκοζί κ.α χωρίς να μπορούν να αναγνωρίσουν το κοινό έδαφος των αναζητήσεων. Τόσο οι συστημικές δυνάμεις όσο και οι κοινωνίες αναζητούν όρους επιβίωσης. Η επιβίωση του συστήματος (για τους πρώτους) και η επιβίωση του πολιτισμού και του ανθρώπου (για τους δεύτερους) συνυπάρχουν και συγκρούονται πάνω σε κοινό έδαφος.
  6. Αρνούνται, λόγω αδυναμίας, να αναζητήσουν σε ένα εξω-οικονομικό (πολιτικό-ιδεολογικό) επίπεδο τις απαντήσεις και προσπαθούν να σχηματίσουν δέσμες αντι-μέτρων ενάντια στα επιβαλλόμενα μέτρα. Δεν μπορούν να ψαχτούν στο τι συνιστά η κατάρρευση του πολιτικού συστήματος σήμερα και στο πλαίσιο ποιανού νέου πολιτικού συστήματος μπορούν να δημιουργηθούν απαντήσεις στα σημερινά αδιέξοδα. Με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εντάξουν τα «μέτρα» τους σε μια ΑΛΛΗ προοπτική. Άλλωστε μόνο σε μια άλλη προοπτική μπορεί να εξεταστούν άλλα μέτρα.
  7. Εμφανώς ζορίζονται, ακόμα και στα μάτια ενός αδαούς, να συμβάλουν ουσιαστικά στη δημιουργία μιας νέας πολιτικής σκέψης, ενός νέου πολιτικού δρόμου.
  8. Ωστόσο μέχρι εδώ η ελλειμματικότητα της προσπάθειας είναι κατανοητή. Το κρίσιμο στοιχείο, το οποίο αποτελεί χρέωση, είναι η αλλότρια εμμονή τους να μην κοινωνούν το πρόβλημα. Πόσο αλήθεια λυτρωτικά θα επιδρούσε η φράση «..τα σφάλματά μου πέλαγα..». Μια τέτοια αποδοχή θα απελευθέρωνε τόσο τους ίδιους όσο και την κοινωνία. Θα ανέτρεπε τη βαλτωμένη σχέση διανόησης-κοινωνίας από το σημερινό κακέκτυπο βεβαιότητα-αναμονή, σε μια δυναμική αλληλεπίδραση μεταξύ γνώσεων, αξιών και βιωμάτων.
  9. Επίσης θα δημιουργούσε ελπιδοφόρο ρήγμα στην α-μαρξική τριτοδιεθνιστική αντίληψη που έχει αφυδατώσει την αριστερή διανόηση.
  10. Τέλος μια τέτοια προσπάθεια θα συνιστούσε Πολιτική οικονομία - απάντηση στην Πολιτική οικονομία των κυρίαρχων δυνάμεων- και θα παρήγαγε στοιχεία ενός νέου πολιτικού συστήματος.

Για να απαλλαγούμε απ' τις κατάρες και τις καταγγελίες πρέπει να συνεργαστούν οι φωτιές με τις θέσεις. Πρέπει «να ανατρέψουμε τον ανάποδο κόσμο»
Αλέκος Βαρβέρης, 17 Ιουλίου 2010

Σάββατο 21 Αυγούστου 2010

Πιόνι του Ισραήλ η Ελλάδα


Όποιος θεωρεί ότι η επίσκεψη του Ισραηλινού πρωθυπουργού Μπέντζαμιν Νετανιάχου στην Αθήνα είχε στόχο τη σύσφιγξη των σχέσεων των δύο λαών, ας το ξανασκεφτεί. Η μετατροπή της Ελλάδας σε πιόνι στον διπλωματικό πόλεμο που έχει ξεσπάσει εδώ και δύο μήνες μεταξύ ΗΠΑ - Ισραήλ - Τουρκίας είναι κάτι παραπάνω από εμφανής:

● Το Ισραήλ επιθυμεί να χρησιμοποιήσει τον εναέριο χώρο της Ελλάδας επειδή έκλεισε τον δικό της η Τουρκία.

● Το ισχυρό εβραϊκό λόμπι στην Ουάσιγκτον άσκησε ασφυκτικές πιέσεις στον Λευκό Οίκο να σκληρύνει τη στάση του προς την Τουρκία και το έκανε.

Όμως ας μην ξεχνάει κανείς ότι η Τουρκία ήταν, είναι και θα είναι ο αναγκαίος – αν και όχι πάντα αγαπημένος – σύμμαχος τόσο του Ισραήλ όσο και των ΗΠΑ: συνορεύει με τον μισό αραβικό κόσμο και οι βάσεις του Ιντσιρλίκ παραμένουν πολύτιμο εργαλείο ανεφοδιασμού και αντικατασκοπίας.

Όπως ανέφεραν χαρακτηριστικά Δυτικοί διπλωμάτες με τους οποίους επικοινώνησε το «Π», «μόλις οι τρεις τους τα βρουν – και θα τα βρουν, είτε με την πτώση του Ερντογάν είτε όχι –, η Ελλάδα θα μείνει με τις συμφωνίες στα χέρια». Και με τη ρετσινιά ότι άλλαξε διπλωματικό προσανατολισμό και έριξε γέφυρες προς το Ισραήλ σε μια χρονικά έκρυθμη περίοδο, δυσαρεστώντας έντονα τον αραβικό κόσμο, τον οποίο παρεμπιπτόντως εδώ και μήνες... εκλιπαρούμε να ρίξει χρήμα στην ελληνική οικονομία για να μας «σώσει».

Πολλές «συμπτώσεις»
Όσο κι αν προσπάθησε το Μαξίμου να υποβαθμίσει την άφιξη του Νετανιάχου, δεν το κατάφερε. Μπορεί να την όρισε για τις 16 Αυγούστου, όταν παραδοσιακά οι Έλληνες δεν βλέπουν, δεν διαβάζουν και δεν ακούνε ειδήσεις, όμως λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο. Διότι το Ισραήλ, τρεις ημέρες πριν από την άφιξη του Νετανιάχου, οργάνωσε τέτοια ενημέρωση, ώστε η είδηση «έπαιζε» πρώτη σε όλα τα διεθνή μέσα, με εκτενείς αναφορές και αναλύσεις για τη «σημασία της επίσκεψης».

Ο στόχος των Ισραηλινών ήταν να πετάξουν το μπαλάκι στην Τουρκία. Και το πέτυχαν. Οι ίδιοι διπλωμάτες που μίλησαν στο «Π» ανέφεραν τρία κρίσιμα γεγονότα που εξελίχθηκαν παράλληλα με την επίσκεψη Νετανιάχου, είναι αλληλένδετα μεταξύ τους και δείχνουν την κρισιμότητα της κατάστασης:

1. Τρεις μέρες πριν από την άφιξη του πρωθυπουργού του Ισραήλ, όταν το Τελ Αβίβ αναβάθμισε το ταξίδι στην Ελλάδα σε μια από τις σημαντικότερες πολιτικές εξελίξεις διεθνώς, η τουρκική κυβέρνηση:

● Διέρρευσε την πρόθεσή της να επανεξετάσει το άνοιγμα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Πάγιο ελληνικό αίτημα.

● Ανήγαγε τη θεία λειτουργία στην Τραπεζούντα σε σημαντική υποχώρηση και δείγμα καλής θέλησης προς τη χώρα μας και την Ε.Ε. Ζήτησε ωστόσο ως αντάλλαγμα την όσο πιο σύντομη λειτουργία μουσουλμανικού τεμένους στην Αθήνα.

● Την ίδια στιγμή, όμως, έδωσε εντολή στον ηγέτη των Τουρκοκυπρίων Ντερβίς Έρογλου να σκληρύνει τη στάση του στις συνομιλίες με την κυπριακή κυβέρνηση αποσύροντας όλες τις προτάσεις από το τραπέζι και αφήνοντας εμβρόντητο όχι μόνο τον Χριστόφια, αλλά και τον ειδικό διαμεσολαβητή του ΟΗΕ.

Μαστίγιο, καρότο και διαχείριση των ελληνοκυπριακών συμφερόντων. Η Τουρκία επιχείρησε να μας δείξει ότι έχουμε μεγαλύτερο συμφέρον να τα βρούμε με αυτήν παρά με το Ισραήλ.

2. Την ημέρα της άφιξης Νετανιάχου η εφημερίδα «Financial Times» δημοσίευσε την «προειδοποίηση» που απηύθυνε ο Αμερικανός πρόεδρος Μπάρακ Ομπάμα στον Ερντογάν, ότι αν δεν αλλάξει στάση προς το Ισραήλ και το Ιράν, θα παγώσουν οι αγορές όπλων. Η διαρροή ήρθε από τον Λευκό Οίκο, ωστόσο τα πράγματα δεν αποτιμήθηκαν σωστά από τα ελληνικά ΜΜΕ, τα οποία έδωσαν έμφαση κυρίως σε κουτοπόνηρες ατάκες περί Τουρκίας ως «πρώην συμμάχου» των ΗΠΑ. Η κατάσταση ήταν λίγο διαφορετική:

● Η διαρροή από τους «Financial Times» αφορούσε συνομιλία Ομπάμα - Ερντογάν που έγινε στις... 20 Ιουνίου, στο πλαίσιο της συνόδου των G20. Πριν από δύο μήνες δηλαδή.

● Ο χρόνος της διαρροής δεν είναι καθόλου τυχαίος, καθώς έστελνε διπλό και ταυτόχρονο μήνυμα από Ισραήλ και ΗΠΑ προς την Τουρκία. Η Ελλάδα έπαιξε τον ρόλο του δολώματος – αν όχι του πρόθυμου ατζέντη.

● Η... «απειλή» προς την Τουρκία δεν αφορούσε τους θηριώδεις εξοπλισμούς της που απειλούν να τινάξουν στον αέρα κάθε είδους ισορροπία στο Αιγαίο (το ρεπορτάζ στη Σελ. 3), αλλά κάτι μη επανδρωμένα αεροπλανάκια, χρήσιμα στον πόλεμο κατά των Κούρδων ανταρτών.

3. Την ημέρα της επίσκεψης Νετανιάχου (Δευτέρα) το Ιράν, λίγες μέρες μετά την απόπειρα δολοφονίας του Μαχμούντ Αχμαντινετζάντ στις 4 Αυγούστου, ανακοίνωσε ότι θα ανοίξει και τρίτο εργοστάσιο εμπλουτισμού ουρανίου.

Ελάχιστες ώρες μετά ο πρώην πρεσβευτής των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Τζον Μπόλτον δήλωσε ότι το Ισραήλ έχει ελάχιστες μέρες (21 Αυγούστου) μέχρι να βομβαρδίσει το Ιράν. Παραδόξως η συνέντευξη του πρώην αξιωματούχου μαγνητοσκοπήθηκε από τις 13 Αυγούστου, αλλά βγήκε στον αέρα... τη Δευτέρα.

Επίσης βγήκε στον αέρα – στην Ελλάδα τη Δευτέρα από «Τα Νέα» – ως προδημοσίευση από το τεύχος Σεπτεμβρίου του περιοδικού «Αtlantic Μonthly», το κείμενο ενός αναλυτή ονόματι Τζέφρι Γκόλντμπεργκ, ο οποίος, εν όψει του ότι το Ιράν ετοιμάζεται να λειτουργήσει τον πρώτο πυρηνικό σταθμό παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας με ρωσικό καύσιμο, πιθανολογεί ότι εντός μηνών είναι πολύ πιθανό «να δεχθεί και αυτός, όπως και όλες οι ιρανικές πυρηνικές εγκαταστάσεις, αιφνίδιο ισραηλινό βομβαρδισμό».

Λίγες μέρες νωρίτερα γινόταν γνωστό από τον πρώτο αντιπρόεδρο της ιρανικής κυβέρνησης Μοχαμάντ - Ρεζά Ραχίμι η πρόθεση του Ιράν, εξ αιτίας των διεθνών κυρώσεων προς τη χώρα του, την προσεχή περίοδο να πάψει να συναλλάσσεται σε δολάρια και ευρώ (δύο «βρόμικα νομίσματα»). Αντί των δύο αυτών νομισμάτων, θα χρησιμοποιεί το ιρανικό ριάλ και άλλα νομίσματα χωρών που θα συναλλάσσονται με τη χώρα αυτή.

Μεσοπρόθεσμα δε σκοπεύει να περιορίσει μέχρι εξαλείψεως τις εισαγωγές του από την Ε.Ε., από την οποία το Ιράν εισάγει το 27% των προϊόντων του. Κλίμα από κάθε άποψη ψυχροπολεμικό, το οποίο κανείς δεν μπορεί να προβλέψει αν και πότε θα υπερθερμανθεί. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι προφανές ότι οι ελληνικοί τυχοδιωκτισμοί στο... τετράγωνο ΗΠΑ - Ισραήλ - Ιράν - Τουρκία είναι κάτι περισσότερο από επικίνδυνοι!

Ο... «ρόλος» της Ελλάδας
Και η Ελλάδα; Πού βρίσκεται σε αυτή τη διπλωματική εξίσωση; Τι ρόλο θα παίξει σε περίπτωση βομβαρδισμού του Ιράν από το Ισραήλ; Σε ποιον άξονα ανήκουμε, αφού αποξενώσαμε τη Ρωσία (με ακύρωση παραγγελίας στρατιωτικού εξοπλισμού), όλο τον αραβικό κόσμο και προκαλούμε άνευ οφέλους την Τουρκία; Αναγκαστικά μένει ο άξονας ΗΠΑ - Ισραήλ - Βρετανίας, που ουδέποτε έδειξε την παραμικρή διάθεση να προασπίσει τα ελληνικά συμφέροντα. Το αντίθετο μάλιστα. Και, ακόμη χειρότερα, έχει παράδοση να μας εγκαταλείπει στα χέρια της... Τουρκίας, της οποίας τα συμφέροντα παγίως εξυπηρετεί!

● Αυτή τη στιγμή μόνο το πιόνι καλούμαστε να παίξουμε σε μια παρτίδα σκάκι με απρόβλεπτες συνέπειες. Και εάν – κατά το ακραίο σενάριο – αρχίσουν οι καμικάζι αυτοκτονίας να βαράνε την πόρτα μας, λόγω των επιλογών μας, ποιος θα μας «προστατεύσει»;

● Αυτή τη στιγμή είμαστε μια χώρα που αιμορραγεί οικονομικά. Που βασιζόμαστε εξ ολοκλήρου στην ξένη βοήθεια. Εάν παραδώσουμε και το σκέλος άσκησης της εξωτερικής μας πολιτικής, τότε δεν θα μας μείνει τίποτα...

Κωφεύει το Μαξίμου, που γέμισε από ξένους συμβούλους παντός καιρού. Κωφεύει και το ΠΑΣΟΚ; Τα κόμματα της αντιπολίτευσης, πλην Αριστεράς, τι κάνουν;


Ισραηλινό μάτι στο Αιγαίο

Και ερχόμαστε στο ζουμί. Δηλαδή στις συμφωνίες που υπογράφτηκαν υπό τον γενικό τίτλο «ασφάλεια». Κάτι οι κοινές στρατιωτικές ασκήσεις Ελλάδας - Ισραήλ που ανακοινώθηκαν (γίνονταν και παλιά, αλλά τουλάχιστον τις καμουφλάραμε), κάτι η τεχνολογική και ηλεκτρονική «αναβάθμιση» της αστυνομίας μας και άλλων μονάδων παρακολούθησης από τους εξπέρ Ισραηλινούς, που δεν ανακοινώθηκε, δημιουργούν νέα δεδομένα, τα οποία προκαλούν σύγχυση ακόμα και στους πιο έμπειρους διπλωμάτες.

● Διότι πάμε να ανοίξουμε το κουτί της Πανδώρας και φαίνεται ότι οι κυβερνώντες το αντιμετωπίζουν με αβάστακτη ελαφρότητα που τείνει να γίνει επικίνδυνη.

● Διότι δεν είναι δυνατόν να λέμε ότι όλοι είναι φίλοι μας. Και οι Ισραηλινοί και οι Τούρκοι και οι Άραβες. Με τα σημερινά δεδομένα είναι αδύνατον.

● Δεν γίνεται, για παράδειγμα, ο πρωθυπουργός, κάνοντας χρήση των προσωπικών σχέσεων του ιδρυτή του ΠΑΣΟΚ, να μεταβαίνει στη Λιβύη (και στις πλείστες πλούσιες αραβικές χώρες) και με την ιδιότητα «γιος του Ανδρέα Παπανδρέου» να ζητάει από τον Καντάφι χρηματική βοήθεια για να σώσει την Ελλάδα από την πτώχευση.

● Δεν γίνεται πριν από δύο μήνες να κάνει επίθεση φιλίας στην Τουρκία και να φέρνει τον Ερντογάν στην Αθήνα.

● Δεν γίνεται τον Ιούνιο να εξαγγέλλει μαζί με τον Κύπριο πρόεδρο Δημήτρη Χριστόφια κοινή πρωτοβουλία για επίλυση του Παλαιστινιακού υπό μορφή Camp David (που αγνοήθηκε επιδεικτικά από τους Ισραηλινούς) και τώρα να καλεί τον Νετανιάχου – που στηρίζεται από τα κόμματα της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς και έχει παγιωμένες θέσεις περί εξαφάνισης των Παλαιστινίων – να έρθει στην Αθήνα ως ο πρώτος Ισραηλινός πρωθυπουργός.

Να πει κανείς ότι ήταν ο μακαρίτης ο Γιτζάκ Ράμπιν, άντε. Ή να ερχόταν ο κάπως πιο μετριοπαθής Σιμόν Πέρες, και αυτό χωνεύεται. Αλλά ο... Νετανιάχου; Που πριν από χρόνια έχασε την εξουσία καθώς κατηγορήθηκε επισήμως για σκάνδαλα διαφθοράς και για υπόγειες συμφωνίες με τα ακροδεξιά κόμματα για να απωθηθούν οι Παλαιστίνιοι προς Ιορδανία και Συρία, ώστε να απορροφηθούν εκεί και να «καθαρίσουν» τα κατεχόμενα εδάφη; Που έχτισε το τείχος της ντροπής; Που ήγειρε οικισμούς Εβραίων εποίκων με ταχύτατους ρυθμούς;

Όλα αυτά στέλνουν αντιφατικά μηνύματα στο εξωτερικό και δείχνουν ότι η κυβέρνηση βρίσκεται σε σύγχυση. Όχι μόνο στο θέμα της οικονομίας, την οποία παραδώσαμε άνευ όρων στο ΔΝΤ. Αλλά και στο θέμα της εξωτερικής πολιτικής, την οποία ο πρωθυπουργός υπηρέτησε για χρόνια και θα έπρεπε μέχρι τώρα να κατέχει... ντοκτορά. Είμαστε έτοιμοι να ανοίξουμε το κουτί της Πανδώρας; Ο Θεός να βάλει το χέρι του...

Συμφωνίες και πράσινα άλογα
Τι μπορεί η Ελλάδα να κερδίσει από το Ισραήλ, μια χώρα η οποία συντηρείται κατά το 80% από τον αμερικανικό προϋπολογισμό και δαπανά σχεδόν όλα της τα έσοδα για τον στρατό της και την τεχνολογία που τον περιβάλλει; Τα ελληνικά μέσα παπαγάλισαν με μεγάλη ευκολία τη γραμμή του Μαξίμου και μας βομβάρδισαν με μια σειρά από τομείς στους οποίους οι δύο χώρες θα συνεργαστούν.

Να σημειωθεί ότι:

● Η οικονομία του Ισραήλ – κατά τον ΟΟΣΑ η πραγματική οικονομία της χώρας θα βρίσκεται σε ύφεση μέχρι το 2011 – βασίζεται κατά 40% σε εξαγωγές κυρίως στρατιωτικού εξοπλισμού, άρα μάλλον θα αγοράσουμε παρά θα πουλήσουμε...

● Το δημόσιο χρέος ανέρχεται στο 78,8% και σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της CIA (!) το μισό αντιστοιχεί σε οφειλές προς τις ΗΠΑ.

● Το 23,6% των Ισραηλινών ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας αλλά παραδόξως τα συναλλαγματικά αποθέματα του Ισραήλ σε ξένα νομίσματα και χρυσό ανήλθαν στο τέλος του 2009 στα 60,2 δισ. δολάρια από 42 δισ. έναν χρόνο πριν! Δυσθεώρητο ποσό για μια τόσο μικρή χώρα και παράλογο για το ύψος του δημοσίου χρέους της.


To σύνδρομο της «στυμμένης λεμονόκουπας»

Στις αρχές Ιουλίου δημοσιεύθηκε μια έκθεση του αμερικάνικου ινστιτούτου αναλύσεων και «προβλέψεων» Stratfor, το οποίο απηχεί μια από τις πολλές «φράξιες» του Πενταγώνου, η οποία συχνά ασχολείται με τη χώρα μας και μάλιστα με εξαιρετικά δυσμενή για τα συμφέροντά μας τρόπο.

Η έκθεση εκείνη, αφού προεξοφλούσε τη χρεοκοπία της Ελλάδας και την έξοδό της από το ευρώ, τόνιζε ότι είμαστε διπλωματικά πιο μόνοι και από την τελευταία προεπαναστατική περίοδο (1820) και μας προέτρεπε να αναζητήσουμε «προστάτη» για να επιβιώσουμε. Τότε (8.7) το «Π», σε αντίθεση με πολλούς άλλους που «έβλεπαν» προτροπή για υπαγωγή στη σκέπη της Τουρκίας, βασιζόμενο σε έγκυρη πληροφόρηση, είχε γράψει ότι το Stratfor μας προέτρεπε σε σφιχτό εναγκαλισμό με το Ισραήλ.

Λίγες μέρες αργότερα (22.7) ο Γ. Παπανδρέου βρισκόταν στο Ισραήλ – πρώτη επίσημη επίσκεψη πρωθυπουργού της Ελλάδας ύστερα από την αναγνώριση της χώρας αυτής από τον... Μητσοτάκη.

Τώρα όλοι, θέλοντας και μη, αντιλαμβάνονται ότι η οικονομική και πολιτική αδυναμία της Ελλάδας τη μετατρέπει, εξ αιτίας μιας παραζαλισμένης ηγεσίας, η οποία συνεχώς εκχωρεί δυνατότητες άσκησης πολιτικής χάριν των μεγάλων αφεντικών του πλανήτη, σε άθυρμα και πιόνι σε μια σκακιέρα στην οποία παίζονται όλο και πιο μεγάλα παιχνίδια.

● Χθες κουβαλούσε τον Ερντογάν και το ασκέρι των 100 και βάλε επιχειρηματιών, οι οποίοι θα «επενδύσουν» και θα βοηθήσουν τη χώρα στη δύσκολη οικονομική κατάσταση που βρίσκεται.

● Σήμερα μας καθιστά πρόθυμο πιόνι για την άσκηση πίεσης, ώστε η Τουρκία να σταματήσει ή να περιορίσει το φλερτ με τον «άξονα του κακού» (Ιράν και Ρωσία πρωτίστως). Το αντάλλαγμα είναι μια (αδύνατον να δοθεί) οικονομική βοήθεια και μια απραγματοποίητη διαμόρφωση ελληνοϊσραηλινού «άξονα», στον οποίο, ακόμη κι αν βρεθούμε, δεν θα είμαστε παρά η πρόθυμη θεραπαινίδα που θα προσφέρει έναντι πινακίου φακής τις πολύτιμες υπηρεσίες της εκτιθέμενη σε ασύμμετρους κινδύνους.

● Παράλληλα μας κάνει πιθανό στόχο της διεθνούς τρομοκρατίας, η οποία μπορεί μόνο να μας οδηγήσει ακόμη πιο βαθιά στην υποτέλεια και τον ασφυκτικότερο κοινωνικό έλεγχο – και μάλιστα από δυνάμεις εκτός της χώρας.

Για το... φιλότιμο και την παραδοσιακή στήριξη του ελληνικού λαού στους μονίμως σφαγιαζόμενους Παλαιστινίους να κάνουμε άραγε λόγο ή είναι περιττή... πολυτέλεια;

Δυστυχώς τίποτε δεν δείχνει ότι η Ελλάδα ασκεί εξωτερική πολιτική βασισμένη σε κάποια – έστω στρεβλή – αντίληψη περί εθνικού συμφέροντος. Συμπεριφερόμενη ως υπηρέτρια, το πιθανότερο είναι να καταλήξει στυμμένη λεμονόκουπα. Το αντέχει (και) αυτό ο λαός της; Ο καιρός θα δείξει...
TOPONTIKI.GR


Read more: http://infognomonpolitics.blogspot.com/2010/08/blog-post_6869.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+InfognomonPolitics+%28InfognomonPolitics%29#ixzz0xDExTuIO

Παρασκευή 20 Αυγούστου 2010

ΤΙ ΘΕΛΕΙ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: Εμπλοκή Αθήνας στον σχεδιαζόμενο πόλεμο με Ιράν


Η παγίδα Νετανιάχου στον Γ. Παπανδρέου

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Την ενεργό, άμεση εμπλοκή της Ελλάδας (όπως και της Βουλγαρίας) στον Μεγάλο Πόλεμο κατά του Ιράν για την κατάκτηση της Μέσης Ανατολής (και προοπτικά την παγκόσμια κυριαρχία), που σχεδιάζει εδώ και χρόνια η ισραηλινή και αμερικανική ακροδεξιά, επιδιώκει από τον Γιώργο Παπανδρέου ο Πρωθυπουργός του Ισραήλ Βενιαμίν Νετανιάχου.
Αυτό υποστηρίζουν άριστα ενημερωμένες διπλωματικές πηγές. Λόγω της φύσεως του θέματος, λόγω επίσης του ότι οι μακρότατες, διάρκειας χωρίς προηγούμενο στα διεθνή διπλωματικά χρονικά, συνομιλίες Παπανδρέου-Νετανιάχου, διεξάγονται χωρίς την παρουσία Ελλήνων διπλωματών και ούτε καν των στενότερων συνεργατών των δύο ανδρών, δεν κατέστη δυνατόν να επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες αυτές από τρίτες, ανεξάρτητες πηγές.
Εκτιμήσαμε όμως ότι η ουδέποτε μέχρι τώρα διαψευσθείσα αξιοπιστία των πηγών μας και λόγοι εθνικού συμφέροντος επιβάλουν την δημοσιοποίηση των πληροφοριών που μας έδωσαν. Ελπίζουμε, χωρίς να το πιστεύουμε, ότι οι πληροφορίες μας είναι ανακριβείς, κυρίως όμως αυτό που ελπίζουμε είναι ότι ο Πρωθυπουργός της Ελλάδας δεν θα δώσει στον κ. Νετανιάχου όσα επίμονα του απαιτεί. (Δεν θέλουμε άλλωστε να ξεχάσουμε ότι ο Γιώργος Παπανδρέου είναι γιος του Ανδρέα Παπανδρέου, στο όνομα του οποίου πίνουν ακόμα νερό σε όλη την Ανατολή, και Πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Διεθνούς. Ο κ. Νετανιάχου είναι, αντίθετα, ο ηγέτης της ισραηλινής άκρας δεξιάς, ο χρηματοδότης του νεοσυντηρητικού σχεδίου για την Αμερική του 21ου αιώνα και των μελετών Περλ και Βούλφοβιτς που οδήγησαν στο δεκαετές ματοκύλισμα της Μέσης Ανατολής)

Μέσω Ελλάδας ο βομβαρδισμός της Τεχεράνης!
Σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, αυτό που ζητάει το Ισραήλ από την Ελλάδα και τη Βουλγαρία είναι να επιτρέψουν στην πολεμική του αεροπορία να στήσει αερογέφυρα στον ελληνικό και βουλγαρικό εναέριο χώρο, προκειμένου να επιτεθεί στο Βόρειο Ιράν και την Τεχεράνη, μέσω Μαύρης Θάλασσας και Γεωργίας. Επιθυμεί επίσης να έχει και χερσαίες διευκολύνσεις, τεχνικές και ανεφοδιασμού, για το άνοιγμα του βορείου αεροπορικού μετώπου που σχεδιάζει.
Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε φυσικά αν θα πραγματοποιηθεί τελικά η επίθεση κατά του Ιράν. Αυτό που ξέρουμε είναι ότι προετοιμάζεται επίμονα και μεθοδικά εδώ και πολλά χρόνια. Αλλά και ότι τυχόν ικανοποίηση των ισραηλινών αιτημάτων από την κυβέρνηση Παπανδρέου θα ισοδυναμεί νομικά και ουσιαστικά, εφόσον γίνει η επίθεση, με κήρυξη πολέμου της Ελλάδας κατά του Ιράν, όπως υπογραμμίζουν έγκριτοι νομικοί. Η Αθήνα θα καθίστατο, σε μια τέτοια περίπτωση, συνένοχος ενός από τα μεγαλύτερα διεθνή πολιτικά εγκλήματα της Ιστορίας, παραβιάζοντας κατάφωρα τη διεθνή έννομη τάξη, τον Καταστατικό Χάρτη του ΟΗΕ και το ελληνικό Σύνταγμα, και μεταβαλλόμενη σε ενδεχόμενο στόχο αντιποίνων.
Η περίπτωση του Ιράν, αξίζει να σημειωθεί, είναι πολύ διαφορετική και πολύ σοβαρότερη ακόμα και από τις περιπτώσεις του Ιράκ, του Αφγανιστάν ή της Γιουγκοσλαβίας. Μια ενδεχόμενη επίθεση κατά του Ιράν, μετά από τις εισβολές στο Αφγανιστάν, το Ιράκ, τον Λίβανο και τη Γάζα, κινδυνεύει να αποδειχθεί η σταγόνα που θα ξεχειλίσει οριστικά το ποτήρι οποιασδήποτε εναπομένουσας σταθερότητας στη Μέση Ανατολή και διεθνώς. Θα έχει ανυπολόγιστες παγκόσμιες συνέπειες, κινδυνεύοντας να εξελιχθεί σε ιδιότυπη παγκόσμια σύρραξη, που μπορεί να πάρει τη μορφή γενικευμένης σύγκρουσης Δυτικών και Μουσουλμάνων.
Αν πιστέψουμε εξάλλου τον μεγάλο αμερικανικό τύπο, στα επιχειρησιακά σχέδια της επίθεσης κατά του Ιράν, περιλαμβάνεται και η πιθανή χρήση τακτικών ατομικών όπλων για πρώτη φορά μετά τη Χιροσίμα. Αυτό, αν γίνει, θα σημάνει το πέρασμα ενός ηθικο-πολιτικού και στρατιωτικού κατωφλίου για ολόκληρο τον κόσμο. Μια τέτοια χρήση θα απαλλάξει εκατομμύρια ανθρώπων από κάθε είδους ηθικό φραγμό και αναστολή για την χρήση μεθόδων τρομοκρατίας, ακόμα και με μέσα μαζικής καταστροφής και, αν δεν οδηγήσει στο τέλος του κόσμου, μπορεί πάντως να οδηγήσει στο τέλος της αμερικανικής και της ισραηλινής υπερδύναμης, με τον τρόπο που η Σικελική Εκστρατεία τερμάτισε την Αθηναϊκή Ηγεμονία. Αυτοί ακριβώς είναι και οι λόγοι που οδήγησαν τις αμερικανικές μυστικές υπηρεσίες και ένα σημαντικό τμήμα όχι μόνο του αμερικανικού, αλλά και του διεθνούς εβραϊκού κατεστημένου, να συμμαχήσουν και να αποτρέψουν τον πόλεμο που ετοιμάζονταν να εξαπολύσουν Τζωρτζ Μπους και Ντικ Τσένευ.
Στο σενάριο ειδικά που θέλει να ενεργοποιήσει ο κ. Νετανιάχου για επίθεση μέσω Ελλάδας, δεν θα είναι μια μεγάλη συμμαχία, όπως το ΝΑΤΟ, που θα επιτεθεί συνολικά κατά του Ιράν. Ελλάδα, Βουλγαρία και Γεωργία θα θεωρηθούν από την Τεχεράνη, από το ενάμισυ δισεκατομμύριο Μουσουλμάνων και από την παγκόσμια κοινή γνώμη ως οι κύριοι συναυτουργοί του ισραηλινού εγκλήματος, με ότι αυτό συνεπάγεται για την ασφάλεια του ελληνικού λαού και τη διεθνή εικόνα της Ελλάδας.

ΤΕΣΣΕΡΙΣ ΔΡΟΜΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΕΧΕΡΑΝΗ
H ισραηλινή αεροπορία έχει τέσσερις διαδρομές για να προσεγγίσει και να βομβαρδίσει το Ιράν:
Α. μέσω του Ιράκ, ο εναέριος χώρος του οποίου ελέγχεται από τις ΗΠΑ. Στην περίπτωση αυτή, η Ουάσιγκτον θα είναι αυτόχρημα συνεργός στην επίθεση, κάτι που δεν επιθυμεί για πολιτικούς λόγους
Β. μέσω της Σαουδικής Αραβίας, η ηγεσία της οποίας γνωρίζει ότι διακινδυνεύει την ίδια την επιβίωσή της αν δώσει τον εναέριο χώρο της για επίθεση κατά του Ιράν
Γ. μέσω της Τουρκίας, κάτι που αποκλείει όμως η σημερινή στάση της ‘Aγκυρας
Δ. μέσω της Γεωργίας, μιας χώρας που ελέγχεται απολύτως από το Ισραήλ και τις ΗΠΑ και βρίσκεται σε μικρή απόσταση από το βόρειο Ιράν. Μόνο που η ισραηλινή αεροπορία πρέπει να μπορεί να φτάσει στη Γεωργία κι αυτό μπορεί να γίνει είτε μέσω της Τουρκίας, είτε μέσω της Ελλάδας και της Βουλγαρίας.

Αυτός ακριβώς είναι ο παράγων που εξηγεί τις ασυνήθιστα πυκνές επαφές του κ. Παπανδρέου με τον κ. Νετανιάχου. Οι δύο Πρωθυπουργοί συναντήθηκαν τρεις φορές σε διάστημα έξη μηνών, ενώ ο κ. Παπανδρέου δεν έκανε παρά μόνο από ένα ταξίδι στο Παρίσι και το Βερολίνο, παρόλο που η Ελλάδα βρέθηκε στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής κρίσης! Ο ’Ελληνας Πρωθυπουργόις ταξίδεψε πρόσφατα και στη Σόφια, στην οποία πήγε αυγουστιάτικα και ο Πρόεδρος του Ισραήλ Σιμόν Πέρες. Επισήμως, για να συζητήσει με τους Βούλγαρους, αν πιστέψουμε τις επίσημες ανακοινώσεις, για το πως οι δύο χώρες θα συνεργασθούν καλλιεργώντας βιολογικά ραπανάκια και πως η Σόφια του Μπόικο Μπορίσωφ, της Μαφίας και των καμπαρέ, θα … πρωταγωνιστήσει στην … επίλυση του μεσανατολικού και τη συμφιλίωση Εβραίων και Παλαιστινίων!

ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ, ΣΑΑΚΑΣΒΙΛΙ ΚΑΙ ΡΟΝΤΟΣ
Δεινοί έμποροι και διαπραγματευτές, με ασυνήθιστες ικανότητες παραπλάνησης και μεγάλη συλλογικότητα που δεν διαθέτουμε εμείς οι ‘Eλληνες, οι Εβραίοι είναι, μαζί με τους Κύπριους, από τους πλέον επίφοβους διαπραγματευτές στον κόσμο. Ο ίδιος ο Νετανιάχου καυχήθηκε δημόσια ότι έχει περίπου στο τσεπάκι του τους Αμερικανούς Προέδρους. Είναι φανερό ότι θέλει, προτού φύγει από το πολιτικό προσκήνιο, να έχει καταστρέψει ολοσχερώς το Ιράν (δεν προκάλεσε βέβαια κοτζάμ εισβολή στο Ιράκ μόνο και μόνο για να δυναμώσει την Τεχεράνη) και να έχει μπλέξει για τα καλά τις Ηνωμένες Πολιτείες σε μια φλεγόμενη από άκρου εις άκρο Μέση Ανατολή.
Μαιτρ στην παραπλάνηση, οι Ισραηλινοί έχουν στήσει και μερικές από τις πιο αριστοτεχνικές παγίδες της ιστορίας, ιδίως όταν έχουν να κάνουν με χώρες και ελίτ σε κατάσταση γενικευμένης αποσύνθεσης.
Ορισμένες μαρτυρίες τους εμπλέκουν μάλιστα και στην παραπλάνηση, που θεωρείται κυρίως βέβαια αμερικανικό έργο, το 1974, του Ιωαννίδη, που επείσθη ότι επρόκειτο να ενώσει την Κύπρο με την Ελλάδα. Σήμερα η ημισέληνος κυματίζει περίπου στο μισό νησί. Οι υπερπατριώτες της ΕΟΚΑ Β’ που στρατολόγησε η Μοσσάντ και η CIA στο νησί όχι μόνο κατάφεραν να φέρουν τους Τούρκους στην Κύπρο, αλλά και παραμένουν ακόμα αδιόρθωτοι, στην καλύτερη περίπτωση, νεροκουβαλητές των ίδιων ξένων συμφερόντων, εκστρατεύοντας τώρα υπέρ μιας κυπρο-ισραηλινής συμμαχίας και επικρίνοντας αναδρομικά τον Μακάριο. Μερικές φορές αναρωτιέται κανένας αν είναι η βλακεία ή η προδοσία ο χειρότερος εχθρός των Ελλήνων.
Πριν από δύο χρόνια και αφού έκαναν τη Γεωργία προτεκτοράτο τους, οι Ισραηλινοί έσπρωξαν τον Σαακασβίλι σε μια αυτοκτονική επίθεση εναντίον της Ρωσίας. Το αποτέλεσμα ήταν η απολύτως προβλέψιμη από όλους, πλην του ίδιου του Γεωργιανού ηγέτη, καταστροφή της Γεωργίας, οι ίδιοι πέτυχαν όμως δύο σημαντικά πράγματα:
- έδωσαν ένα απτό παράδειγμα στη Μόσχα για τις δυνατότητες που έχουν να αποσταθεροποιήσουν ενόπλως την πρώην ΕΣΣΔ, αν όχι να προκαλέσουν νέο ψυχρό πόλεμο και επομένως ένα εξ αντιδιαστολής κίνητρο στη ρωσική διπλωματία να είναι πιο προσεκτική στις συναλλαγές και την υποστήριξή της προς την Τεχεράνη
- έσπρωξαν τη Ρωσία στην αναγνώριση Οσσετίας και Αμπχαζίας, αναγνώριση που παγίωσε την ισραηλινή επιρροή στην υπόλοιπη Γεωργία και αφαίρεσε από τη Μόσχα το μόνο μοχλό πίεσης επί της Τιφλίδας, την απειλή δηλαδή ότι θα αναγνωρίσει τις δύο αυτόνομες περιοχές.

Σε αυτό το σατανικό, παγκόσμιας σημασίας και εμβέλειας σχέδιο, φαίνεται ότι έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο ο κ. ‘Αλεξ Ρόντος, εξ απορρήτων του … Γιώργου Παπανδρέου, που δείχνει να τον περιβάλλει με την απεριόριστη εμπιστοσύνη του, κατά τρόπο που εμείς τουλάχιστο δυσκολευόμαστε να ερμηνεύσουμε. Να σημειώσουμε ότι ο κ. Ρόντος πρωταγωνίστησε σε όλες τις μεγάλες επιχειρήσεις αμερικανικών και ισραηλινών συμφερόντων στα Βαλκάνια, εναντίον της Ρωσίας, στον Καύκασο και τη Μέση Ανατολή την τελευταία δεκαετία, χρησιμοποιώντας ευρέως το όνομα Παπανδρέου. Τρεις μήνες πριν από τον πόλεμο στη Γεωργία, τον … προέβλεψε (!!!), από τις στήλες της Ιντερνάσιοναλ Χέραλντ Τρίμπιουν. Τέτοια οξυδέρκεια!
Καμιά φάκα δεν θάπιανε ποντίκια, αν δεν είχε και κάποιο τυρί. Στην τωρινή περίπτωση, το “τυρί” που μας προτείνουν είναι η σύμπηξη μιας στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ κατά της Τουρκίας. Είναι όμως καλό αυτό το τυρί, ή μήπως είναι δηλητηριασμένο και πεθάνουμε αν το φάμε;

Ο ΑΞΟΝΑΣ ΜΕ ΤΟ ΙΣΡΑΗΛ ΚΑΙ Η ΚΛΗΡΟΝΟΜΙΑ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ
Η τελευταία “μεγάλη ιδέα” που διατρέχει το ελληνικό εκσυγχρονιστικό κατεστημένο, αλλά επίσης σημαντικούς κύκλους της ελληνικής και κυπριακής δεξιάς και ακροδεξιάς, είναι η σύμπηξη μιας συμμαχίας με το “πανίσχυρο” Ισραήλ, που θα μας λύσει όλα τα προβλήματα με την Τουρκία! Mόνο που βέβαια ουδέποτε οι ευφάνταστοι προπαγανδιστές αυτής της ιδέας δεν μπορούν να αποδείξουν τον ισχυρισμό τους, να μας δείξουν δηλαδή τα ανταλλάγματα που παίρνει η Ελλάδα για την πολιτική της.
Πολύ ωραία. Επί μιάμισυ δεκαετία, το νέο, εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ υποστήριξε ότι η λύση των εθνικών προβλημάτων μας είναι να τα βρούμε με την Τουρκία κι ότι η άνοδος των ισλαμιστών του Ερντογάν, εις βάρος των κεμαλιστών, θα οδηγούσε σε αδιατάρακτη φιλία, ειρήνη και συνεργασία Ελλάδα και Τουρκία. Στη βάση αυτού του θεωρήματος, το κυβερνών νέο ΠΑΣΟΚ μεταξύ άλλων:
α) συμμετείχε σε ένα μεγάλο, διεθνές πολιτικό έγκλημα, την σύλληψη και παράδοση του ηγέτη της κουρδικής επανάστασης στην Τουρκία, υπό την άμεση καθοδήγηση των αμερικανικών και ισραηλινών μυστικών υπηρεσιών,
β) αναγνώρισε υπό την πίεση Ολμπράιτ ζωτικά συμφέροντα στο Αιγαίο στην ‘Αγκυρα,
γ) υποχρέωσε την Κύπρο να ακυρώσει την αγορά ρωσικών αντιαεροπορικών όπλων,
δ) υποστήριξε ενθουσιωδώς την ένταξη στην ΕΕ της απειλούσης στο Αιγαίο και κατέχουσας στην Κύπρο Τουρκίας.

Η πολιτική αυτή κατέληξε στη σύνταξη του σχεδίου Ανάν, που προέβλεπε τη διάλυση του κυπριακού κράτους και τη μετατροπή του σε είδος μεταμοντέρνου προτεκτοράτου, υπό τη διοίκηση ξένων δικαστών. Τις βασικές ιδέες για τη δομή αυτού του σχεδίου εισηγούνται για πρώτη φορά οι Ισραηλινοί ειδικοί που συμμετέχουν σε ειδικό φόρουμ για τα ελληνοτουρκικά που συνέρχεται τρεις φορές το 2001, στην Ουάσιγκτον, την Αθήνα και το Ισραήλ, οργανωμένο από το ίδρυμα Κόκκαλη. Η βασική ιδέα των Ισραηλινών ήταν, υπογραμμίζει ο Καθηγητής Διεθνούς Πολιτικής στο Πάντειο Αλέξανδρος Κούτσης, που συμμετείχε σε ένα από αυτά τα συνέδρια, το πώς, δια των ρυθμίσεων του σχεδίου θα κρατήσουν υπό δυτικό-ισραηλινό έλεγχο την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου αποτρέποντας την είσοδο τρίτων δυνάμεων.
Είναι λοιπόν δυνατό οι ‘Eλληνες πολιτικοί που, αποδεχόμενοι τις εισηγήσεις και συμβουλές αυτές, έκαναν και μέχρι τώρα κάνουν αυτή την πολιτική φιλίας και συμφιλίωσης με τους ισλαμιστές του Ερντογάν, να μας λένε τώρα ξαφνικά ότι θέλουν να κάνουν συμμαχία με το Ισραήλ εναντίον του Ερντογάν; Είναι αυτό εθνική πολιτική, ή είναι, αντίθετα, εθνική προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες ανάγκες του αμερικανοεβραϊκού κατεστημένου της Ουάσιγκτον; Που το 2001 ήθελε να στηρίξει τον Ερντογάν και την ελληνοτουρκική φιλία, ενώ τώρα θέλει να στριμώξει τον Ερντογάν και δια της Ελλάδος. ‘Exουν την παραμικρή σχέση με οποιαδήποτε ελληνική, εθνική στρατηγική, αυτές οι επιλογές;
Ασφαλώς δεν μπορεί η Ελλάδα να είναι πιο παλαιστίνια από τους παλαιστινίους. Μια εξισορρόπηση της μεσανατολικής της πολιτικής επιβαλλόταν εδώ και πολύ καιρό. Αλλά αυτό που έγινε μετά το 1996 δεν ήταν εξισορρόπηση, ήταν η επιστροφή της ελληνικής ελίτ από τη σχετική ανεξαρτησία του Ανδρέα Παπανδρέου στη “συνήθη” κατάσταση υποτέλειας και εξάρτησης προς τις ΗΠΑ, το Ισραήλ και τις Βρυξέλλες, η επιστροφή στα γνωστά “φαναριώτικα” ρεφλέξ του συμβιβασμού και του κατευνασμού κάθε αφεντικού, ρεφλέξ που διαφοροποιούν τις ελίτ του πρώην οθωμανικού χώρου, από τις γνήσια ευρωπαϊκές, κυρίαρχες ελίτ.
Επί Κώστα Καραμανλή, η ελληνοισραηλινή συνεργασία παίρνει ποιοτικά ανώτερο χαρακτήρα, με τη μυστική συμφωνία που επέτρεπε στην ισραηλινή αεροπορία να πραγματοποιεί ασκήσεις προσομοίωσης βομβαρδισμού του Ιράν στον ελληνικό χώρο δοκιμάζοντας μάλιστα τα ρωσικά αντιαεροπορικά ΤΟΡ και Ες 300 που διαθέτουμε. Το κέρδος του Ισραήλ από τη συνεργασία ήταν κολοσσιαίο. Κανείς αντίθετα, δεν εξήγησε ποτέ τι κέρδισε η Ελλάδα από αυτή την ιστορία, εκτός του να αρχίσει να μπαίνει στο “κάδρο” του μουσουλμανικού κόσμου ως εχθρική χώρα. Στη διετία που μεσολάβησε από τις πρώτες ασκήσεις των Ισραηλινών στο Αιγαίο, οι τελευταίοι παρέδωσαν στην Τουρκία τηλεκατευθυνόμενα αεροσκάφη, πολύ επικίνδυνα για τα ελληνικά νησιά!
Βεβαίως κάθε χώρα έχει ανάγκη συμμάχων. Γιατί όμως Αθήνα και Λευκωσία απέρριψαν διαρρήδην τις προσπάθειες Βιλπέν, Σαρκοζί, Μέρκελ και άλλων να προτάξουν τα ελληνικού και κυπριακού ενδιαφέροντος θέματα για να αρθρώσουν το όχι που θέλουν να πουν στην τουρκική ένταξη; Να μια πολύ πιο φυσιολογική συμμαχία, με τις κεντρικές ευρωπαϊκές δυνάμεις, που δεν τη θέλει όμως η Ελλάδα και η Κύπρος! ‘Oπως δεν θέλει και πολλά πάρε-δώσε με τη Ρωσία του Πούτιν, πολύ πιο φυσιολογικό σύμμαχο της Ελλάδας.
Μας λένε ότι τι αμερικανοϊσραηλίνό λόμπυ θα κινητοποιηθεί τώρα υπέρ των εθνικών μας δικαίων. Μάλιστα.
Εχουν όμως εθνικές επιδιώξεις η Ελλάδα και η Κύπρος, για να έχει νόημα αυτή η κινητοποίηση;
Η Αθήνα θέλει να ρωτήσει τη Χάγη αν είναι ελληνικό το Φαρμακονήσι και το Αγαθονήσι.
Ο κ. Χριστόφιας προτείνει ένα εκ περιτροπής κράτος στο νησί, που απορρίπτουν τα υπόλοιπα κόμματα και ο πληθυσμός του!
Χρειαζόμαστε πραγματικά συμμάχους για τέτοιους είδους επιδιώξεις;
Υπάρχουν βεβαίως και διάφοροι ανεγκέφαλοι, που προφητεύουν κάθε τόσο ότι είμαστε στα πρόθυρα της διάλυσης της Τουρκίας, με τη βοήθεια ασφαλώς της συμμαχίας με το Ισραήλ. Αυτό που έχει σίγουρα διαλυθεί εδώ και πολύ καιρό είναι το μυαλό μας και οποιοδήποτε εθνικό σχέδιο, γι' αυτό και καταλήξαμε πρόσφατα στην αγκάλη του ΔΝΤ.
Ας δοκιμάσουμε όμως προς στιγμήν να πάρουμε στα σοβαρά τα λεγόμενα.
Αν αύριο, επιστρέψουν στην εξουσία οι κεμαλιστές, και τα ξαναφτιάξουν με το Ισραήλ, τι θα κάνουν οι Ναπολέοντες και οι Μέτερνιχ;
Αν στο μεταξύ ο Ερντογάν με το κύρος που τώρα διαθέτει στον μουσουλμανικό κόσμο πείσει είκοσι ή τριάντα χώρες να αναγνωρίσουν την ΤΔΒΚ, τι θα κάνουν τότε οι κουτοπόνηροι, ιδιοτελείς φωστήρες της Λευκωσίας;
Αν αντίθετα, ο μουσουλμανικός κόσμος πιάσει φωτιά και γίνει η Τουρκία Ιράν, θα επιθυμούσαμε να είμαστε στην πρώτη γραμμή μιας τέτοιας σύγκρουσης;
Ρωτήστε τους οπαδούς του ελληνοϊσραηλινού άξονα και περιμένετε απαντήσεις.
Δεν υπάρχουν.
Δεν υπάρχει καμιά συζήτηση, υπάρχει μόνο πρωτογονισμός και ιδιοτέλεια, υπάρχει η έλξη της δύναμης και η συνήθεια της υποτέλειας.
Ο γράφων δεν έχει καμία αντίρρηση για την ανάπτυξη των ελληνοισραηλινών σχέσεων, αρκεί να μην είναι λεόντεια η βάση τους, να είναι ισορροπημένες και να μη διαταράσσουν βάναυσα την διεθνή εικόνα και ακτινοβολία της Ελλάδας.
Γιατί εκτός από τον ρεαλισμό της δύναμης, υπάρχει επίσης στη διεθνή πολιτική η δύναμη της ηθικής και η σοφία της ιστορίας, αλλοιώς οι Αμερικανοί θα κέρδιζαν, δεν θα έφευγαν ντροπιασμένοι από το Βιετνάμ, το Ιράκ, το Αφγανιστάν αύριο. Οι ‘Eλληνες δεν είμαστε Σταυροφόροι, ζούμε χιλιάδες χρόνια εδώ και θέλουμε να ζήσουμε άλλα τόσα. Δεν μπορούμε να αντέξουμε τη συσπείρωση πίσω από την Τουρκία όλου του Ισλάμ και αυτό θα καταφέρουμε στο τέλος όπως πάμε κι αφού θα έχουμε διασπαθίσει όλο το τεράστιο αυτό κεφάλαιο που δημιούργησε ιδίως ο Ανδρέας Παπανδρέου με την πολιτική του, μια πολιτική που μιμείται τώρα ο Ταγίπ Ερντογάν!
Αλλά δεν ήταν μόνο ο Ανδρέας. Αν υπάρχει ένα ζήτημα που συσπείρωσε τους περισσότερους Ελληνες πολιτικούς, πολύ διαφορετικούς κατά τα άλλα μεταξύ τους, ήταν η ανάγκη εξισορρόπησης, καλών σχέσεων με τον αραβομουσουλμανικό κόσμο. Καραμανλής, Γρίβας, Μακάριος, Λυσσαρίδης, Μιχάλης Ράπτης, ακόμα και ο Γεώργιος Παπαδόπουλος κατάλαβαν, ένοιωσαν τη σημασία του αραβικού κόσμου, κατάλαβαν ότι για την Ελλάδα η Ανατολή είναι η πολιτιστική ενδοχώρα της, η ήπια ισχύς της, το δικό της στρατηγικό βάθος.
Δεν έχουμε πυραύλους, δεν είμαστε δισεκατομμύρια, δεν έχουμε υψηλή τεχνολογία. Είμαστε όμως η χώρα του Παρθενώνα και του Περικλή, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη, του Πρωταγόρα, που γέννησε την ελευθερία και τη δημοκρατία, ο λαός του 1821, του 1941-44, του 1955-59. Αυτό είναι το κεφάλαιό μας και καλό είναι, στα πλαίσια ασφαλώς κάποιου ρεαλισμού που η ζώη επιβάλλει, να κυττάμε να μη το βρωμίσουμε, να το παραδώσουμε αλώβητο στις επόμενες γεννιές των Ελλήνων
Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Eπίκαιρα, στις 12.8.2010
Konstantakopoulos.blogspot.com.


Read more: http://infognomonpolitics.blogspot.com/2010/08/blog-post_8104.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+InfognomonPolitics+%28InfognomonPolitics%29#ixzz0xAbEoEd0

Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Η Ν.Α.Ευρώπη και ο ελληνικός κόσμος. Μια ερμηνευτική πρόταση


Γ. Κοντογιώργης,
Η Ν.Α. Ευρώπη και ο ελληνικός κόσμος. Μια ερμηνευτική πρόταση

1. Το ερμηνευτικό σχήμα με το οποίο επιχειρείται να προσεγγισθεί ο χώρος της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης είναι εκείνο που συγκρότησε η δυτικο-ευρωπαϊκή διανόηση και αφορά στην εξέλιξη της «Δύσης». Το σχήμα αυτό θα αναχθεί εντέλει σε καθολικό ενδείκτη της εξέλιξης του νεότερου κόσμου, γνωσιολογική συνιστώσα για το παρελθόν και μέτρο «προοδευτικής» ή «παραδοσιακής» ταξινόμησης του κοινωνικού γεγονότος. Στο μέτρο που, στο πλαίσιο αυτό, η Εσπερία εγγράφεται στη διαδικασία της εξέλιξης ως πρωτοπορία, ο υπόλοιπος κόσμος, συμπεριλαμβανομένης και της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης, ταξινομείται ως η «περιφέρειά» της.
Η επιλογή αυτή εγείρει μείζονα γνωσιολογικά και μεθοδολογικά ζητήματα. Πρώτον, δεν εξηγεί γιατί η ιστορική διαδρομή των χωρών της περιοχής υπήρξε διαφορετική από εκείνη της δυτικής Ευρώπης και κατά τι. Δεύτερον, και σε ό,τι αφορά στη δυτική Ευρώπη, το ερμηνευτικό επιχείρημα της νεοτερικότητας, στο μέτρο που δεν τεκμηριώνει την αξίωσή του να κατέχει μια καθολική αξιακή θέση στο ιστορικό γίγνεσθαι, είναι αυθαίρετο και, οπωσδήποτε, ιδεολογικά διατεταγμένο.
Ποιά είναι η νεοτερική εκδοχή της ιστορίας; Είναι εθνοκεντρική, εδράζεται στην προσέγγιση της πολιτικής υπό το πρίσμα της ισχύος και, κατ’ επέκταση, στην ταυτοποίηση του κόσμου με όρους ηγεμονίας. Με διαφορετική διατύπωση, η αδυναμία του ερμηνευτικού αυτού σχήματος έγκειται στο ότι ανάγει την πρωτο-ανθρωποκεντρική γνωσιολογία σε μέτρο αξιολόγησης της τε δεσποτείας και της καθόλου ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης. Η εισαγωγή της εθνοκεντρικής λογικής – και συγκεκριμένα του τρόπου συγκρότησης της θεμελιώδους κοσμοσυστημικής κοινωνίας της εποχής μας – ως παραμέτρου της εν γένει ιστορίας, συντελεί ώστε το παρελθόν να αποδομείται από τα συστατικά του χαρακτηριστικά, προβάλλοντας σ’ αυτό το παρόν ή την ανάγκη του παρόντος να τεκμηριωθεί στο παρελθόν. Το αντιφατικό, εν προκειμένω, είναι ότι ενώ το παρελθόν ιστορείται με γνώμονα το εθνοκεντρικό πρόσημο, η νεοτερική επιστήμη αρνείται την ύπαρξη του εθνικού γεγονότος πριν από τη νεότερη εποχή.
Η εθνοκεντρική οπτική της ιστορίας συνδυάζεται με το επιχείρημα της πολιτικής ηγεμονίας, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως για την τυπολογία της ιστορικής εξέλιξης. Ενώ όμως η μέχρι το τέλος της δυτικής Ρώμης ιστορία τεκμαίρεται με βάση το γνώρισμα αυτό, το Βυζαντινό κράτος καταγράφεται με γνώμονα τον δυτικο-ευρωπαϊκό κανόνα ως Μεσαίωνας και αποδομείται σύμφωνα με την εσωτερική εθνοτική πολυσημία του. Εξού και παύει να εγγράφεται ως οικουμενική κοσμόπολη, οριζόμενη ως αυτοκρατορία.
Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω προσεγγίσεις του κοινωνικού γεγονότος και της ιστόρησής του έχουν σαφώς δεσποτικό ή, στην καλύτερη περίπτωση, πρωτο-ανθρωποκεντρικό υπόβαθρο. Προσλαμβάνει τη δύναμη ως το κινούν αίτιο της ιστορίας και τις ανθρώπινες σχέσεις ως σχέσεις δύναμης. Ο ορισμός της πολιτικής ως δύναμης οδηγεί αναπόφευκτα στην «κατασκευή» της ιστορίας, με θεμέλιο την ιστορία των νικητών. Αυτό συμβαίνει ακόμη και στις περιπτώσεις που παρεισάγονται ορισμένα εναλλακτικά, υπό μίαν έννοια κριτήρια, όπως για παράδειγμα η γνώση, στην οποία η νεότερη επιστήμη αποδίδει πρωτογενείς ιδιότητες. Χαρακτηριστική είναι η ονοματοδοσία της εποχής μας: η γεωγραφία της ανθρωποκεντρικής πρωτοπορίας, που αποδίδει η έννοια της Δύσης, επικάλυψε ολοκληρωτικά το γεγονός του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, στο οποίο συμμετέχει, κατά το μάλλον ή ήττον, το σύνολο του πλανήτη. Ο Μαρξισμός, δεν διαφοροποιείται βασικά από την προσέγγιση αυτή, παρόλον ότι επιχείρησε να συνδυάσει την εξέλιξη με το μέτρο του «τρόπου παραγωγής», τον οποίο επιπλέον δεν φαίνεται ότι είχε την γνωσιολογική επάρκεια να κατανοήσει στην ολότητά της.
Η σχολή των Annales, ήρθε να γεφυρώσει τις δύο αυτές νεοτερικές εκδοχές της ιστορίας και, ουσιαστικά, να αποτελέσει το όχημα για την κυριαρχία της ιδέας μιας οριστικής ρήξης της νεότερης εποχής με το παρελθόν. Δεν είναι τυχαίο ότι από τη σχολή αυτή προέρχονται όλοι σχεδόν οι μεγάλοι θιασώτες του ανθρωπολογικού επιχειρήματος που επενδύει στην έννοια της «παράδοσης». Εφεξής, ό,τι δεν ανάγεται στην «κατασκευή» της νεοτερικότητας, εγγράφεται ως προ-νεοτερικό, ενοχοποιείται ως περίπου ταυτολογικά ισοδύναμο με τη δεσποτική οπισθοδρόμηση.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υφέρπει μια γραμμική αντίληψη της ιστορίας και, οπωσδήποτε, η βεβαιότητα ότι το νεότερο είναι σαφώς ανώτερο του προγενέστερου, με αποθεωτική απόληξη τη νεότερη και σύγχρονη εποχή. Η νεοτερικότητα, έτσι, από φάση της ευρωπαϊκής εξέλιξης από τη δεσποτεία στον (πρωτο-)ανθρωποκεντρισμό γίνεται, όπως είδαμε, ιδεολογία και, μάλιστα, επιστήμη με αξίωση καθολικής αναφοράς ή εφαρμογής.
Οι επιπτώσεις της αντίληψης αυτής δεν είναι απλώς ερμηνευτικές. Είναι πολυσήμαντες και διακτινώνονται σε περισσότερα επίπεδα: στην ίδια την ουσία του κοινωνικο-οικονομικού και πολιτικού γεγονότος, στην περιοδολόγηση της ιστορίας, σε καταστατικές έννοιες όπως του κράτους, του έθνους, της δημοκρατίας, της εργασίας, του κεφαλαίου, του κοινωνικού και του οικονομικού συστήματος, της εκκλησίας, του ρόλου και της σχέσης της με την πολιτεία και την κοινωνία και πολλά άλλα,.
Έχουμε επισημάνει αλλού τις σημαίνουσες αδυναμίες της προσέγγισης αυτής και τις συνέπειές της. Έχουμε, επίσης αντιτείνει την ανάγκη μιας σφαιρικής οικοδόμησης του ενγένει κοινωνικού γεγονότος που θα εναρμονίζεται με τη φύση του και μιας γνωσιολογίας που θα ορίζει τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα με βάση την καθολική της φυσιολογία.
Μέτρο για την ανασυγκρότηση αυτή της γνωσιολογίας του κοινωνικού γεγονότος αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, η ελευθερία. Η ελευθερία ή η μη ελευθερία δεν αποτελεί συμφυές γνώρισμα του ανθρώπου ούτε μεμονωμένο φαινόμενο που μπορεί να εκκολαφθεί ή να επιβιώσει στο πλαίσιο μιας και μόνο κοινωνίας. Ως φαινόμενο συναρτάται με συγκεκριμένες παραμέτρους (οικονομία, επικοινωνία κ.ά.), η ακολουθία των οποίων προϋποθέτει το καθολικό γινόμενο μιας «αυτάρκους» εδαφικής και πολυ-κοινωνικής πληθυσμιακής ολότητας. Την καθολικότητα αυτή αποκαλούμε κοσμοσύστημα.
Ώστε, η ιστορία δεν είναι ευθύγραμμη, με την έννοια ότι δεν συνέχεται με το διαμήκη άξονα του χρόνου ούτε τέμνει εγκαρσίως το κοινωνικό γεγονός ανεξαρτήτως της ιδιοσυστασίας του. Τόσο ο χρόνος όσο και το κοινωνικό γινόμενο της εξέλιξης ανάγονται στην κοσμοσυστημική τους μήτρα, η οποία διαθέτει ίδιες λογικές και συναρτήσεις. Κατά τούτο, η απόφαση για την εγγραφή του κοινωνικού φαινομένου στη μία ή στην άλλη κοσμοσυστημική κατηγορία (στη δεσποτική ή την ανθρωποκεντρική) ή σε ένα ειδικότερο εσωτερικό μορφολογικό καθεστώς, δεν είναι αποτέλεσμα διανοητικής επεξεργασίας, συνείδησης ή τύχης. Η μετάβαση στη δεσποτική ή στην ανθρωποκεντρική κατηγορία συναρτάται με τη συνδρομή και τη σύνθεση σειράς παραμέτρων, η αποκωδικοποίηση των οποίων είναι αναγκαία για την κατανόηση της εσωτερικής λογικής του κοινωνικού κόσμου και του κινούντος αιτιολογικού υπόβαθρου της ιστορίας.

2. Η πλέον σημαίνουσα κοσμοσυστημική κατηγορία είναι η ελληνική και, σε ό,τι αφορά στην εδώ εργασία, η περίοδος της ανθρωποκεντρικής οικουμένης. Η περίοδος αυτή, ιδίως δε η φάση της βυζαντινής κοσμόπολης, καταγράφεται ως κομβική, καθώς ο αναστοχασμός της είναι από μόνος του ικανός να ανατρέψει άρδην τη γνωσιολογική βάση του νεοτερικού ανθρώπου. Εστιάζουμε την προσοχή μας σε ορισμένες πτυχές της περίπτωσης αυτής που θα μας επιτρέψουν να αντιληφθούμε τη λογική συνέχεια του προβληματισμού μας. Το Βυζάντιο εγγράφεται ευθέως στο ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας που έχει ως υπόβαθρο τη θεμελιώδη κοινωνία της πόλης. Επομένως, η ταξινόμησή του στην κατηγορία του «Μεσαίωνα» και, συνακόλουθα, στο δεσποτικό κοσμοσύστημα, είναι απολύτως εσφαλμένη. Στο δεσποτικό κοσμοσύστημα περιήλθαν οι κοινωνίες της δυτικής Ρώμης, από τον 4ο αιώνα, όχι η μήτρα του ελληνικού κόσμου.
Διαπιστώνουμε μάλιστα ότι στη βυζαντινή φάση του ελληνικού κοσμοσυστήματος ολοκληρώνεται η ανθρωποκεντρική οικουμένη σε τρία τουλάχιστον επίπεδα: η μητροπολιτική πολιτεία, αποβάλει τον μονοσήμαντα μοναρχικό (όπως στους ελληνιστικούς χρόνους) και νομοκατεστημένο εξεπόψεως κοινωνικο-πολιτικής διάρθρωσης (όπως στη Ρώμη) χαρακτήρα, εναρμονιζόμενη στη λογική μιας καθαρά ανθρωποκεντρικής και μάλιστα εταιρικά διατεταγμένης κοινωνίας. Όντως ήδη από τις απαρχές του Βυζαντίου έχει ολοκληρωθεί η μετάβαση στην εταιρική οικονομία και κοινωνία και κατ’ επέκταση, η κατάργηση της ώντας εργασίας/δουλείας. Τέλος, στη διάρκεια του Βυζαντίου διευκρινίζεται η σχέση της ανθρωποκεντρικής κοινωνίας με τη νέα θρησκεία η οποία αποδίδεται με την έννοια της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού. Στη σχέση αυτή συγκαταλέγεται και η ρύθμιση της θέσης της εκκλησίας στο πλαίσιο της οικουμενικής κοσμόπολης με γνώμονα την κεφαλαιώδη αρχή των «διακριτών ρόλων».
Καταλυτική, εντούτοις, ως προς τις επιπτώσεις της θα αποδειχθεί η υπονόμευση του δεσποτικού κοσμοσυστήματος, η οποία θα επέλθει ως αποτέλεσμα της διείσδυσης σ’αυτό των παραμέτρων του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού. Η διείσδυση αυτή, που ανάγεται ήδη στην κρατοκεντρική εποχή του ελληνικού κοσμοσυστήματος, θα διακτινωθεί σταδιακά σε επάλληλους κύκλους, οι οποίοι από τον 6ο κιόλας αιώνα και μέχρι την Άλωση, θα φθάσει έως τα ακρότατα όρια του δεσποτικού κόσμου. Μαζικές μετακινήσεις ασιατικών δεσποτικών φύλων θα μετακινηθούν διαδοχικά ή σωρευτικά προς την κατεύθυνση του Βυζαντίου, τα οποία συνδυαζόμενα με τα ομόλογά τους από την ευρωπαϊκή ήπειρο, θα ασκήσουν ισχυρότατη πίεση στην ανθρωποκεντρική οικουμένη. Ο ελληνισμός για πρώτη φορά θα αποκλεισθεί από τον ιστορικό ζωτικό του χώρο και τις αγορές της Ανατολής.
Οι νέες αυτές πραγματικότητες θα υποχρεώσουν το Βυζάντιο να αναπροσαρμόσει το στρατηγικό του προσανατολισμό. Θα στραφεί προς Βορράν προκειμένου να δημιουργήσει νέες αγορές στις χώρες των σλάβων και των σκανδιναβών, διαμέσου των ποταμίων γραμμών επικοινωνίας, και θα επανέλθει στη δυτική παρειά της ρωμαϊκής επικράτειας.
Ώστε, η ευρωπαϊκή ήπειρος γίνεται ο νέος ζωτικός οικονομικός χώρος της βυζαντινής οικουμένης, με τη μορφή της εξωτερικής περιφέρειας. Η Ευρώπη με τον τρόπο αυτό ενοποιείται για πρώτη φορά πολιτισμικά. Συγχρόνως όμως το Βυζάντιο δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας αφύπνισης των λαών της, οι οποίοι αναπόφευκτα θα αναπτύξουν απέναντί του μια λεηλατικής φύσεως πολιτική συμπεριφορά. Η συμπεριφορά αυτή, που προσιδιάζει ακριβώς στη λογική της εξωτερικής περιφέρειας του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος δεν υπήρξε πρωτόγνωρη. Αντιθέτως αποτέλεσε τη σταθερά του καθόλου βίου του ελληνισμού.
Από την άλλη, η εγγραφή της Ευρώπης ως ζωτικής περιφέρειας του ελληνικού κοσμοσυστήματος θα θέσει τις βάσεις για τη διαίρεσή της. Διότι η μεν σλαβική Ευρώπη θα ενσωματωθεί πολιτισμικά με τον εκχριστιανισμό της, δεν θα προλάβει όμως να εδραιώσει, λόγω της προ-φεουδαλικής της ιδιοσυστασίας και του ελαχίστου χρόνου της ώσμωσής της με αυτό, το πραγματολογικό υπόβαθρο της ανθρωποκεντρικής οικουμένης: το σύστημα των κοινών, τις συντεχνίες, τη χρηματιστική οικονομία και φυσικά την ελληνική γραμματεία. Η δε δυτική Ευρώπη, με αφετηρία την Ιταλία που ενσωματώθηκε στο Βυζάντιο δίκην εσωτερικής περιφέρειας, θα εισπράξει από αυτό τις ανθρωποκεντρικές συνιστώσες του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Η διαφορά αυτή, ως προς το περιεχόμενο της ανθρωποκεντρικής ενσωμάτωσης των κοινωνιών της Ευρώπης, θα έχει κοσμοϊστορικές συνέπειες για την εξέλιξη.
Πριν όμως μπούμε στο κεφάλαιο αυτό είναι χρήσιμο να δούμε, ενολίγοις, τα ίδια χαρακτηριστικά του Βυζαντίου: τι αντιπροσωπεύει δηλαδή ως φάση του ελληνικού κοσμοσυστήματος και, συνεπώς, πώς διαμορφώνεται η σχέση κέντρου- περιφέρειας με την Ευρώπη, που μας ενδιαφέρει ειδικότερα εδώ, ιδίως σε ό,τι αφορά στη νοτιο-ανατολική παρειά της.
(α) Το Βυζάντιο εγγράφεται στην τροχιά της μετα-κρατοκεντρικής ή οικουμενικής περιόδου του ελληνικού κοσμοσυστήματος, συγκροτεί μια οικουμενική κοσμόπολη. Συνδυάζει ως κοσμοπολιτεία τη θεμελιώδη κοινωνία της πόλης/κοινού με τη μητρόπολη. Η πόλη/κοινό κατέχει το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών αρμοδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένης και της δημοσιονομικής. Είναι επιφορτισμένη με τις εξωτερικές της σχέσεις και την ασφάλεια της περιοχής, πλην του δικαιώματος να επικαλείται το οπλικό επιχείρημα στις διαπολεοτικές σχέσεις ή να αμφισβητεί την επικράτεια της οικουμενικής κοσμόπολης. Επιπλέον, εκπληρώνει τις λειτουργίες που συνάπτονται με την κεντρική πολιτεία (δημοσιονομική, στρατιωτική κ.ά.). Διαθέτει τέλος αποκλειστικό δικαίωμα ως προς την πολιτειακή της (αυτο-)συγκρότηση.
(β) Αντιπροσωπεύει, όπως είδαμε, την πλέον ολοκληρωμένη ανθρωποκεντρική εκδοχή μητροπολιτικής πολιτείας. Υπερέχει, επομένως, της ελληνιστικής μητροπολιτικής εξουσίας που είναι μονοσήμαντα μοναρχική και κληρονομική, και εξίσου της ρωμαϊκής, η οποία εδράζεται στη λογική της νομοκατεστημένης δεσποτείας. Η Κωνσταντινούπολη είναι μία εξολοκλήρου ανθρωποκεντρική πόλις. Ο μονάρχης είναι αιρετός βασιλεύς, ασκεί ευρείες κυβερνητικές και νομοθετικές αρμοδιότητες, υπόκειται όμως στον έλεγχο άλλων θεσμικών φορέων όπως η Σύγκλητος και ιδίως του δήμου από τον οποίο αντλεί νομιμοποίηση. Πολιτεύεται όχι για το δικό του αλλά για το κοινό συμφέρον. Η μητρόπολη ενσαρκώνει την κεντρική πολιτεία όχι ο Βασιλεύς. Η εκκλησία υπόκειται στην αρχή των διακριτών ρόλων που επιφυλάσσει στην πολιτεία (της Μητρόπολης και του κοινού) την καθολική πολιτική αρμοδιότητα και εστιάζει τη λειτουργία της στο ναό και στα της θρησκείας. Το ερώτημα πώς συνέβη μια απολύτως ανθρωποκεντρική οικουμενική κοσμόπολη της οποίας η λογική εδράζεται στην αρχή της ελεύθερης πολιτειακής αυτοθέσμισης του παντός, να υιοθετεί και να εμμένει στην ενιαία σκέψη του χριστιανικού δόγματος, είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα που διαφεύγει του αντικειμένου του παρόντος. Δεν μεταβάλει όμως, αυτό καθεαυτό, τη φυσιογνωμία του Βυζαντίου που σκιαγραφήσαμε ανωτέρω.
(γ) Το Βυζάντιο ως οικουμενική κοσμόπολη δεν είναι αυτοκρατορία. Η έννοια της αυτοκρατορίας ανάγεται βασικά σε μια φάση της εξέλιξης που τοποθετείται στο μεταίχμιο μεταξύ δεσποτείας και ανθρωποκεντρισμού. Το Βυζάντιο, αντιθέτως, δηλαδή η οικουμενική κοσμόπολη στοιχειοθετεί μετα-κρατοκεντρικό ανθρωποκεντρικό στάδιο με πολιτικό πρόσημο την κοσμοπολιτεία. Η κοσμοπολιτεία ορίζεται ως το αρθρωτικό γινόμενο του συστήματος των πόλεων/κοινών και της μητρόπολης, το οποίο εκπορεύεται από την οικουμενική ιδιοσυστασία της χρηματιστικής οικονομίας και κοινωνίας. Η φάση αυτή του ανθρωποκεντρισμού έχει ως πρόσημο την εταιρική οργάνωση της σχέσης κεφαλαίου/εργοδοσίας και εργασίας, συγκροτείται δε με γνώμονα την πολυ-πρισματική και πολυ-πολιτειακή συνάφεια της καθολικής ελευθερίας.
Η ιδιαίτερη αυτή φύση της βυζαντινής οικουμενικής κοσμόπολης παρουσιάζει ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον που είναι εμφανές στο ζήτημα της οικονομίας: Η αστική τάξη είναι οικουμενική όχι «κρατοκεντρική». Η διαφορά είναι κεφαλαιώδης: η μια, αναφέρεται σε μια α-συνοριακή και δη μετα-κρατοκεντρικής λογικής αστική τάξη. Η άλλη αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της εντός του θεμελιώδους κράτους ή με αφετηρία την πολεοτική/κρατική της ρίζα. Επιπλέον, στην ανθρωποκεντρική αυτή φάση, η σχέση της αστικής τάξης με την εργασία δομείται σε εταιρικές βάσεις. Το σύστημα αυτό υπερβαίνει, εξεπόψεως ολοκλήρωσης, εκείνο της πρωτο-ανθρωποκεντρικής εποχής, το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία. Η συνάντηση της εργασίας με το κεφάλαιο γίνεται όχι στη βάση της εξαρτημένης εργασίας αλλά κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η κοινωνική ελευθερία.
Ώστε, στο μέτρο που η πόλη/κοινό διαπιστώνεται αδιαμφισβήτητα ότι διατηρεί τις πολιτείες της κρατοκεντρικής/κλασικής περιόδου, καταρρίπτεται και το επιχείρημα της νεοτερικότητας ότι, η δημοκρατία έγινε εφικτή μόνο χάση στο καθεστώς της (ώνιας) δουλείας.
Τα ανωτέρω χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού, θα τα εξαγάγει το Βυζάντιο, ως κέντρο της οικουμένης, στη νέα ζωτική του περιφέρεια. Η διαφοροποίηση, ωστόσο, που ήδη διαπιστώσαμε, ως προς την «αντιληπτική» ικανότητα καθεμίας από τις κοινωνικές περιοχές της ευρωπαϊκής περιφέρειας θα επιδράσει ως καταλύτης στις εξελίξεις. Η ρωσική περιφέρεια θα συγκροτηθεί εντέλει ως κρατική δεσποτεία, στην οποία θα προσκυρωθεί και η ομόλογη εκκλησία. Φυσικά, το σύστημα αυτό ουδεμία σχέση έχει με τη Βυζαντινή κοσμόπολη, όπως ακριβώς και η ρωσική κοινωνία, παρόλο ότι αναφέρεται στην ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού.
Στη δυτική Ευρώπη θα μετακενωθούν οι παράμετροι του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας (η χρηματιστική οικονομία, το σύστημα των κοινών, της εταιρικής εργασίας κ.α.) με περαιτέρω συνέπεια οι ανθρωποκεντρικοί θύλακες που σταδιακά θα δημιουργηθούν εκεί να αναζητήσουν στην ελληνική γραμματεία το γνωσιολογικό τους στίγμα. Είναι προφανές ότι η διαφοροποίηση αυτή της δυτικής Ευρώπης οφείλεται αφενός στην οργανική ενσωμάτωση της Ιταλίας στη βυζαντινή οικουμένη και αφετέρου στη συνάφεια τής πέραν των Άλπεων ενδοχώρας με την ιδιωτική δεσποτεία. Η τελευταία θα στεγάσει τα κύτταρα του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και θα μεταλλαχθεί, δι’αυτών, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για τη μετάβαση από τη μικρή στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα. Στις εξελίξεις αυτές σημαίνουσα θέση θα καταλάβουν οι σταυροφορίες και αργότερα οι «ανακαλύψεις», καθώς θα δημιουργήσουν στην Εσπερία μια δυναμική εξωστρέφειας και, οπωσδήποτε, την ανθρωποκεντρική κινητικότητα προς την κατεύθυνση της εδραίωσης της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας.

3. Και η οθωμανοκρατία; Η περίοδος αυτή μας ενδιαφέρει σε τρία τουλάχιστον επίπεδα: (α) τι απέγινε το ελληνικό κοσμοσύστημα μετά την Άλωση; (β) τι συνέβη με τους βαλκανικούς λαούς, σλαβικούς ή μη; (γ) που τοποθετείται το «τουρκικό» ζήτημα;
Αυτό που συνέβη με την οθωμανική κατάκτηση μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιστορικός συμβιβασμός. Οι Οθωμανοί, φορείς οι ίδιοι της κρατικής δεσποτείας, δεν κατέλυσαν τα ανθρωποκεντρικά θεμέλια του ελληνικού κοσμοσυστήματος (τις παραμέτρους του όπως τη χρηματιστική οικονομία, τη θεμελιώδη κοινωνία του κοινού κ.λπ.) και φυσικά δεν μετέβαλαν τις κοινωνίες του σε φεουδαλικές. Επικάθισαν επ’ αυτού και το διαχειρίστηκαν αναλόγως. Εγκατέστησαν όμως τη δεσποτική λογική σε ορισμένες λειτουργίες του κεντρικού κράτους. Προφανώς το δεσποτικό επιχείρημα της ιδιοκτησίας του σουλτάνου επί της επικράτειας ήταν το μόνο ικανό να αιτιολογήσει την αξίωσή του στην είσπραξη της προσδοκόμενης υπεραξίας από τον πληθυσμό. Στο πλαίσιο του «συμβιβασμού» αυτού η Πύλη κράτησε την «ψιλή κυριότητα» άφησε όμως το εμπράγματο δικαίωμα της νομής (και της επικαρπίας) στους υπηκόους.
Πέραν αυτού, ωστόσο, η οθωμανική εξουσία ανέλαβε να διεκπεραιώσει όλες τις λειτουργίες του Βυζαντινού κράτους και εφήρμοσε κατά το ουσιώδες το σχήμα της σχέσης μεταξύ κεντρικού συστήματος και συστήματος των πόλεων/κοινών. Δεν υπεισήλθε καν στη δημοσιονομική αρμοδιότητα, ούτε στα εσωτερικά των κοινών. Τα τελευταία διατήρησαν το κεκτημένο της αυτονομίας στο ζήτημα της πολιτειακής τους αυτοθέσμισης, αυτά δε εκπροσωπούνταν στο κέντρο, όχι το κέντρο σ’ αυτά. Η σχέση εργασίας και κεφαλαίου παρέμεινε εξολοκλήρου ανθρωποκεντρική και μάλιστα εταιρική. Πράγμα που όχι μόνο αποκλείει κάθε υπόνοια φεουδαλικής ή ευρύτερα δεσποτικής οπισθοδρόμησης της κοινωνίας, αλλά και επιβεβαιώνει την εμμονή της στη λογική της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι εκεί όπου η πολιτεία είναι επίσης δημοκρατική, το πολίτευμά της προσιδιάζει κατά ομοθετικό τρόπο με το προηγούμενο της περιόδου της οικουμένης και, οπωσδήποτε, της κλασικής κρατοκεντρικής εποχής. Αξίζει να σταθεί ειδικότερα κανείς στην επισήμανση αυτή καθώς η νεοτερική κοινωνική επιστήμη μην έχοντας επίγνωση της καταστατικής διαφοράς που υπάρχει μεταξύ του κοινού ως της θεμελιώδους κοινωνίας του ελληνικού κοσμοσυστήματος και της κοινότητας, ως της συστατικής υπο-κοινωνίας του δεσποτικού πεδίου – εν προκειμένω του φέουδου – εκλαμβάνει το πρώτο ως τον αποδεικτικό καταλύτη της φεουδαλικής δομής του ελληνικού κόσμου της οθωμανοκρατίας και, μάλιστα, του Βυζαντίου. Εν κατακλείδι, η οθωμανική κατάκτηση ενίσχυσε την αυτονομία των κοινών, η οποία εμφανίζει μια ιδίαν δυναμική από το 1204 και εντεύθεν.
Συγχρόνως, όμως με την οθωμανική κατάκτηση, διευρύνεται και η πολιτισμική, οικονομική και, υπό μία έννοια, πολιτική επιρροή του ελληνικού κοσμοσυστήματος πάνω στους ορθόδοξους πληθυσμούς της επικράτειας. Οι οθωμανοί, ενοποιώντας πολιτικά τον ελληνικό ζωτικό χώρο συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάληψη από τον ελληνισμό της πρωτοβουλίας των κινήσεων. Κατά τούτο, το σοκ της κατάκτησης δεν θα κρατήσει πολύ. Η νέα πολυσήμαντη απογείωση των ελληνικών κοινωνιών θα σηματοδοτήσει μια καινούρια περίοδο για το ελληνικό κοσμοσύστημα. Η ελληνική οικουμενική αστική τάξη κυριαρχεί στην οθωμανική επικράτεια, διευρύνοντας την επιρροή της και πέραν αυτής. Καλλιεργείται ξανά η ιδέα του γένους, η ιδεολογία του έθνους – κοσμοσυστήματος, που στεγάζει όλες τις εθνοτικές ή άλλης αναφοράς πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. Το τρίπολο γένος, πολιτισμικά ετερότητα και πολιτειακοί πατριωτισμοί, καλείται να διαχειριστεί το σύστημα των κοινών, υπό την αιγίδα του Φαναρίου, το οποίο καλυπτόμενο από το τυπικό της εκκλησίας, επενδύεται πράγματι τη μητρόπολη πολιτεία της ελληνικής οικουμένης.
Στο πλαίσιο αυτό, ο χώρος των κοινών ανασυγκροτείται και αναλαμβάνει την υποστήριξη της παιδείας, επιζητώντας να καλύψει το κενό που άφησε η απώλεια του πολιτειακού κέντρου. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί επίσης ότι εκεί όπου εκτείνεται το ελληνικό κοσμοσύστημα, εν προκειμένω στους παραστάτες της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού, ευδοκιμούν οι θεμελιώδεις θεσμοί του, τα κοινά και οι συντεχνίες. Δεν όλοι οι ορθόδοξοι πληθυσμοί που μετέχουν των συστημάτων αυτών καθώς και ορισμένοι, ακόμη και στο πλαίσιο της οθωμανικής επικράτειας, υπάγονται μάλλον στο κατά το μάλλον ή ήττον δεσποτικό καθεστώς. Όμως, όπου οι πληθυσμοί εξισλαμίζονται το ελληνικό σύστημα υποχωρεί και συνήθως εξαλείφεται.
Από την άλλη, οι ορθόδοξοι πληθυσμοί που ενσωματώνονται, ιδίως ως έμποροι, ως κλήρος, ως συντεχνίτες ή λόγιοι στο ελληνικό σύστημα εγγράφονται συγχρόνως και στον έλληνα λόγο. Η διαλεκτική αυτή σχέση μεταξύ των παραμέτρων του ελληνικού κοσμοσυστήματος και του έλληνα λόγου, που αποτέλεσε καθολικό φαινόμενο έως το τέλος των ελληνιστικών χρόνων και, οπωσδήποτε, κυρίαρχη πραγματικότητα στην ανατολική παρειά της ρωμαϊκής επικράτειας, συνδυάστηκε στο Βυζάντιο με την ορθοδοξία. Ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού και, έλληνας λόγος, αν και δεν αποτέλεσαν οργανική ενότητα, αφού άλλωστε η Βυζαντινή κοσμόπολη δεν διέθετε μετά από μια ορισμένη στιγμή την οικουμενική επιφάνεια να διαχειριστεί τη σχέση. Όμως, στην περιοχή της φαναριωτικής «επικράτειας», εκεί όπου εκτεινόταν η αρμοδιότητα του οικουμενικού πατριαρχείου, διαπιστώνεται μια συνέπεια στη σχέση αυτή, η οποία πρέπει ασφαλώς να αποδοθεί στην πολυσήμαντη ηγετική παρουσία του ιδίου του ελληνισμού και των παραμέτρων του συστήματός του.
Η καθολική αυτή κυριαρχία του ελληνικού κοσμοσυστήματος και του έλληνα λόγου στη ζωτική του περιοχή είναι εμφανής σε δύο επίπεδα. Το πρώτο, προκύπτει μέσα από το έργο των ελλήνων διανοητών, οι οποίοι μολονότι βρίσκονται σε άμεσο διάλογο με τη δυτική Αναγέννηση και το Διαφωτισμό θα κινηθούν και μάλιστα θα επεξεργαστούν ένα σώμα ιδεών για την κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική με άμεση αναγωγή στην οικουμενική κοσμόπολη (εν οις και στο σύστημα των κοινών και της εταιρικής οικονομίας και κοινωνίας) και στο έθνος κοσμοσύστημα.
Η περίπτωση του Ρήγα είναι χαρακτηριστική. Στο σχήμα των ιδεών του δεν υπεισέρχεται ούτε η προβληματική της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, όπως στο σύνολο των διανοητών της Εσπερίας (από τον Μοντεσκέ έως τους νεότερους), ούτε η προοπτική του κράτους – έθνους. Ο Ρήγας διαλογίζεται με αποκλειστικό γνώμονα την οικουμενική κοσμόπολη, δηλαδή στη βάση μιας μετα-κρατοκεντρικής ανθρωποκεντρικής θεμελίωσης του κοινωνικού ιστού, και άρα σε πλήρη αρμονία με τη φάση που βίωνε ο ελληνικός κόσμος της εποχής. Πυρήνας της σκέψης του δεν είναι η κατάλυσή της αλλά η απόσειση των στρεβλώσεων που προκαλούσε η πολιτική περιουσία του οθωμανού δεσπότη και φυσικά του καθεστώτος της κατάκτησης.
Ήδη όμως διαπιστώνεται ότι, παρά τον σημαίνοντα ρόλο που αναλαμβάνει η εκκλησία κατά την περίοδο της κατάκτησης, ο εσωτερικός ιδεολογικός δυισμός που εγκαθίσταται στον ελληνικό κόσμο με την άνοδο του χριστιανισμού, δεν εκλείπει. Το δίλημμα εάν συνεκτική ιδεολογία της ελληνικής οικουμένης θα αποτελέσει η ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού, η ορθοδοξία που στεγάζει το οικουμενικό πατριαρχείο, ή ο καθαρός έλληνας λόγος θα συνεχίσει να αποτελεί μια σημαίνουσα σταθερά. Συγχρόνως, επισημαίνεται μια άλλης τάξεως διαφοροποίηση που συνάπτεται με τη θέση του οθωμανού κατακτητή στην υπόθεση της ανασυγκρότησης της οικουμενικής κοσμόπολης. Ο Ρήγας στο πρόταγμά του για την «Ελληνική δημοκρατία» εγγράφει σ’ αυτήν και τους Τούρκους. Ο Νεόφυτος Δούκας ωστόσο επιφυλάσσει την ελληνική οικουμένη μόνο για τους θιασώτες της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού. Καθώς εισερχόμεθα, μάλιστα, στον 19ο αιώνα η συζήτηση για τη συνεκτίμηση ή μη των Τούρκων στη νέα κοσμόπολη διατηρεί την επικαιρότητά της συγχρόνως με την προβληματική για τον τρόπο της μετάβασης: με όχημα τη διαδοχή ή την επανάσταση;
Το δεύτερο επίπεδο της συνάντησης του έλληνα λόγου με το ελληνικό κοσμοσύστημα διέρχεται από το σύστημα της ομόλογης παιδείας. Διαπιστώνουμε ότι το οθωμανικό σύστημα ως δεσποτικό δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της παιδείας και, μάλιστα, της εκπαίδευσης. Το ανέλαβε εξ ολοκλήρου το ελληνικό κοινό, το οποίο ακολούθησε κατά πόδας την ακτίνωση των ελληνικών κοινωνιών και της αστικής τους τάξης. Παντού όπου αναπτύσσεται το ελληνικό κοινό, συνδυάζεται με τη δημιουργία σχολείου και εκκλησίας. Οι θεσμοί αυτοί, που μαρτυρούν μια βαθιά συνείδηση συλλογικής ταυτότητας συμενούς με την ελληνική οικουμένη, λειτουργούν ως καταλύτες για τη μετάγγισή τους στους γηγενείς και τουλάχιστον ομόδοξους πληθυσμούς. Η θρησκεία για τους πληθυσμούς αυτούς που βιώνουν ένα απλώς στοιχειώδες καθεστώς κοινωνικής συγκρότησης, αποτελεί τη μαγιά της συνάντησής τους με τους ανθρωποκεντρικούς θεσμούς και τα ομόλογα ελληνικά κοινωνικά στρώματα.
Η θρησκεία, με τον τρόπο αυτό, και συγκεκριμένα η ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού, αποτελεί τον καλό αγωγό για την προσκύρωση των γηγενών πληθυσμών στο ελληνικό σύστημα και την ίδια στιγμή το σημείο της διαφοροποίησής τους με τη λατινική εκκλησία και τις χώρες που τη διακινούν ή με τον οθωμανό κατακτητή. Η ενσωμάτωση αυτή διευκολύνεται προφανώς από την πολυσημαντότητα ή μάλλον την ταυτοτική πολυνομία που διδάσκει η ελληνική οικουμένη. Το έθνος κοσμοσύστημα αποτελεί την καθολική στέγη όπου εκκολάπτονται οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και, φυσικά, η πολιτειακή αυτονομία της θεμελιώδους κοινωνίας των κοινών. Η φάση της ανθρωποκεντρικής οικουμένης τοποθετείται στον αντίποδα της πρωτο-ανθρωποκεντρικής μονο-σημίας, η οποία αντιμετωπίζει την εταιρότητα ως μείζονα απειλή για τον κοινωνικό και τον πολιτικό ηγεμόνα. Η ενσωμάτωση των ομοδόξων πληθυσμών της οθωμανικής επικράτειας στην ελληνική οικουμένη διευκολύνθηκε επομένως από τη φύση της και, συγκεκριμένα, από το γεγονός ότι στο θεμέλιο του έθνους κοσμοσυστήματος συναντώνται η ελληνική ή κοινή εκδοχή του χριστιανισμού και η πολυσημαντότητα των παραμέτρων του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Ώστε, δεν είναι η αστική τάξη που λειτουργεί ως μοναδικός καταλύτης για τη μεταπρατική μετακένωση του κεκτημένου του Διαφωτισμού όπως διατείνεται η νεοτερική ιστοριογραφία. Η αστική τάξη, επειδή είναι οικουμενική ως προς την ιδιοσυστασία της, γίνεται φορέας του ελληνικού συστήματος των κοινών, της εταιρικής εργασίας και, οπωσδήποτε, του συστήματος παιδείας που καλείται να υπηρετήσει τις ανάγκες της θεμελιώδους κοινωνίας. Το σύστημα αυτό, καθώς αναπτύσσεται στο μέσον των γηγενών τους πληθυσμών ενεργοποιεί ανθρωποκεντρικά και λειτουργεί ως ασφαλές πολιτισμικό στέγαστρο, ικανό να ανατροφοδοτήσει επίσης τις ίδιες ταυτοτικές (εθνοτικές κ.ά.) αναζητήσεις. Κατά τούτο, το μεν έθνος κοσμοσύστημα αποτέλεσε για τους πληθυσμούς αυτούς την κοινή πατρίδα, οι δε θεσμοί της ελληνικής οικουμένης το θεμέλιο υπόβαθρο της ανθρωποκεντρικής τους υποστασιοποίησης. Δι’ αυτήν εισέρχονται στο εν γένει οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι που διακινούν ήδη οι ελληνικές κοινωνίες. Υπό την έννοια αυτή, η εγγραφή τους στον έλληνα λόγο υπήρξε η προϋπόθεση και ο ενδείκτης της ανθρωποκεντρικής τους ενσωμάτωσης.
Σε ταυτοτικό επίπεδο η μη κατοχή της πολιτικής κυριαρχίας από τους έλληνες συνέβαλε τα μέγιστα ώστε να προσεγγίσουν με οικειότητα την κοινή πατρίδα, το έθνος κοσμοσύστημα καθώς το ίδιο με δεδομένο το πολυπρισματικό του περιεχόμενο, εγγυάτο την πολιτειακή εμπραγμάτωση της ετερότητας και κατ’ επέκταση το ταυτοτικό πρόσημο των συστεγασμένων πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της πατρίδας διακτινωνόταν σε περισσότερα του ενός επίπεδα: ήταν το ελληνικό έθνος κοσμοσύστημα, η εθνοτική, γεωγραφική ή άλλη αναγωγή ενός εκάστου, οπωσδήποτε το κοινό και σε ό,τι αφορά στις κοινωνικές αναφορές, η συντεχνία. Έως το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα, τις προδιαγραφές της πατρίδας δεν συμπλήρωναν ούτε το κράτος – έθνος ούτε φυσικά η οθωμανική δεσποτεία. Ιστορικά η συνολική πατρίδα συμβολίζεται με τη βασιλεύουσα πόλη, την Κωνσταντινούπολη. Ο θρήνος της Άλωσης θα αποτελέσει κοινό κτήμα των ορθοδόξων της οθωμανικής επικράτειας αλλά και των πέραν αυτής οδοιπόρων της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού.
Διαπιστώσαμε ήδη ότι το σύστημα παιδείας των κοινών κλήθηκε να αναπληρώσει σε σημαντικό βαθμό τις ανάγκες της ελληνικής ή ανθρωποκεντρικής οικουμένης με τη δημιουργία στελεχών για την οικονομία, την πολιτική, την εκκλησία αλλά και για την ικανοποίηση της συνοδού πνευματικής περιέργειας. Εξ’ ου και, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην Εσπερία έως και το 19ο ουσιαστικά αιώνα, το εκπαιδευτικό σύστημα των Ελλήνων ήταν κοσμικό, ανήκε στην αρμοδιότητα των κοινών, μαζικό και ανθρωποκεντρικά δομημένο. Η επισήμανση αυτή απαντά στο ερώτημα του γιατί της εκπαιδευτικής απογείωσης: Δεν νοείται σύστημα παιδείας στη δεσποτεία, πολλώ μάλλον μαζικό, κοσμικό και ανθρωποκεντρικά προσανατολισμένο. Η πνευματική απογείωση αποκτά μαζικά χαρακτηριστικά μόνον εκεί όπου η κοινωνία είναι ή μεταλλάσσεται σε ανθρωποκεντρική. Θα επικαλεστώ ένα μόνο παράδειγμα: Η ζωγραφική στον ελληνικό πολιτισμικό χώρο υπήρξε ένα μαζικό γεγονός που κλήθηκε να εκπληρώσει πολυσήμαντες ανάγκες του πληθυσμού. Αντιθέτως στη δυτική Ευρώπη αποτέλεσε μια «επώνυμη» διαδικασία που ανταποκρίθηκε στα άρχοντα νέο-ανθρωποκεντρικά στρώματα της εποχής.
Σε κάθε περίπτωση, ο ανθρωποκεντρισμός χρειάζεται ένα σύστημα σκέψης και λειτουργίας του συστήματός του, που διέρχεται ευρέως από τη γνώση. Αναγκαιεί το νόμισμα και τους «λογαριασμούς» που συνάπτονται με αυτό, νομοθεσία, λειτουργίες νομιμοποίησης (συμβολαιογραφικά, συμφωνητικά έγγραφα κ.λπ.) και επίλυσης των διαφορών (εφαρμοστές του δικαίου κ.ά.), θεσμούς πρόνοιας κ.ά. Από τις λειτουργίες αυτές προκύπτει και η πνευματική περιέργεια. Η παιδεία στη Δύση εντοπίζεται στους ανθρωποκεντρικούς θύλακες που, εν αντιθέσει με τις ελληνικές κοινωνίες, ο εκεί κόσμος ήταν κατά βάση δεσποτικός.
Αυτή ακριβώς η σχέση εγκαθιδρύεται ανάμεσα στις ελληνικές κοινωνίες των κοινών που φέρουν μαζί τους την ελληνική παιδεία και στους λοιπούς γηγενείς πληθυσμούς που συναντώνται στη βάση της θρησκευτικής ομοδοξίας. Τα ελληνικά κοινά, ιδίως αυτά που συμβιώνουν με τους γηγενείς πληθυσμούς λειτουργούν ως καλός αγωγός για την ανθρωποκεντρική ενσωμάτωσή τους. Η δημιουργία ανθρωποκεντρικών θυλάκων μεταξύ των ομοδόξων υπηκόων της οθωμανικής επικράτειας μετέβαλε συγχρόνως τους φορείς τους σε θιασώτες της ελληνικής παιδείας. Όταν οι έλληνες λόγιοι προτάσσουν ως μείζονα προορισμό του εκπαιδευτικού συστήματος τον «φωτισμό του Γένους» έχουν πλήρη συνείδηση του πολυσήμαντου ρόλου που καλείται να παίξει ο έλληνας λόγος: την εξυπηρέτηση των παραμέτρων του ανθρωποκεντρισμού, την πνευματική ανόρθωση των ελληνικών κοινωνιών αλλά και την ενσωμάτωση σ’ αυτήν των ομοδόξων πληθυσμών της οθωμανικής επικράτειας.
Ο Νεόφυτος Δούκας συζητά την αναγκαιότητα αυτή υπό το πρίσμα της υπεροχής του ελληνισμού επί της χριστιανοσύνης. Δεν συντάσσεται προφανώς εναντίον της θρησκείας. Εξηγεί όμως ότι η ταυτότητα του έθνους κοσμοσυστήματος οφείλει να προσεγγιστεί υπό το πρίσμα της ελληνικής και όχι της χριστιανικής παιδείας και ιδεολογίας. Αυτή μόνον είναι ικανή να λειτουργήσει ως θεμελιώδης μηχανισμός προσκύρωσης των ομοδόξων πληθυσμών στο ελληνικό γένος. Σκοπός της ελληνικής παιδείας, της παιδείας της ελληνικής οικουμένης, πρέπει να είναι «η αύξησις του γένους ημών και η επίδοσις εις την φιλοσοφίαν. Τουτέστιν η έκτασις της γλώσσης ημών καθόλην την εξουσίαν του οικουμενικού θρόνου και η σύστασις των σχολείων καθ’ όλας τας πόλεις». Πόλεις εν προκειμένω είναι τα κοινά και όχι τα αστικά κέντρα. Αναγνωρίζει ότι ήδη στις μέρες του, στο μεταίχμιο του 18ου και του 19ου αιώνα, παντού στα κοινά συναντώνται διδασκαλεία. Θέλει όμως να δει να διαμορφώνονται εξίσου σχολεία της ανώτερης και της ανώτατης εκπαίδευσης. Από την άλλη, αιτιολογεί τη χρησιμότητα από την αύξηση του γένους η οποία θα συντελεστεί στην πραγματικότητα με την οργανική επανενσωμάτωση στο ελληνικό κοσμοσύστημα και στον έλληνα λόγο των λαών που υπάγονται στη ζωτική του περιοχή: των βλάχων, των αλβανών κ.ά. Εκφράζει μάλιστα ως προς αυτό την ικανοποίησή του όταν διαπιστώνει ότι η ενσωμάτωση αυτή έχει ήδη συντελεστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό σε ό,τι αφορά στο έδαφος της Βουλγαρίας και της Μολδοβλαχίας. Ως προς την τελευταία συμφωνεί άλλωστε και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.
Εν κατακλείδι, ο νεότερος ευρωπαϊκός δυισμός - μεταξύ Ανατολής και Δύσεως – και η ιστορική ταυτότητα των λαών της Βαλκανικής συνδέεται άρρηκτα με τη συνάντησή τους με το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας. Συναρτήθηκε δηλαδή με το βαθμό και τον τρόπο της ανθρωποκεντρικής τους όσμωσης.
Η σλαβική Ρωσία και η δυτική Ευρώπη προσήλθαν στη νεότερη ανθρωποκεντρική εποχή, έχοντας ενσωματώσει διαφορετικά «στοιχεία» του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Διαφορετικά λόγω της μη συνάντησης των καταβολών τους, αφού η δυτική Ευρώπη καταγράφεται ως ιδιωτική δεσποτεία με απώτερες αναφορές στο ελληνορωμαϊκό και χριστιανικό κεκτημένο, η σλαβική Ρωσία αντιπροσωπεύει τη στιγμή της βυζαντινής παρέμβασης μια απλώς προ-φεουδαλική δεσποτεία.
Η βαλκανική ενδοχώρα, από την πλευρά της, ενόσω η Ρωσία τελούσε υπό ένα καθεστώς κρατικής δεσποτείας και η δυτική Ευρώπη επιχειρούσε την απόσειση της φεουδαρχίας, βίωνε ατελώς αλλ’ ωστόσο άμεσα τις παραμέτρους του ελληνικού κοσμοσυστήματος και ουσιαστικά τελούσε υπό την αιγίδα του ελληνισμού. Το γεγονός αυτό εξηγεί άλλωστε και την ευδοκίμηση του έλληνα λόγου στους λαούς αυτούς.
Τέλος, η οθωμανική δεσποτεία απέβαλε όντως ένα σοβαρό μέρος της «ασιατικής» της κληρονομίας από τη στιγμή που επικάθησε επί του ελληνικού κοσμοσυστήματος και αποδέχθηκε τις προδιαγραφές του. Ο εξισλαμισμός των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας μετέβαλε ασφαλώς το ουσιώδες της ελληνικής πολιτισμικής παιδείας σε κεκτημένο του οθωμανικού ισλάμ, όπως ακριβώς και το γεγονός της συνύπαρξής του με τον ελληνισμό και την άρχουσα τάξη του. Κατά τούτο, μπορεί να αποδεχθεί κανείς αβίαστα ότι το οθωμανικό ισλάμ μετέχει του ελληνικού πολιτισμικού βιώματος. Εντούτοις, το δεσποτικό του απόβαρο και η λεηλατική δομή της οθωμανικής εξουσίας δεν επέτρεψαν στην τουρκική κοινωνία να αφομοιώσει τα ανθρωποκεντρικά γνωρίσματα του ελληνισμού, ιδίως δε το σύστημα των κοινών, της εταιρικής οικονομίας και κοινωνίας και, φυσικά, το πολιτειακό γινόμενο συστημάτων με λαϊκή αναφορά, ή ακόμη και της δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την προσημειωθείσα παρατήρηση ότι στις κοινωνικές περιοχές όπου επικρατούσε το οθωμανικό ισλάμ, υποχωρούσε το σύστημα των κοινών και τα συνοδά ανθρωποκεντρικά θεμέλια.
Τα ανωτέρω επιβάλουν, κατά τη γνώμη μου, να συγκρατήσουμε ότι στη διάρκεια από την Αναγέννηση έως και το 19ο αιώνα, εξακολουθεί να συνυπάρχει στον ευρωπαϊκό και μικρασιατικό χώρο το ελληνικό κοσμοσύστημα με τις δύο ζωτικές του περιοχές, οι οποίες μεταλλάσονται αργά αλλά σταθερά, από διαφορετικές δεσποτικές αφετηρίες προσερχόμενες στον ανθρωποκεντρισμό. Και στις δύο αυτές περιοχές, όχημα της μετάβασης αποτελεί το ελληνικό θεσμικό, κοινωνικο-πολιτικό και πολιτισμικό γινόμενο, εν οις το σύστημα των κοινών ή, αναλόγως, η ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού. Η νοτιοανατολική Ευρώπη κατέχει ως προς αυτό το σχήμα της εξέλιξης μια ιδιάζουσα θέση καθώς εγγράφεται ως εσωτερική περιφέρεια του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και σε διαλεκτική συνάφεια με τον έλληνα λόγο.
Στις σελίδες που προηγήθηκαν, επιχειρήθηκε να σκιαγραφηθεί διαγραμματικά το σχήμα μιας ερμηνείας της ιστορικής εξέλιξης, σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της ανθρωποκεντρικής μετάβασης, το οποίο εκτιμώ ότι δεν εισφέρει απλώς μια διαφορετική εκδοχή μιας καθολικής πρόσληψης του κόσμου, αλλά και τα στοιχεία μιας νέας αυτογνωσίας, σημαίνουσας για το φαινόμενο των ταυτοτήτων που εγείρεται στις μέρες μας.