Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β. Βιλιάρδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Β. Βιλιάρδος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 17 Ιουλίου 2010

ΤΡΑΠΕΖΙΚΕΣ ΑΝΑΤΑΡΑΞΕΙΣ

Από το "sofokleous10"

Εκτύπωση PDF

pigs_488423gm-aΗ προσπάθεια καθησυχασμού των αγορών με τη βοήθεια των «τεστ κοπώσεως», οι αμφιβολίες των επενδυτών και ο «πυρήνας» των προβλημάτων του ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού κλάδου

Όπως έχουμε αναφέρει, “τα «τεστ κοπώσεως» των τραπεζών είναι εξτρεμιστικά σενάρια, τα οποία αποσκοπούν στην έγκαιρη διαπίστωση ενδεχομένων κινδύνων χρεοκοπίας, εάν μεσολαβήσουν ιδιαίτερα επικίνδυνες συνθήκες. Στην περίπτωση που ένα τραπεζικό ίδρυμα δεν «περάσει» με επιτυχία τα τεστ, δεν σημαίνει βέβαια ότι κινδυνεύει άμεσα να πτωχεύσει. Εν τούτοις, είναι πολύ δύσκολο να το εξηγήσει κανείς δημόσια στους Πολίτες, οι οποίοι πιθανότατα, σε μία τέτοια περίπτωση, θα καταλαμβάνονταν από πανικό, αποσύροντας μαζικά τα χρήματα τους” (άρθρο μας: Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ: Τα λάθη της Ευρώπης, η οικονομική θέση συγκεκριμένων κρατών της, τα μεγάλα προβλήματα των τραπεζών, το «τεστ κοπώσεως» των Βρυξελών, η διαφαινόμενη απειλή εξαφάνισης της μεσαίας τάξης και η αναδιάρθρωση του χρέους 20/6/2010).

Ένας από τους λόγους λοιπόν, για τον οποίο η Ευρώπη υποβάλλει τις 91 μεγαλύτερες τράπεζες της στην παραπάνω «δοκιμασία», είναι η αποφυγή της «πανικοβλημένης» αντίδρασης των καταθετών - η οποία κάθε άλλο παρά έχει πάψει να «ελλοχεύει». Ένας δεύτερος λόγος, ίσως ακόμη σημαντικότερος, είναι ο καθησυχασμός των επενδυτών, των πάσης φύσεως «δανειστών» των τραπεζών δηλαδή, οι οποίοι έχουν τοποθετηθεί σε ομόλογα ή σε μετοχές του κλάδου. Η επίτευξη αυτού του στόχου θεωρείται εξαιρετικά επείγουσα, επειδή η ΕΕ θέλει να αποφύγει ένα κύμα πτωχεύσεων, το οποίο φαίνεται ότι συνεχίζει να απειλεί το χρηματοπιστωτικό της σύστημα (οι πιθανές επιπτώσεις στις μελλοντικές συναλλαγματικές ισοτιμίες είναι προφανείς).

Ο κίνδυνος τεκμηριώνεται από το γεγονός ότι, οι ευρωπαϊκές τράπεζες χρειάζονται τεράστιες ποσότητες κεφαλαίων για την κάλυψη των δανειακών αναγκών τους - τόσο για το 2010, όσο και για το 2011. Σύμφωνα με πρόσφατη αναφορά της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών της Βασιλείας, το σύνολο των υποχρεώσεων όλων των ευρωπαϊκών τραπεζικών ιδρυμάτων απέναντι στους «δανειστές» τους, οι οποίες λήγουν και οφείλουν να αντικατασταθούν, υπολογίζεται πλέον στα 2,6 τρις € - σε παγκόσμια κλίμακα πλησιάζουν τα 5 τρις €. Επομένως, οι τράπεζες είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τις προθέσεις των επενδυτών, να τους προσφέρουν ή μη νέα κεφάλαια.

Το εάν όμως είναι διατεθειμένοι οι «δανειστές» των τραπεζών να «ανανεώσουν» την εμπιστοσύνη τους απέναντι τους, δεν είναι καθόλου βέβαιο. Τον τελευταίο καιρό έχουν αυξηθεί οι αμφιβολίες μεταξύ των επενδυτών, σε σχέση με τα ρίσκα, τα οποία «κρύβονται» στους Ισολογισμούς των τραπεζών – είτε αυτά είναι μη αποσβεσμένα «τοξικά» χρεόγραφα αμερικανικής προέλευσης (CDO’s κλπ), είτε επισφάλειες, προερχόμενες από επιχειρηματικά ή καταναλωτικά δάνεια, είτε ομόλογα κρατών όπως η Ελλάδα, η Ισπανία, η Ιρλανδία, η Πορτογαλία κλπ (η ελληνική τράπεζα με τα περισσότερα ομόλογα του δημοσίου μας, θεωρείται ότι είναι η Πειραιώς).

Σύμφωνα τώρα με τη Morgan Stanley, η «ανοιχτή» αξία των κρατικών ομολόγων των «επικίνδυνων» χωρών (όπως η Ελλάδα, η Ιρλανδία και η Πορτογαλία), υπολογίζεται παγκοσμίως στο 1 τρις € - εκ των οποίων το 40% ευρίσκεται στους Ισολογισμούς των γερμανικών τραπεζών (πηγή: MM). Πριν από την ευρωπαϊκή κρίση, οι τράπεζες είχαν τη δυνατότητα πώλησης αυτών των ομολόγων, με στόχο την αύξηση της ρευστότητας τους. Από τότε όμως που πολλά από αυτά τα ομόλογα θεωρούνται επικίνδυνα, η συγκεκριμένη δυνατότητα τους είναι πολύ περιορισμένη.

Έτσι λοιπόν, η βασικότερη φροντίδα των τραπεζών στο άμεσο μέλλον, θα είναι η εύρεση νέων κεφαλαίων – επί πλέον, οι συνθήκες απόκτησης τους (επιτόκιο κλπ). Η αναζήτηση τους αυτή θα δυσχερανθεί σε μεγάλο βαθμό από τα κράτη, τα οποία επίσης αναζητούν «απεγνωσμένα» πηγές αναχρηματοδότησης των δημοσίων χρεών τους. Προφανώς δε, η αυξημένη αυτή «ζήτηση» θα επηρεάσει κατά πολύ τις γενικότερες συνθήκες δανεισμού – πόσο μάλλον εάν «τολμήσει» η ΕΚΤ να αυξήσει τα βασικά της επιτόκια.

Ο ΠΥΡΗΝΑΣ ΤΟΥ ΠΡΟΒΛΗΜΑΤΟΣ

Με βάση τους υπολογισμούς της Moody’s, τα τελευταία πέντε έτη οι τράπεζες εξέδιδαν ομόλογα, με μέσο όρο λήξης τα 4,7 χρόνια – κάτι που αποτελεί το μικρότερο μέσον όρο των παρελθόντων τριάντα ετών. Υπερίσχυσε λοιπόν ο βραχυπρόθεσμος δανεισμός, έναντι του μακροπρόθεσμου, ενώ κατά τη διάρκεια της κρίσης δεν επιδιώχθηκε η αντιστροφή του φαινομένου.

Εκτός αυτού, πολλά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα δανείσθηκαν φθηνά και βραχυπρόθεσμα από την ΕΚΤ, τοποθετώντας τα δανειακά κεφάλαια τους, αυτά δηλαδή που τους παρείχε «αφειδώς» η ΕΚΤ, σε μακροπρόθεσμες επενδύσεις – εμφανίζοντας τη θετική διαφορά των τόκων στα κέρδη τους. Η «στρατηγική» αυτή ακολουθήθηκε, επειδή πολλές κρατικές εγγυήσεις δόθηκαν μόνο για χρονικά διαστήματα λίγων ετών – γεγονός που ανάγκασε δυστυχώς τις τράπεζες να δανειστούν βραχυπρόθεσμα, έτσι ώστε να χρησιμοποιήσουν τις παρεχόμενες εγγυήσεις.

Ακριβώς αυτό το εσφαλμένο «μοντέλο δανεισμού», μπορεί να αποβεί εξαιρετικά επικίνδυνο για τις τράπεζες, εάν τυχόν οι επενδυτές «αποσύρουν» την εμπιστοσύνη τους απέναντι τους. Επομένως, ακόμη και οι πλέον υγιείς μεταξύ τους, θα αναγκασθούν να μειώσουν τα δάνεια προς τις επιχειρήσεις, οδηγώντας ενδεχομένως την Ευρώπη σε μία δεύτερη, ακόμη πιο επικίνδυνη παγίδα ρευστότητας – πόσο μάλλον όταν τα κράτη αναγκαστούν να διασώσουν ξανά κάποιες «αδύναμες» τράπεζες τους (άρθρο μας: Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ : Η «πιστωτική παγίδα» είναι μία βαριά οικονομική ασθένεια, η οποία εμφανίζεται όταν μία υφιστάμενη κρίση ρευστότητας, προερχόμενη συνήθως από μία ευρύτερη οικονομική κρίση, δεν μπορεί να θεραπευτεί βραχυπρόθεσμα 10/7/2009).

Αυτά τα προβλήματα λοιπόν θέλει να αποφύγει η ΕΕ - μέσω του «τεστ κοπώσεως», στο οποίο υποβάλλει τις τράπεζες, έτσι ώστε να ανακτηθεί η εμπιστοσύνη των «αγορών» απέναντι τους (κατά το πρόσφατο παράδειγμα των Η.Π.Α.). Επομένως, τα αποτελέσματα του είναι εκ των προτέρων δεδομένα, αφού διαφορετικά δεν θα επιχειρούταν κάτι τέτοιο.

Προφανώς όμως, το ίδιο θα σκέφτονται και οι επενδυτές, με αποτελέσματα που είναι πολύ δύσκολο να προδιαγραφούν σήμερα – ενώ οι όποιες κινήσεις τραπεζικών εξαγορών ή συγχωνεύσεων, είναι πολύ πιθανόν ότι θα εξετασθούν από τις φιλύποπτες «αγορές» εξαιρετικά προσεκτικά. Σε κάθε περίπτωση, το ενδεχόμενο να επιλέξουν κάποιες από τις τράπεζες, οι οποίες τυχόν δεν πληρούν τα κριτήρια, τη «φυγή προς τα εμπρός» (front running), είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα αντιμετωπισθεί με μεγάλο σκεπτικισμό.

Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)

Αθήνα, 16. Ιουλίου 2010

viliardos@kbanalysis.com

Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου

Πέμπτη 29 Απριλίου 2010

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΜΕΓΑΤΟΝΩΝ: Η επίθεση των κερδοσκόπων

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Από το "You pay your crisis"





Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)
Αθήνα, 28. Απριλίου 2010
Πηγή: CASSS


ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΜΕΓΑΤΟΝΩΝ: Η επίθεση των κερδοσκόπων στο «σύστημα», η τεράστια απειλή που «ελλοχεύει» για τον πλανήτη, καθώς επίσης η πιθανότητα να εξέλθει η χώρα μας από τη μεγαλύτερη κρίση της Ιστορίας της, χωρίς να υποχρεωθεί σε συμβιβασμό

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει (άρθρο μας: Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ: Η αναμενόμενη δημοσιονομική κρίση πλήττει πρώτα τη χώρα μας, καθιστώντας την ανυπεράσπιστο στόχο των κερδοσκόπων και ωρολογιακή βόμβα μεγάλης ισχύος στα θεμέλια της Ευρωζώνης. 12/12/2009), η επίθεση των κερδοσκόπων εναντίον μίας χώρας της Ευρωζώνης, δεν είναι δυνατόν να κατευθυνθεί στο (κοινό) νόμισμα της – πόσο μάλλον όταν τα «αντίπαλα» νομίσματα, κυρίως το δολάριο, είναι πολύ πιο ασθενή από το Ευρώ. Είναι δυνατόν όμως να «επικεντρωθεί» στα κρατικά ομόλογα της, με τα οποία χρηματοδοτείται το δημόσιο χρέος της.

Ή καλύτερη στρατηγική για την επιτυχή «εκτέλεση» ενός τέτοιου «σχεδίου» είναι αναμφίβολα εκείνη, στην οποία προηγείται (ένα μικρό χρονικό διάστημα πριν από το καθορισμένο «σημείο μηδέν», την τελική επίθεση δηλαδή), η «αξιολόγηση» της χώρας-στόχου από κάποια «επίσημη» εταιρεία του χώρου – ενδεχομένως, εφ’ όσον κριθεί απαραίτητο, από περισσότερες. Η υποβάθμιση τότε της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, μία ή διαδοχικές φορές, έχει τα εξής, μεταξύ άλλων, «αλυσιδωτά» αποτελέσματα:

(α) Αυξάνεται το επιτόκιο του δανεισμού, ο οποίος πραγματοποιείται από την εκάστοτε χώρα μέσω της έκδοσης κρατικών ομολόγων - οπότε κερδίζουν περισσότερο οι υψηλού ρίσκου και αυξημένης επικινδυνότητας δανειστές της, οι οποίοι συνήθως «αντικαθιστούν» τους συντηρητικούς επενδυτές σταθερών αξιών.

(β) Αυξάνονται τα ασφάλιστρα των δημοσίων ομολόγων (CDS), με αποτέλεσμα να κερδίζουν περισσότερα οι ασφαλιστικές εταιρείες. Το ύψος των ασφαλίστρων προστίθεται φυσικά στο επιτόκιο «βάσης», οπότε ουσιαστικά πληρώνεται από τον δανειζόμενο (η αξία ενός CDS των 100 μονάδων βάσης σημαίνει ότι, η ασφάλεια κοστίζει ετήσια 1% της απαίτησης).

(γ) Η χώρα δυσκολεύεται σε μεγάλο βαθμό να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της, όταν ένα μέρος του καθίσταται ληξιπρόθεσμο – ειδικότερα, ακόμη και όταν βρίσκει πρόθυμους δανειστές, επιβαρύνεται με συνεχώς υψηλότερους τόκους.

(δ) Υποβαθμίζονται αντίστοιχα οι τράπεζες της, οι οποίες συνήθως διατηρούν ένα μεγάλο μέρος των δημοσίων ομολόγων της - όχι μόνο επειδή μειώνεται η αξία των «ομολογιακών» περιουσιακών στοιχείων τους, αλλά και επειδή είναι υποχρεωμένες (συνθήκη της Βασιλείας ΙΙ, προηγούμενο άρθρο μας: ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ: Standard & Poor’s, Moody’s, Fitch Rating - ένα απίστευτα ισχυρό ολιγοπώλιο αξιολογεί αυθαίρετα, βαθμολογεί ανεξέλεγκτα και κυβερνάει απολυταρχικά, με έδρα την πρωτεύουσα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, την παγκόσμια οικονομία 7/12/2009) να αυξήσουν τα κεφάλαια που δεσμεύουν (αντίκρισμα, εγγυητικά κεφάλαια), για τα ομόλογα δημοσίου που κατέχουν (οπότε μειώνεται αυτόματα ο τζίρος και η κερδοφορία τους, ενώ ενδεχομένως έρχονται αντιμέτωπες με ξαφνικά προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας)




(ε) Η υποβάθμιση των τραπεζών, καθώς επίσης η «παγίδα ρευστότητας» (άρθρο μας: Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ : Η «πιστωτική παγίδα» είναι μία βαριά οικονομική ασθένεια, η οποία εμφανίζεται όταν μία υφιστάμενη κρίση ρευστότητας, προερχόμενη συνήθως από μία ευρύτερη οικονομική κρίση, δεν μπορεί να θεραπευτεί βραχυπρόθεσμα 10/7/2009) με την οποία έρχονται αντιμέτωπες οι επιχειρήσεις της «αμυνόμενης» χώρας (οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να αποσύρουν ρευστότητα από την αγορά, έτσι ώστε να καλύψουν τις επί πλέον ανάγκες κεφαλαίων για την τήρηση της Βασιλείας ΙΙ, με αποτέλεσμα να μην ανανεώνουν υφιστάμενες πιστώσεις τους κλπ), έχουν σαν αποτέλεσμα, την απότομη πτώση των χρηματιστηριακών δεικτών, αλλά και μία εκτεταμένη ύφεση στην πραγματική οικονομία της χώρας (εισέρχεται δυστυχώς στον καθοδικό «σπειροειδή» κύκλο).

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τώρα δεν μπορεί «κατ’ αρχήν» να δανείσει τη χώρα της Ευρωζώνης που «πλήττεται», που αντιμετωπίζει δηλαδή προβλήματα ρευστότητας, επειδή απαγορεύεται από τη συνθήκη του Μάαστριχτ (άρθρο μας: ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ: Η ιδιαιτερότητα των προβλημάτων ρευστότητας μίας χώρας του Ευρώ, η αντιμετώπιση τους, καθώς επίσης οι πιθανολογούμενες συνέπειες μιας ενδεχόμενης πτώχευσης ενός κράτους μέλους 23/11/2009).

Ακόμη όμως και να υπήρχε κάποια δυνατότητα «αποφυγής» της απαγόρευσης, οι συνέπειες μίας τέτοιας ενέργειας θα ήταν πιθανότατα καταστροφικές: θα ερχόταν αμέσως αντιμέτωπη με το «ετεροβαρές ρίσκο» (ηθικός κίνδυνος στην οικονομική θεωρεία, όρος που προέρχεται από τον ασφαλιστικό κλάδο), γεγονός που σημαίνει ότι, οι υπόλοιπες χώρες με αντίστοιχα προβλήματα (Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία κλπ), θα έπαυαν να επιδεικνύουν τη δημοσιονομική πειθαρχία που απαιτεί η Ε.Ε.

Δηλαδή, το «μήνυμα» που θα έπαιρναν όλες οι υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. από μία τέτοια «αντισυμβατική» ενέργεια της ΕΚΤ, θα ήταν πολύ απλά το εξής: «Για ποιο λόγο να μειώσω τα έξοδα μου στο επίπεδο των οικονομικών δυνατοτήτων μου, αφού στο τέλος κάποιος άλλος θα πληρώσει τις ζημίες μου;».

Από την άλλη πλευρά όμως, τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε η ΕΚΤ, εάν ενδεχομένως αποφάσιζε να αφήσει μία τέτοια χώρα εντελώς αβοήθητη, θα ήταν μάλλον πολλαπλάσια. Το γεγονός αυτό είναι γνωστό στους κερδοσκόπους - πολύ περισσότερο αφού, «κατά σύμπτωση», η επίθεση εναντίον της Ελλάδας, ξεκίνησε λίγο μετά την ανακοίνωση της πρόθεσης της ΕΚΤ να αποσύρει πρώτη (χωρίς την αναμενόμενη από κοινού συμφωνία με τις άλλες κεντρικές τράπεζες, ειδικά με τη Fed) τα μέτρα στήριξης της Οικονομίας, καταργώντας αρχικά το μακροπρόθεσμο (12μηνο) δανεισμό των τραπεζών με σταθερό επιτόκιο 1% και το «quantitative easing» (άρθρο μας: Ο «μεταλλαγμένος ιός» σε πορεία αυτονόμησης; Οι «πολιτικοποιημένες» κεντρικές τράπεζες, τα «ετεροβαρή» κρατικά ομόλογα, η απροσδόκητη χρηματιστηριακή ευφορία και η κρίση της παγκοσμιοποίησης 23/5/2009).

Περαιτέρω, η εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών, τόσο απέναντι στο Ευρώ, όσο και στις χώρες του, θα «καταποντιζόταν», με εξαιρετικά δυσμενή αποτελέσματα, αφενός μεν για το κοινό νόμισμα, αφετέρου δε για το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών (πολιτική ένωση, κοινωνική συνοχή, πιστοληπτική ικανότητα κλπ).

Η αμέσως επόμενη ενέργεια των κερδοσκόπων, στην περίπτωση που η ΕΚΤ θα εγκατέλειπε στη «μοίρα» της την πρώτη χώρα που θα δεχόταν τις συντονισμένες «βολές» τους, θα ήταν η «κλιμάκωση» της επίθεσης τους στις υπόλοιπες «αδύναμες» χώρες της Ευρωζώνης - με πιθανότερο αποτέλεσμα την ολοκληρωτική κατάρρευση της Ε.Ε. Επομένως (κάτι που για πρώτη φορά διαπιστώθηκε λίγο μετά το ξέσπασμα της παρούσας χρηματοπιστωτικής κρίσης και αφορούσε τις υπερμεγέθεις τράπεζες), πρόκειται και εδώ για έναν «συστημικό» κίνδυνο, ο οποίος όμως αυτή τη φορά συνδέεται με ένα ή με περισσότερα κράτη και όχι με τράπεζες (άρθρο μας: Η Γερμανία απέναντι στις Lehman Brothers, Citibank, Citigroup, Ernst & Young: Ο πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος σε εξέλιξη; Updated 12/3/2009).

Σήμερα διαπιστώνουμε ότι, πολλά από αυτά που έχουμε ήδη προ μηνών περιγράψει, είναι γεγονότα - ιδιαίτερα μετά την τεράστια επίθεση στη χώρα μας εκ μέρους των κερδοσκόπων, σαν αποτέλεσμα της τεράστιας καθυστέρησης της κυβέρνησης μας να αντιδράσει ενεργητικά, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη καθυστέρηση της Ευρωζώνης, η οποία δυστυχώς στερείται ηγεσίας. Εκτός αυτού, η επίθεση «κλιμακώνεται» τόσο στο Ελληνικό χρηματιστήριο, όσο και στα ομόλογα της Πορτογαλίας και Ισπανίας – αυτή τη φορά ταυτόχρονα με τα χρηματιστήρια τους. Τo βασικό δε «όπλο» των «μαζικών» επιθέσεων είναι αναμφίβολα τα CDS – τα ασφάλιστρα δηλαδή κινδύνου, με τη βοήθεια των οποίων ασφαλίζει κανείς το σπίτι του γείτονα, έναντι πυρκαγιάς (έχοντας κάθε λόγο να προσπαθήσει να το κάψει).

Περαιτέρω είχαμε αναφέρει (άρθρο μας: AIG Ασφαλιστική: Πιστή στον κανόνα που επιτάσσει τη λεηλασία της επιχείρησης, πριν το πραγματικό μέγεθος της ζημίας εμφανιστεί στο φως της ημέρας; 19/3/2009) ότι, ο ασφαλιστικός όμιλος που εγγυάται μεταξύ άλλων τα περισσότερα Credit Default Swaps παγκοσμίως (άρθρο μας: Παγκόσμια οικονομική κρίση: Χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής και αδικαιολόγητες αμοιβές υψηλόβαθμων στελεχών 23/11/2008) αυτός που ενισχύθηκε από τους αμερικανούς φορολογουμένους με πληθωριστικά χρήματα ύψους 180 δις $ για να μην καταρρεύσει το σύστημα, αφού θεωρήθηκε «συστημικός κίνδυνος» λόγω της μέσω αυτού «εξασφάλισης» των πιστώσεων πολλών άλλων τραπεζών (και της εξ αυτής παράλογης πιστωτικής επέκτασης τους, η οποία οδήγησε μεταξύ άλλων στη «χρεοκοπία» επενδυτικών τραπεζών όπως η Bear Sterns και η Lehman Brother) ήταν η αμερικανική AIG.

Σε σχέση δε με τα CDS γράφαμε στο ίδιο παραπάνω κείμενο μας τα εξής:

“Το άλλο προϊόν, το οποίο βασικά συνέβαλλε στην «επιτυχία» του πρώτου (CDO’S), είναι η ασφάλιση των πιστωτικών κινδύνων (Credit Default Swaps – CDS) και η εξ αυτών δημιουργία νέων προϊόντων (BISTRO). Η τράπεζα που εφεύρε πρώτη το προϊόν αυτό ήταν η JP Morgan, κάπου το 1997. Η ιδέα ήταν απλή στη σύλληψη της. Δόθηκε εν πρώτοις η δυνατότητα σε μία τράπεζα, η οποία δάνειζε έναν πελάτη της, να εξασφαλιστεί έναντι μελλοντικών κινδύνων, ασφαλίζοντας την πίστωση προς τον πελάτη της έναντι ενός ποσού, σε κάποια ασφαλιστική εταιρεία ή σε κάποιο αμοιβαίο κεφάλαιο.

Στην περίπτωση τώρα που ασφάλιζε τις απαιτήσεις της, επιτρεπόταν να μην τις συμπεριλάβει στα λογιστικά βιβλία της (αφού θα τις εισέπραττε σε κάθε περίπτωση), οπότε μπορούσε να διαθέσει τα χρήματα που απελευθερωνόταν έτσι σε άλλα δάνεια (καταλύοντας προφανώς νόμιμα τη νομοθεσία για την επάρκεια των τραπεζικών Κεφαλαίων και τη σχετικότητα τους με τα προσφερόμενα δάνεια).

Η JP Morgan είχε τώρα την ιδέα να συνδέσει τις δύο χωριστές λειτουργίες, τα ασφαλιστήρια δηλαδή και τις τιτλοποιήσεις δανείων, σε μία, δημιουργώντας εξ αυτών ένα καινούργιο σύνθετο (δομημένο) προϊόν: το BISTRO (Broad Index SecuredTrust Offering). Το καινούργιο αυτό σύνθετο προϊόν, το οποίο «βαθμολογήθηκε» στην εξέλιξη του δυστυχώς πάρα πολύ καλά (ακόμη και ΑΑΑ) με τη μάλλον «εξαγορασμένη βοήθεια» των μεγάλων οίκων αξιολόγησης (Fitch κ.α.), προωθήθηκε (πουλήθηκε, ρευστοποιήθηκε), εξελίχθηκε σε άλλα παρόμοια (όπως BISTROs από BISTROs κ.ο.κ.), έως ότου σε τελική ανάλυση δεν γνωρίζει κανείς ποιος έχει ασφαλίσει ποιόν, γιατί και από πού θα πληρωθεί στην περίπτωση που πραγματικά χρεοκοπήσει ο ασφαλιζόμενος πελάτης (ακόμη και οι απαιτήσεις έναντι κρατών έχουν ασφαλιστεί με αυτά τα προϊόντα).

Η φούσκα αυτή, η οποία υφίσταται παράλληλα με την πρώτη και δεν έχει ακόμη εκραγεί, είναι κατά πολύ μεγαλύτερη και υπολογίζεται στα 57.325 δις $ το 2008 (για σύγκριση, το παγκόσμιο ΑΕΠ το 2007 ήταν 54.312 δις $), έναντι 6.396 δις $ που ήταν το 2004. Στην περίπτωση που θα εκραγεί, οι τράπεζες μεταξύ άλλων που τυχόν δεν θα πληρωθούν από τις ασφάλειες, θα υποχρεωθούν να επαναφέρουν στους Ισολογισμούς τους τις απαιτήσεις που έχουν «πουλήσει», με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν με ακόμη περισσότερες ζημίες από αυτές που επωμίσθηκαν ήδη, από την έκρηξη της φούσκας των ενυπόθηκων δανείων”.

Σήμερα, σύμφωνα με όσα δημοσιεύονται, τα διάφορα CDS αγοράζονται πλέον από τους κερδοσκόπους, μέσω των μεγάλων τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών, οι οποίες είναι οι νόμιμοι «διαπραγματευτές» τους. Ουσιαστικά βέβαια πρόκειται για «στοιχήματα» (εν προκειμένω, το «αντικείμενο» τους είναι η χρεοκοπία κάποιας χώρας), τα οποία «εξαργυρώνονται» από τις τράπεζες που τα πουλούν, εάν πράγματι η χώρα χρεοκοπήσει.

Με την ασφάλεια τώρα να κοστίζει ανάλογα με τις μονάδες βάσης (spreads), σημαίνει ότι, για κάθε 1.000.000 € αξίας ομολόγων, τα ασφάλιστρα που απαιτούνται υπολογίζονται ως εξής (Πίνακας Ι):

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ασφάλιστρα ανά ομόλογο 1.000.000 € και Spread*

Αξία Ομολόγου
Spread
Ασφάλιστρο**
Εγγύηση 10%




1.000.000
100 μβ
10.000
1.000
1.000.000
200 μβ
20.000
2.000
1.000.000
300 μβ
30.000
3.000
1.000.000
1.000 μβ
100.000
10.000
* Υπάρχουν διαφορετικού τύπου CDS, καλυμμένα και μη, με διαφορετικά ποσοστά ασφαλίστρων, ενώ είναι τρίμηνης λήξης – 30. Ιουνίου κοκ. Ειδικά τα μη καλυμμένα, θεωρούνται τεράστια απειλή για το σύστημα.
** 1% για κάθε 100 μονάδες βάσης (μβ)

Εάν θέλουμε δηλαδή να ασφαλίσουμε ομόλογα αξίας 1.000.000 € (τα οποία δεν υποχρεούμαστε να έχουμε στην κατοχή μας), τότε, με το spread στις 1.000 μβ (όπως είναι σήμερα το Ελληνικό, από 250 μβ λίγο καιρό πριν), θα πρέπει να διαθέσουμε 100.000 € (μία από τις πολλές περιπτώσεις).

Εν τούτοις, με δεδομένο ότι οι κερδοσκόποι πληρώνουν ακόμη και το 10% της αξίας των ασφαλίστρων σαν εγγύηση, απαιτούνται 10.000 € - προς εξασφάλιση αξίας 1.000.000 €. Δηλαδή, με μία επένδυση ύψους 10.000 €, μπορεί κανείς να εκατονταπλασιάσει τα χρήματα του – εάν φυσικά κερδίσει (με το spread στις 100 μβ, μπορεί να τα κάνει «χιλιαπλάσια»). Προφανώς, το κίνητρο για τους κερδοσκόπους είναι τεράστιο αφού, όπως αναφέρει ο Κ. Μαρξ, το κεφάλαιο «σκοτώνει» για αποδόσεις πάνω από 100% - πόσο μάλλον για τόσο μεγάλες (η σημερινή υποβάθμιση της Ισπανίας, αμέσως μετά την Πορτογαλία και την Ελλάδα, αναδεικνύει καθαρά το τρομακτικό μέγεθος του «παιχνιδιού»)

Συνεχίζοντας, διαπιστώνει κανείς ότι, στην περίπτωση που η ασφαλιζόμενη χώρα χρεοκοπήσει (στάση πληρωμών, αναδιάρθρωση χρεών κλπ), τότε ο κερδοσκόπος κερδίζει 100 φορές το κεφάλαιο που επένδυσε – με τα spreads στις 1.000 μονάδες βάσης. Δηλαδή, «στοιχηματίζοντας» 10.000 € κερδίζει 1.000.000 € - στην περίπτωση που χάνει, τότε η απώλεια του είναι 100.000 €.

Αντίθετα, η τράπεζα που πουλάει τα CDS χάνει 1.000.000 € ανά ασφαλιζόμενο, όταν χρεοκοπήσει η χώρα και κερδίζει 100.000 €, επίσης ανά ασφαλιζόμενο, εφόσον δεν χρεοκοπήσει. Επομένως, η τράπεζα (ασφαλιστική εταιρεία), έχει σε κάθε περίπτωση πολλαπλάσιο ρίσκο, σε σχέση με την απόδοση που επιτυγχάνει, συγκρινόμενη με τον κερδοσκόπο (εάν έχει και η ίδια αντασφαλίσει τον κίνδυνο, είναι εν προκειμένω αδιάφορο, αφού στο τέλος κάποιος μέσα στο σύστημα πληρώνει).Συμπεραίνουμε λοιπόν τα εξής:

(α) Οι (τελικές) τράπεζες δεν θα θέλουν σε καμία περίπτωση να χρεοκοπήσει η Ελλάδα, αφού οι απώλειες τους θα είναι τεράστιες – «αλυσιδωτές», εφόσον συμμετέχουν ασφαλιστές και αντασφαλισμένοι.

(β) Εάν τα ασφαλισμένα ομόλογα είναι υποθετικά ύψους 50 δις €, με μόνο 10 ασφαλισμένους για το κάθε ένα δις € (από τα άνω των 300 δις $ που έχει εκδώσει μόνο η Ελλάδα – η Πορτογαλία και οι υπόλοιπες χώρες πολλαπλασιάζουν το «συστημικό ρίσκο»), καθώς επίσης εάν όλα τα CDS έχουν πουληθεί στις 1.000 μβ, τότε ο κίνδυνος για το «σύστημα» είναι το ελάχιστο 500 δις €, πλην τα ασφάλιστρα – άρα 450 δις €.

Επειδή το παράδειγμα είναι αριθμητικά υποθετικό, ο κίνδυνος θα μπορούσε να είναι κατά πολύ μεγαλύτερος - όχι μόνο λόγω του ότι πουλήθηκαν CDS με λιγότερο από 1.000 μβ, ενώ για κάθε ομόλογο υπάρχουν πολλοί ασφαλισμένοι (για παράδειγμα, το ίδιο σπίτι έχει ασφαλισθεί από πολλούς γείτονες, ενώ όλοι θα πληρωθούν από την «τελική» ασφαλιστική εταιρεία), αλλά και ένεκα των ίδιων των δημοσίων ομολόγων που ασφαλίσθηκαν (Πίνακας ΙΙ).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου

ΧΩΡΑ
Ομόλογα σε εκ. δολάρια


Γαλλία
75.452
Ελβετία
63.966
Γερμανία
43.236
Η.Π.Α.
16.411
Μ. Βρετανία
12.342
Ολλανδία
11.849
Πορτογαλία
10.317
Ιρλανδία
8.506
Ιαπωνία
8.447
Ιταλία
8.381
Υπόλοιπες χώρες
43.693


Γενικό σύνολο
302.600
Πηγή: Αναφορά τρίτου τετραμήνου 2009 της διεθνούς τράπεζας
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Στα γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία υπολογίζονται 500 Euro-funds με ελληνικά ομόλογα, ύψους 80 δις €, τα οποία αφορούν πολλούς γερμανούς ασφαλισμένους (πηγή:MM)


(γ) Ο κίνδυνος τώρα για τους κερδοσκόπους είναι πολύ μικρότερος, δηλαδή το ανώτερο στο «παράδειγμα» 5 δις € - ενώ έχουν «επενδύσει» ίσως μόλις το 10% (500 εκ. €).

Με βάση λοιπόν τα δεδομένα αυτά, αναρωτιέται κανείς εάν είναι δυνατόν να ανταπεξέλθει το «σύστημα» (τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες), με τυχόν χρεοκοπία της Ελλάδας – όχι λόγω της απώλειας των ομολόγων (πάνω από 300 δις $), αλλά, κυρίως, λόγω του τεράστιου ποσού των ασφαλίστρων (ενδεχομένως αρκετά τρις €), τα οποία θα έπρεπε υποχρεωτικά να αποδοθούν στους κερδοσκόπους.

Έχοντας δε «νωπό» το παράδειγμα της Lehman Brothers, από την οποία ουσιαστικά «χρεοκόπησε» η AIG (ασφαλίζοντας τα CDO’s - δομημένα προϊόντα ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης), είμαστε της άποψης ότι, η κατάσταση είναι τουλάχιστον εκρηκτική – ότι υπάρχει δηλαδή μία «ασφαλιστική βόμβα μεγατόνων» στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα η οποία, εάν τυχόν εκραγεί, απειλεί να καταστρέψει μέσα σε δευτερόλεπτα μεγάλο μέρος του πλανήτη.

Ολοκληρώνοντας, εάν τυχόν ο συλλογισμός μας είναι αιτιολογημένος και τα μεγέθη είναι αντιπροσωπευτικά (κάτι που φυσικά δεν γνωρίζουμε, αλλά απλά υποθέτουμε), τότε η Ελλάδα αποκλείεται να «αφεθεί στη μοίρα της» - ενώ σε καμία περίπτωση δεν απαιτείται η προσφυγή της σε κανέναν «ξένο κατακτητή», όπως στο ΔΝΤ. Ακόμη περισσότερο, θα ήταν έγκλημα εναντίον των Πολιτών της, αφού αυτοί δεν ευθύνονται για την υπερχρέωση της χώρας τους από την Πολιτική – ενώ η Ελλάδα οδηγείται στη χρεοκοπία όχι λόγω των χρεών της, αλλά λόγω του ότι εμποδίζεται από τους κερδοσκόπους ο δανεισμός της, με φυσιολογικά, για την οικονομική της κατάσταση, επιτόκια.

Το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα της Ελλάδας είναι αναμφίβολα μεγάλα προβλήματα, τα οποία όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση άλυτα – όχι τουλάχιστον για μία χώρα της Ευρωζώνης, οι Πολίτες της οποίας έχουν συνειδητοποιήσει το πρόβλημα (άρθρο μας: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ: Η ανάγκη περιστολής των κρατικών δαπανών, η «συγκράτηση» των αμοιβών, η εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου, η κερδοφορία των εθνικών επιχειρήσεων, ο περιορισμός των δημοσίων επενδύσεων και οι απαιτήσεις μας από την ΕΕ 30/1/2010).

Αυτός δε που κινδυνεύει με χρεοκοπία δεν είναι μόνο η Ελλάδα ή οι υπόλοιπες χώρες του Νότου, αλλά μεγάλο μέρος του πλανήτη – κυρίως οι Η.Π.Α., οι οποίες πιθανότατα ασφαλίζουν το «παιχνίδι» των κερδοσκόπων. Ουσιαστικά λοιπόν, από ένα σημείο και μετά, υποθέτουμε ότι θα επιμένουν οι κυβερνήσεις (Ε.Ε., Η.Π.Α. κλπ) να δώσουν δάνεια στην Ελλάδα αφού, διαφορετικά, οι απώλειες τους θα είναι πολλαπλάσιες του συνολικού ποσού του δημόσιου χρέους της χώρας μας.

Ενδεχομένως λοιπόν η ενέργεια του κ. J.C. Trichet, καθώς επίσης του κ. S. Kahn να επισκεφθούν εσπευσμένα το Βερολίνο, με στόχο τη συμφωνία του στο δανεισμό της Ελλάδας, να αποδεικνύει την ορθότητα των συμπερασμάτων μας. Εκτός βέβαια εάν οι γερμανικές τράπεζες δεν συμμετέχουν στο «παιχνίδι», οπότε ίσως η κ. Merkel να επιδιώξει την «έκρηξη», αφού θα είναι προς όφελος των επεκτατικών σχεδίων της (Ευρασία) – αν και υποθέτουμε ότι πολύ δύσκολα θα τοποθετηθεί «εχθρικά» απέναντι στις Η.Π.Α.

Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε ότι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η χώρα μας δεν έχει κανένα νόημα να ασχολείται έντονα με τα «διαρθρωτικά» προβλήματα της Οικονομίας της, αφού αποτελεί πλέον το «αντικείμενο» ενός τεράστιου κερδοσκοπικού «παιχνιδιού», από το οποίο είναι αδύνατον να ξεφύγει, χρησιμοποιώντας «συμβατικά όπλα». Στο «παιχνίδι» αυτό έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει μόνο «συλλογικά» - πόσο μάλλον αφού, τυχόν «απειλή» χρεοκοπίας της, θα προκαλέσει την έκρηξη της μεγαλύτερης ίσως πιστωτικής υπερβολής («φούσκας») στον πλανήτη. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει κανένα λόγο να προσφύγει στο ΔΝΤ - πόσο μάλλον όταν όλοι γνωρίζουμε πλέον τον τρόπο που λειτουργεί.



Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου