Τρίτη, 30 Μαρτίου 2010

Η Κωνσταντινούπολη ως μητρόπολις πολιτεία

Από το LoMak's blog

Ο Ιωάννης Β' και η Ειρήνη (Μωσαϊκό της Αγίας Σοφίας, 12ος αιώνας)

Γιώργος Κοντογιώργης

Η βυζαντινή κοσμόπολη ως παράμετρος του ελληνικού κοσμοσυστήματος και η δυτικό-ευρωπαϊκή μετάβαση στον ανθρωποκεντρισμό (γ' μέρος)

Η καθολικά αποδεκτή άποψη ορίζει το πολιτικό σύστημα του Βυζαντίου σε συνάρτηση με το θεσμό της βασιλείας και το κράτος ως αυτοκρατορία. Κατά τη γνώμη μας, η άποψη αυτή είναι επιστημονικά εσφαλμένη και ανιστορική.

Το κεντρικό πολιτικό σύστημα του Βυζαντίου αναπαράγει, σε τελική ανάλυση, το σύστημα των «πόλεων» και, συγκεκριμένα, την πολιτειακή λογική της «πόλης». Η Κωνσταντινούπολη προβάλλει, συγχρόνως, ως η αυτόνομη «πόλη», που δομείται, όπως όλα τα ομόλογα κοινωνικά μορφώματα, σε πολιτεία, και, συγχρόνως, ως η βασιλίς των πόλεων24, δηλαδή το κεντρικό πολιτικό σύστημα της κοσμοπολιτείας. Ο Δήμος της Βασιλεύουσας, η Σύγκλητος, ο ίδιος ο Βασιλέας εγγράφονται, συνάμα, ως θεσμοί της Πόλης και της κοσμόπολης (της επικράτειας). Ώστε οι άμεσοι κυβερνητικοί θεσμοί της οικουμένης αποτελούν οργανική παράμετρο της βασιλεύουσας πόλης.

Με την είσοδο στη βυζαντινή περίοδο, το πολιτικό σύστημα της μητρόπολης αλλάζει σημαντικά. Καταργούνται οι νομοκατεστημένες τάξεις, που κυριάρχησαν στο σύστημα της Ρώμης ως αποτέλεσμα της δεσποτικής της ιδιοσυστασίας. Η κοινωνική σύνθεση της Κωνσταντινούπολης επανέρχεται στις προδιαγραφές του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού, διαμορφώνεται δηλαδή με βάση τη δομή της «εταιρικής κοινωνίας» και τη δυναμική της «χρηματιστικής» οικονομίας. Μια δυναμική που όμοιά της σε ανάπτυξη, με εξαίρεση ίσως την Αλεξάνδρεια, δεν θα γνωρίσει το ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα έως τους νεότερους χρόνους.

Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη θέση της μητρόπολης ως της κεντρικής πολιτειακής παραμέτρου της ελληνικής οικουμένης, μπορεί να ερμηνεύσει αποτελεσματικά μια σειρά από πτυχές ή εκδηλώσεις της βυζαντινής κοσμοπολιτείας και, ιδίως, να εξηγήσει ορισμένες από τις θεμελιωδέστερες σταθερές της πολιτικής της. Αναφερόμαστε στην κυριότερη, που είναι η έντονη αστεακή και αστική λογική που διακρίνει τις λειτουργίες και τις πολιτικές του βυζαντινού κράτους, η οποία τοποθετείται σαφώς πάνω από τη μέση λογική της οικουμένης, ως απόρροια της κοινωνικής σύνθεσης των θεσμών της μητρόπολης. Οπωσδήποτε όμως, δεν πρέπει να παραθεωρείται ότι το πολιτικό σύστημα της οικουμένης, η κοσμοπολιτεία, προσιδιάζει στην κατηγορία της συμπολιτείας και, επομένως, αρθρώνεται από το σύνολο των «πόλεων», των επιμέρους συσσωματώσεων τους (συντεχνίες, ενορίες, περιφερειακές συμπολιτείες κτλ.) και τη μητρόπολη, συμπεριλαμβανομένων και των θεσμών που προορίζονται για την άσκηση της άμεσης κυβερνητικής λειτουργίας (ο βασιλεύς κτλ.). Ο χαρακτήρας αυτός του κεντρικού πολιτικού συστήματος της βυζαντινής κοσμοπολιτείας και, ιδίως, η βαθιά ανθρωποκεντρική ιδιοσυστασία της Κωνσταντινούπολης επιβεβαιώνουν ουσιωδώς την άποψη ότι αντιπροσωπεύει την πλέον ολοκληρωμένη εκδοχή της ελληνικής κοσμόπολης25.

Στο πλαίσιο αυτό, ο βασιλέας26, ως θεμελιώδης πολιτικός θεσμός της μητρόπολης πολιτείας, καταρχήν εκλέγεται και, οπωσδήποτε, δεν είναι κληρονομικός. Και όταν ακόμη επιβάλλεται από μια καταρχήν εξωπολιτειακή δύναμη, όπως ο στρατός27, προστρέχει αυτονοήτως στους θεσμούς της βασιλίδος πόλεως προκειμένου να νομιμοποιηθεί, δι' εκλογής, στην εξουσία. Η συμβασιλεία, στο μέτρο που σηματοδοτεί την προσπάθεια του βασιλέα να προκαταλάβει τις πολιτικές εξελίξεις, εισάγοντας εν ζωή την εκλογή του διαδόχου του, επικυρώνει τον ισχυρισμό αυτόν. Άλλες φορές, όμως, η συμβασιλεία εγγράφεται και ως μέτρο περιορισμού του βασιλέα από τους πολιτειακούς θεσμούς της Πόλης.

Η λαϊκή αναφορά του θεσμού του βασιλέα συνάδει με -και εξηγεί, σε κάθε περίπτωση- το γεγονός ότι κάθε πολίτης μέλος της κοσμόπολης, ανεξαρτήτως της κοινωνικής του θέσης, νομιμοποιείται να εκλεγεί σ' αυτόν, όπως και στις άλλες ανώτατες βαθμίδες της εξουσιαστικής ιεραρχίας. Τούτο δεν αποκλείει, επομένως, την άνοδο στους κυβερνητικούς θεσμούς της κοσμοπολιτείας πολιτών των άλλων πόλεων. Όμως, στην περίπτωση αυτή, η νομιμοποίησή τους διέρχεται υποχρεωτικά από τη μητροπολιτική πολιτεία στην οποία, σε τελική ανάλυση, καταγράφονται οι θεσμοί αυτοί. Από την ανωτάτη (κυβερνητική) αρχή της κοσμόπολης, τη βασιλεία, παρήλασαν πλείστα όσα επαγγέλματα, όπως αργυραμοιβοί, αγρότες, στρατιωτικοί και, μάλιστα, γυναίκες.

Η παρατήρηση αυτή αποκτά μια καίρια σημασία, στο μέτρο που φαίνεται να αγνοείται από τη νεότερη ιστορική επιστήμη, μολονότι είναι εμφανή τα θεμέλιά της στο βυζαντινό σύστημα. Πράγματι, ο Βυζαντινός βασιλέας πρώτα προσήρχετο στα συντεταγμένα όργανα της πολιτείας (στη Σύγκλητο και στον Ιππόδρομο) για να λάβει το χρίσμα και μόνον μετά από αυτό ακολουθούσε -χωρίς να είναι αναπόφευκτη ούτε συστατική- η τελετή της στέψης, συνήθως στην Αγία Σοφία.

Η νομιμοποιητική λειτουργία των συντεταγμένων οργάνων της πολιτείας συνιστά μια απολύτως συστατική προϋπόθεση για τον φορέα της βασιλικής εξουσίας, ενώ το εκκλησιαστικό τυπικό, εφόσον γίνεται, δεν είναι επ' ουδενί θεμελιωτικό γι' αυτόν. Επιβεβαιώνει απλώς μια διαδικασία, η οποία δεν δύναται να προϋπάρξει της εκλογής, ακόμη περισσότερο δεν συντρέχει αυτοτελώς και, οπωσδήποτε, δεν συνεπάγεται περιορισμούς στην πολιτική αρμοδιότητα των φορέων της πολιτείας. Επιπλέον, ο βασιλέας δεν νομιμοποιείται να επικαλεσθεί την «ευλογία» της Εκκλησίας για να παρακάμψει την πολιτική βούληση των συντελεστών της πολιτικής διαδικασίας στη μητρόπολη πολιτεία. Η εξουσία του βασιλέα έχει αποκλειστικά πολιτική, και πάντως, παρ' όλα όσα ισχυρίζονται ακόμη και Βυζαντινοί συγγραφείς επηρεασμένοι από τη χριστιανική ιδεολογία, επ' ουδενί υπερβατική νομιμοποίηση. Η πολιτική (εκλογική κτλ.) αναφορά της εξουσίας είναι εξορισμού ασύμβατη με την όποια θεοκρατική υποστασιοποίησή της. Η επίκληση της διατύπωσης «ένας ο Θεός, ένας και ο βασιλέας», που απαντάται στη βυζαντινή γραμματεία, πρέπει να ερμηνευθεί ως αναφορά στην οικουμενικότητά του, κατ' ακολουθίαν προς την οικουμενικότητα της βυζαντινής κοσμόπολης. Συγχρόνως, η επίκληση της «θείας χάριτος»28 επιβεβαιώνει, ουσιαστικά, την προσήλωση του βασιλέα στο χριστιανικό δόγμα και ιδίως την κυριαρχία της πολιτικής εξουσίας επί της εκκλησίας.

Τούτο γίνεται εύκολα αντιληπτό όταν συγκρίνει κανείς το βυζαντινό πολιτειακό σύστημα με εκείνο που εισήγαγε, κατ' απομίμηση του τυπικού του, ο Καρλομάγνος το 800 μ.Χ. Ο τελευταίος πρώτα εστέφθη αυτοκράτωρ από τον πάπα και στη συνέχεια συγκάλεσε τη συγκροτηθείσα για το σκοπό αυτό φεουδαλική σύγκλητο, προκειμένου να επιβεβαιώσει το τυπικό της εξουσίας του. Ο Καρλομάγνος εγκαινιάζει την ελέω Θεού κρατική δεσποτεία στην Ευρώπη, εισάγει την υπερβατική νομιμοποίηση της εξουσίας του, έτσι ώστε να κατισχύσει επί των φορέων της ιδιωτικής δεσποτείας. Δεν εισάγει όμως το κοινωνικό σώμα στην πολιτική -ευλόγως, αφού αυτό ως δουλοπαροικιακό δεν υπάρχει- και, ασφαλώς, όχι μια λογική κοινωνικής νομιμοποίησης της εξουσίας.

Η διαφορά, επομένως, του Βυζαντινού βασιλέα από τον απόλυτο μονάρχη είναι τυπολογικού χαρακτήρα. Ο απόλυτος μονάρχης είναι ιδιοκτήτης του κράτους και, συνεπώς, έχει ολοκληρωτική εξουσία. Ταξινομείται στο δεσποτικό κοσμοσύστημα και, ειδικότερα, στην κρατική δεσποτεία. Η προσέγγιση του Βυζαντινού βασιλέα ως πολιτειακού θεσμού της μητρόπολης και όχι ως συστατικού θεσμού του κεντρικού πολιτικού συστήματος είναι, μόνον αυτή, ικανή να εξηγήσει τόσο τη σχέση του με το Δήμο και τη Σύγκλητο όσο και το πλαίσιο της δικής του λειτουργίας στη σύνολη κοσμοπολιτεία.

Ο βασιλέας θεωρείται, όντως, ότι κατέχει την κυβερνητική και τη νομοθετική αρμοδιότητα. Όμως, η αρμοδιότητα αυτή δεν είναι πρωτογενής και, συνεπώς, ανεξέλεγκτη ή απεριόριστη. Εγγράφεται στις πολιτειακές λειτουργίες της μητρόπολης και, ως εκ τούτου, υπόκειται στους περιορισμούς τους. Οι περιορισμοί αυτοί έχουν ως νομιμοποιητικό υπόβαθρο την έννοια της «πάτριας πολιτείας», η οποία ενσαρκώνει την πολιτειακή, δικαιική, πολιτισμική και θρησκευτική νομιμότητα της κοσμόπολης. Η «πάτριος πολιτεία» και ο συνακόλουθος σκοπός της πολιτικής, που έχει ως πρόσημο το «κοινό», δεν εγκιβωτίζει μόνον το εξουσιαστικό πεδίο μέσα στο οποίο μπορεί να κινηθεί ο βασιλέας για να μην καταγραφεί ως τύραννος. Νομιμοποιεί, συγχρόνως, τους λοιπούς πολιτειακούς φορείς να ελέγχουν, να αξιώνουν δράσεις ή συμπεριφορές, να αμφισβητούν και, μάλιστα, να ανακαλούν την εντολή ή να καθαιρούν τον κάτοχο της βασιλικής εξουσίας. Οι φορείς αυτοί είναι κατά περίπτωση (δηλαδή για μέρος ή για το σύνολο της πολιτικής ή της εξουσίας του βασιλέα) ο Δήμος, η Σύγκλητος, η Εκκλησία, οι λειτουργοί της δικαιοσύνης, τα «κοινά» κτλ.

Ώστε ο Βυζαντινός βασιλέας είναι εντεταλμένος αντιπρόσωπος του «κοινού», εκλεγμένος δια βίου29. Η δια βίου εκλογή αποτέλεσε συχνά σημείο πολιτικής τριβής με τις ανταγωνιστικές πολιτικές «προτάσεις» που αναπτύσσονταν στο περιβάλλον της μητρόπολης, καθώς δεν διευκόλυνε την εναλλαγή στην κυβερνητική εξουσία. Όμως, το γεγονός αυτό δεν έθετε τον βασιλέα υπεράνω της μητροπολιτικής πολιτειακής νομιμότητας. Η εξουσία του θα παραμείνει, όπως είδαμε, αυστηρά οριοθετημένη από την πολιτειακή και δικαιική νομιμότητα της ανθρωποκεντρικής κοσμοπολιτείας, θα ελέγχεται και η εντολή του θα είναι ελευθέρως ανακλητή από το Δήμο και τη Σύγκλητο. Ο βασιλέας λογοδοτεί στα πολιτειακά όργανα της Πόλης, το Δήμο και τη Σύγκλητο. Με άλλα λόγια, η διά βίου εντολή δεν υποδηλώνει, επ' ουδενί, την παραίτηση του Δήμου (και της Συγκλήτου) από το δικαίωμά τους να ενεργοποιήσουν την αμφισβήτηση και να αξιώσουν είτε την ανάκλησή της είτε έλεγχο της «πολιτείας» του βασιλέα. Δεν είναι λίγες οι φορές που ο βασιλέας υποχρεώθηκε να προσέλθει στο Δήμο, στον Ιππόδρομο, προκειμένου να απολογηθεί ή να αιτιολογήσει τις πολιτικές του επιλογές. Ομοίως, οι ιστορικές μαρτυρίες που εμφανίζουν το βασιλέα να συνοδεύεται στις αποστολές του από συγκλητικούς ή να συμβουλεύεται τη Σύγκλητο ή το λαό προκειμένου να λάβει σημαντικές αποφάσεις είναι πυκνές.

Η σχέση του βασιλέα με το δήμο παρέμεινε έως το τέλος, ακόμη και όταν, για λόγους που δεν είναι του παρόντος, οι πολιτειακές λειτουργίες ατόνησαν, ανθρωποκεντρική και κατ' ελάχιστον αντιπροσωπευτική, όχι δεσποτική. Το γεγονός αυτό αποδίδουν όχι μόνον η ανωτέρω εκλογική/νομιμοποιητική και εξελεγκτική αρμοδιότητα του Δήμου και της Συγκλήτου της Πόλης, αλλά και η εξισορροπητική, έναντι του ισοβίου της εντολής, λειτουργία του λαού να αμφισβητεί δυναμικά και να καθαιρεί τον βασιλέα, η οποία, όπως μαρτυρείται, ασκήθηκε όχι λίγες φορές.

Ο εντολιακός χαρακτήρας της εξουσίας του βασιλέα δεν απαλείφθηκε ούτε προς το τέλος του Βυζαντίου, όταν η γενικότερη αποσύνθεση του πολιτειακού του συστήματος ανέστειλε τις λειτουργίες της μητρόπολης. Ο Χρυσολωράς δεν θα παραλείψει να επισημάνει στον Ανδρόνικο Παλαιολόγο την εκλογή του από το λαό. Ο τελευταίος βασιλιάς του Βυζαντίου θα αντιτείνει, στην αξίωση του Μωάμεθ να του παραδώσει την Πόλη, ότι αυτό «ούτε δικό [του] δικαίωμα είναι, ούτε κανενός άλλου. Γιατί όλοι ομόφωνα και με τη θέλησή μας αποφασίσαμε να πεθάνουμε...».

Συμπεραίνουμε, λοιπόν, ότι οι αρμοδιότητες του βασιλέα κινούνται σε ένα πλαίσιο πολιτειακής νομιμότητας και νομιμοποίησης από τους συντελεστές της Πόλης. Αρθρώνονται σε ένα αδιαίρετο όλον, με εκείνες των λοιπών πολιτειακών θεσμών, από τους οποίους η βούλησή του ελέγχεται, όπως είδαμε, και επικουρείται, ιδίως από τη Σύγκλητο και το Δήμο. Ο βασιλεύς καλείται να πολιτευθεί με γνώμονα, ιδίως, τη δυναμική που του υπαγορεύει η βασιλεύουσα Πόλη, με αφετηρία τον Ιππόδρομο και, βεβαίως, την πολυάνθρωπη Σύγκλητο. Η πολιτεία της βασιλεύουσας πόλης εμφανίζεται «κυρία» στο κεντρικό πολιτικό σύστημα, καθώς οι θεσμοί της παίζουν έναν ρόλο καταλύτη στην πολιτική διαδικασία. Ο Δήμος, στο περιβάλλον αυτό, αναγνωρίζεται ως θεμελιώδης πολιτειακός παράγων, ο οποίος, μη υποκείμενος σε περιορισμούς «τιμοκρατικού» τύπου, όπως επί Ρώμης, δεν διαφοροποιείται πολιτικά από τις ισχυρές οικονομικά κοινωνικές τάξεις, στις οποίες άλλωστε κυριαρχούν τα μεσαία αστικά στρώματα και το πλήθος. Η αναφορά στην έννοια του Δήμου υποδηλώνει ότι, σε αντίθεση με τη Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη, όντας μια ακραιφνώς και, μάλιστα, με υψηλό ανθρωποκεντρικό ανάπτυγμα κοινωνία, προσέλαβε σταθερά το πλήθος ως πολιτειακά συντεταγμένη οντότητα και όχι ως ιδιωτική και άμορφη μάζα. Ώστε η σχέση του βασιλέα με το δήμο είναι εντέλει ανθρωποκεντρική, όχι ιδιοκτησιακή (δεσποτική). Ο βασιλέας υπηρετεί το «κοινό», όχι το ίδιον συμφέρον.

Στη μακρά διάρκεια της βυζαντινής οικουμένης το βασικό αυτό πολιτειακό σχήμα που οριοθετεί τη σχέση των κοσμοπολιτειακών θεσμών με τη μητρόπολη ή, αλλιώς, η θέση της μητροπολιτικής πολιτείας στο κεντρικό πολιτικό σύστημα της κοσμοπολιτείας θα διαφοροποιηθεί σημαντικά. Ουδέποτε όμως θα αποβάλει την καταστατική του ιδιοσυστασία, δηλαδή τον χαρακτήρα του ως ανθρωποκεντρικής κοσμοπολιτείας. Κατά τούτο παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον η συγκριτική παράθεση του προ-αντιπροσωπευτικού και, εν πολλοίς, κυρίαρχου έναντι της κοινωνίας πολιτικού συστήματος του νεότερου κράτους με τη βυζαντινή κοσμοπολιτεία. Παραγνωρίζεται ιδίως ότι στη σύγχρονη πολιτεία η έννοια του δήμου -της πολιτειακά συγκροτημένης κοινωνίας- είναι άγνωστη, αφού το πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας αποδίδει μια προ-αντιπροσωπευ-τική σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής, η οποία περιάγει το κοινωνικό σώμα στην καθαρά ιδιωτική σφαίρα. Συγχρόνως, η πολιτική τάξη τοποθετείται θεσμικά υπεράνω του νόμου, ως προς τις εξωπολιτειακές της ενεργητικότητες, και ορίζεται ως εξολοκλήρου ανεύθυνη σε ό,τι αφορά την πολιτική της λειτουργία. Άλλωστε, ο διά βίου και πράγματι κληρονομικός χαρακτήρας της πολιτικής ελίτ, που διασφαλίζεται, όχι διά της εξουσίας του κράτους, όπως στην κρατική δεσποτεία, αλλά διά του κομματικού συστήματος, συναντάται με τη νομιμοποιητική απλώς και όχι εκλογική λειτουργία του ιδιώτη, κατά τα λοιπά, κοινωνικού σώματος30.

Από το βιβλίο: Γεώργιος Κοντογιώργης, Η δημοκρατία ως ελευθερία, Εκδόσεις Πατάκη


24. «Επί δε της μετά Μαυρίκιον... ίστε σχεδόν άπαντες οίους κατά πόλιν ήγειρε... έως και αυτής της βασιλίδος των πόλεων, ούτως ως μη μόνον εξαρκείν τοις δήμοις το κατ' αγοράν αίμασιν εμφυλίοις μεθύσκεσθαι...» (αναφ. από Δ. Τσουγκαράκη, στο Νικηφόρος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Ιστορία Σύντομος, Αθήνα, Εκδ. Κανάκη, 1994, σελ. 10).

25. Η ελληνιστική μοναρχία μετεξελίχθηκε σε κληρονομική, η Ρώμη χρειάσθηκε πολύ χρόνο για να αποβάλει το δεσποτικό της χαρακτήρα, ενώ μόνον η βυζαντινή κοσμοπολιτεία οικοδομήθηκε πάνω σε ακραιφνώς ανθρωποκεντρικές βάσεις. Πράγμα που εξηγεί την υπαγωγή και του θεσμού της βασιλείας στην πολιτεία της μητρόπολης. Αυτό ακριβώς το πρωτόγνωρο φαινόμενο ο Ιουστινιανός επιχείρησε ανεπιτυχώς να αποτρέψει, καταστέλλοντας με τη βία την πολιτική λειτουργία του δήμου. Η κορύφωση του πολιτικού ρόλου του δήμου φαίνεται ότι εντοπίζεται στους επόμενους αιώνες, ιδίως από τον 7ο αιώνα και εντεύθεν.

26. Παρουσιάζει ενδιαφέρον η εμμονή του Βυζαντινού ηγέτη να αποκαλείται βασιλεύς και όχι αυτοκράτωρ, όπως επί Ρώμης. Πρόκειται για διαφοροποίηση συνειδητή, καταστατικού χαρακτήρα, που δεν συμβολίζει απλώς την επιρροή της ελληνικής πολιτικής παιδείας. Κατά τούτο προκαλεί, επίσης, ενδιαφέρον η εμμονή της νεότερης κοινωνικής επιστήμης να αποκαλεί τον Βυζαντινό βασιλέα αυτοκράτορα.

27. Να προσεχθεί ότι ο ηγέτης δεν χρησιμοποιεί το στρατό για να επιβάλει πραξικοπηματικά την εξουσία του. Προσφεύγει στην «κοινωνία» του στρατιωτικού σώματος προκειμένου να βαρύνει στους συσχετισμούς της Πόλης από τους οποίους επιβεβαιώνεται τελικά στην ηγεσία της κοσμοπολιτείας.

28. Έτσι, ο βασιλιάς Μιχαήλ Η' Παλαιολόγος, όταν εξέλεξε τον γιο του Ανδρόνικο ως συμβασιλέα, του «επέτρεψε... να υπογράφει διατάγματα με κόκκινο μελάνι, όχι όμως να βάζει το μήνα και την ίνδικτο, αλλά να χρησιμοποιεί τη διατύπωση "Ανδρόνικος Χριστού χάριτι βασιλεύς Ρωμαίων"», προκειμένου να υποσημειώσει προφανώς την κατ' εκχώρηση και, οπωσδήποτε, συμπληρωματική λειτουργία της βασιλικής του ιδιότητας (Βλέπε Νικηφόρος Γρηγοράς, Ρωμαϊκή Ιστορία).

29. Πρέπει να ειπωθεί ότι η ισόβια εντολή αποτελεί μια από τις ελάχιστες εξαιρέσεις στη σύνολη κοσμοπολιτεία. Σε ό,τι αφορά στα «κοινά», το σύνολο των αρχών τους είναι συνοδικές, ενώ ο χρόνος της εντολής κυμαίνεται ανάμεσα στους έξι μήνες και το ένα έτος.

30. Παρέλκει η επίκληση του, αναλογικώς ομολόγου προς το κοσμοπολιτειακό, ευρωπαϊκού πολιτικού συστήματος, στο οποίο δεν συντρέχει ουδέ καν η ελαχίστη λαϊκή νομιμοποίηση.

Κυριακή, 28 Μαρτίου 2010

Μίζες και για τα υποβρύχια


Απο την "Καθημερινή" της 28ης Μαρτίου 2010 «Χρήσιμες πληρωμές» που ξεπερνούσαν και το 5% της σύμβασης δόθηκαν για προμήθεια

Του Τ. Τελλογλου

Η γερμανική εταιρεία Ferrostaal AG, με παρουσία σε πάνω από 60 χώρες και 4.500 εργαζομένους, «λάδωσε» για να αναλάβει την κατασκευή 4 υποβρυχίων στην Ελλάδα στο πλαίσιο της σύμβασης 012Β/00. Μόνο για το «Παπανικολής», σύμφωνα με τις καταθέσεις που έγιναν στην Εισαγγελία του Μονάχου, δόθηκαν 10-12 εκατομμύρια ευρώ, ενώ γενικά οι προμήθειες-ρεκόρ που καταβάλλονταν από τους Γερμανούς ξεπερνούσαν το 5% του κόστους της παραγγελίας. Αυτά προκύπτουν, σύμφωνα με πληροφορίες της «Καθημερινής», από στοιχεία και μαρτυρικές καταθέσεις που έχει συγκεντρώσει η Εισαγγελία-1 του Μονάχου στο πλαίσιο έρευνας που πραγματοποίησε στα γραφεία της Ferrostaal στο Εσσεν.

Την Τετάρτη 24 Μαρτίου 2010, άνδρες της Εισαγγελίας του Μονάχου έκαναν έφοδο στα γραφεία της εταιρείας για την οποία υπήρχαν ήδη ενδείξεις ότι «λάδωνε» συστηματικά για να κερδίζει παραγγελίες εργοστασίων παραγωγής και υποβρυχίων σε ολόκληρο τον κόσμο (Αργεντινή, Πορτογαλία, Πακιστάν, Ελλάδα, Τουρκία). Η Εισαγγελία του Μονάχου διενεργεί ανάκριση εναντίον 4 πρώην στελεχών της εταιρείας στον τομέα των πωλήσεων στο εξωτερικό, ενώ δύο μέλη του Δ.Σ. έχουν προφυλακιστεί. Η εταιρεία παραδέχθηκε ότι διενεργείται έρευνα, αλλά «κατά συγκεκριμένων προσώπων και για συγκεκριμένα εγχειρήματα».

Ομως, όπως προκύπτει από στοιχεία που είναι στη διάθεση της Sueddeutsche Zeitung και της «Καθημερινής», οι δωροδοκίες στο εξωτερικό ήταν «σύστημα» για τη γερμανική εταιρεία. Οι Γερμανοί εισαγγελείς βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις παράνομες πληρωμές της Ferrostaal κατά την έρευνά τους στην εταιρεία ΜΑΝ, που κατείχε την εταιρεία Ferrostaal, έως ότου αγοράσει την πλειοψηφία των μετοχών η International Investment Company του Αμπου Ντάμπι, την 1η Ιανουαρίου του 2008. Μία κρατική εταιρεία του Αμπου Ντάμπι, η Αμπου Ντάμπι Μαρ, αγόρασε πρόσφατα και τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, που επίσης εμπλέκονται στην κατασκευή των υποβρυχίων. Η ΜΑΝ κράτησε το 30% της Ferrostaal. Της εφόδου στα γραφεία της Ferrostaal προηγήθηκαν καταθέσεις στελεχών της εταιρείας, που περιέγραφαν το σύστημα δωροδοκιών σε ολόκληρο τον κόσμο.

Δικηγορική μεσολάβηση

Μέχρι την αλλαγή του νόμου στη Γερμανία το 1999, πληροφορίες αναφέρουν ότι αυτό γινόταν κατευθείαν προς τους αξιωματούχους που έπαιρναν τις αποφάσεις προς όφελος της γερμανικής εταιρείας. Στη συνέχεια άρχισε να μεσολαβεί δικηγορικό γραφείο της Ζυρίχης που έπαιρνε ποσοστά 10% και είχε συγκροτήσει δίκτυο υπεράκτιων εταιρειών. Μία τέτοια εταιρεία με έδρα το Λονδίνο, η Marine Force International (MFI), στην οποία συμμετείχαν κατά 50% η Ferrostaal και κατά 50% η Thyssen Krupp Marine Systems, διαχειριζόταν τις δουλειές των υποβρυχίων. Στην περίπτωση της Ελλάδας, σύμφωνα με τις ενδείξεις της Εισαγγελίας του Μονάχου, τα χρήματα έφευγαν από την MFI και υπό την υψηλή εποπτεία ενός 60χρονου Ελληνα μοιράζονταν «χρήσιμες (σ.σ. παράνομες) πληρωμές», για τη σύμβαση των 1,8 δισ. ευρώ που αφορούσαν την κατασκευή των υποβρυχίων 214, οι οποίες αποτελούν ακόμα το «μήλον της Εριδος» μεταξύ του ελληνικού και του γερμανικού Δημοσίου. Ολα τα παραπάνω προκύπτουν από κατάθεση που δόθηκε στην Εισαγγελία του Μονάχου, πριν από την έφοδο στο Εσσεν.

Μέλος της διοίκησης της εταιρείας του Λονδίνου είναι ο Κλάους Λέσκερ, που ανακρίθηκε την περασμένη Τετάρτη στο Μόναχο. Σύμφωνα με τις πρώτες καταθέσεις, από το Λονδίνο ήταν «ευκολότερο να λαδώνει κανείς παρά από το Εσσεν», ενώ, όπως υποστηρίζεται, οι παράνομες πληρωμές στην Πορτογαλία ήταν «νηπιαγωγείο μπροστά στις παράνομες πληρωμές στην Ελλάδα». Τα στελέχη της εταιρείας που εξετάστηκαν δήλωσαν έκπληκτα από το γεγονός ότι σε μία χώρα της «Ευρωπαϊκής Ενωσης ζητούσαν και έπαιρναν τόσο υψηλές μίζες». Τα στελέχη αυτά επιβεβαίωσαν, σύμφωνα με πληροφορίες, ότι στην Ελλάδα, όπως και στην Πορτογαλία, κατεβλήθησαν μίζες σε αξιωματούχους που ελάμβαναν τις αποφάσεις για την παραγγελία των υποβρυχίων.

«Συμβόλαια συμβούλων»

Ο Ελληνας μεσάζων προετοίμαζε για τον σκοπό αυτό «συμβόλαια συμβούλων», αλλά στην πραγματικότητα ήταν «αχυράνθρωπος». Το κεντρικό διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας γνώριζε για τις πληρωμές αυτές, που σε κάποιες περιπτώσεις προσέγγιζαν το 2,5-3% της σύμβασης. Στην Ελλάδα, ωστόσο, ξεπέρασαν το 5% ή τα 50 εκατομμύρια ευρώ και φαίνεται ότι δόθηκαν για προμήθεια σε συγκεκριμένη εταιρία απ’ όπου, σύμφωνα με τις πρώτες καταθέσεις, κατευθύνθηκαν σε κρατικούς αξιωματούχους. Πάντως, σύμφωνα με πληροφορίες, δεν έχει αναφερθεί έως τώρα ακριβές ποσό για τις «χρήσιμες πληρωμές» στην Ελλάδα.

Για το «Παπανικολής», το πρώτο από τα υποβρύχια που παρελήφθησαν από το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό, κατεβλήθη από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας το 75% του τιμήματος, κάπου 250 εκατομμύρια ευρώ. Καθώς οι «μίζες» δίνονταν pro rata, δηλαδή ανάλογα με το ύψος της πληρωμής από τον πελάτη προς τις κατασκευάστριες εταιρείες, για το υποβρύχιο που «έγερνε» κατεβλήθησαν, σύμφωνα με τις πρώτες ενδείξεις της έρευνας, περίπου 10-12 εκατομμύρια ευρώ σε «χρήσιμες πληρωμές». Οι συνολικές πληρωμές, και ενόψει του γεγονότος ότι η κοινοπραξία Ferrostaal/HDW αγόρασε το 2001 τα Ναυπηγεία Σκαραμαγκά, «πρέπει να ήταν πολύ υψηλότερες», σύμφωνα με μία κατάθεση που δόθηκε στο Μόναχο.

Ποινικά τα πολιτικά εγκλήματα


Χρήστος Γιανναράς

Για πρώτη φορά η κομματοκρατία στην Ελλάδα μοιάζει σε πανικό. Για πρώτη φορά η ανικανότητα και φαυλότητα του πολιτικού μας συστήματος βγαίνουν απροκάλυπτα στο φως ή κινδυνεύουν να βγουν. Και οι κομματικές συντεχνίες πασχίζουν απεγνωσμένα αντιπερισπασμό: Να μεταθέσουν την προσοχή και οργή των πολιτών από τα πολιτικά και κοινωνικά εγκλήματα τα εγχώρια, στην «εμπάθεια» που έχουν για τους Ελληνες οι Ευρωπαίοι εταίροι μας, στην «αλαζονεία» τους. Κι αυτό, επειδή αρνούνται οι Ευρωπαίοι να συνεχίσουν να στηρίζουν την ανικανότητα και κραιπάλη των εξουσιολάγνων της ελλαδικής πολιτικής σκηνής.

Μας έκαναν περίγελο της οικουμένης, το ελληνικό όνομα διασύρεται και χλευάζεται σε κάθε γωνιά της γης. Και θέλουν οι πολιτικοί μας να πιστέψουμε ότι, ναι μεν «έγιναν λάθη», αλλά η διεθνής διαπόμπευσή μας και ατίμωση είναι σε αναντιστοιχία με τα λάθη τους – δεχόμαστε «χυδαίες επιθέσεις», «ρατσιστική μεταχείριση», επειδή είναι «αλαζόνες» οι εταίροι μας. Επικαλούνται και στατιστικές μετρήσεις της αδικίας που μας γίνεται: Οτι υπάρχουν χώρες της Ευρωζώνης με δημόσιο χρέος αναλογικά μεγαλύτερο από το δικό μας και αναλογικά χαμηλότερους δείκτες ακαθάριστου εθνικού προϊόντος, που όμως δεν γίνονται στόχος «ανήθικων κερδοσκόπων», «άπληστων» χρηματοπιστωτικών οργανισμών.

Ο πανικός των ανίκανων και διεφθαρμένων κομμάτων προβάλλεται σαν «καθολική αγανάκτηση» και «έκρηξη οργής» όλων των Ελλήνων για τον «ανθελληνισμό» της Δύσης. Σπασμωδική προσπάθεια να σφετεριστούν και να αποπροσανατολίσουν τον πραγματικό λαϊκό θυμό, να μας κάνουν να παραβλέψουμε τα προφανή και κραυγαλέα της φαυλότητας, της ιδιοτέλειας, της μικρόνοιας των ηγετών μας, αυτά που ρώταγε πρόσφατα και η Monde Diplomatique: Πού κατέληξαν οι πακτωλοί των χρημάτων του Ταμείου Συνοχής και των «πακέτων» της Ε.Ε.; Είκοσι εννέα χρόνια τώρα, τα κόμματα και ο υπόκοσμος που τα πλαισιώνει ασέλγησαν με αναίδεια ιταμή στο κράτος και στις λειτουργίες του, εκμαυλίζοντας με εξωφρενικά σπάταλες παροχές κοντόφθαλμους ψηφοφόρους, εξαγοράζοντας μεγαλοεργολάβους καναλάρχες, τις μαφίες των προμηθευτών του Δημοσίου, τους αδίστακτους επαγγελματίες συνδικαλιστές. Ιδιοποιήθηκαν για το ακόρεστο κομματικό τους συμφέρον (συχνά και για την τσέπη τους) το χρήμα που δόθηκε για να πετύχει η χώρα την οικονομική σύγκλιση με τους εταίρους της, τον παραγωγικό εκσυγχρονισμό της.

Και όταν οι παροχές της Ε.Ε. άρχισαν να στερεύουν, η κομματική κραιπάλη συνεχίστηκε με ξέφρενο εγκληματικό δανεισμό. Ακόμα κι όταν εμφανίστηκε στον διεθνή ορίζοντα η κρίση, Καραμανλής ο βραχύς και ανεκδιήγητος, αντί να θωρακίσει το λαϊκό εισόδημα με αμείλικτο κολασμό της εγχώριας κερδοσκοπίας, χάρισε 25 δισ. ευρώ στις τράπεζες για επέκταση των δραστηριοτήτων τους στην αλλοδαπή. Και τώρα, με τη χρεοκοπία του κράτους ψηλαφητή συμφορά, το πρώτο που πασχίζουν οι υπόδικοι αφέντες μας είναι να μεταθέσουν την προσοχή και την οργή μας στις έξωθεν προσβολές της «αξιοπρέπειας» και του «πολιτισμού» των Ελλήνων.

Οχι ότι δεν είναι απροσχημάτιστη η ευρωπαϊκή στην περίπτωσή μας κακεντρέχεια – το εξώφυλλο του γερμανικού Forum, σαν ελάχιστο παράδειγμα, κραύγασε τα συμπλεγματικά απωθημένα αιώνων τευτονικής μειονεξίας, μας πήγε πίσω στο φανατισμένο μένος των συγγραφών Contra Errores Graecorum. Ομως, το γόνιμο για τους Ελληνες αυτή την ώρα δεν είναι ο θυμός για τον πρωτογονισμό, που ουδέποτε εξαλείφθηκε από τους γερμανικούς δρυμούς. Είναι η ευκαιρία που μας δίνεται να αφυπνιστούμε: να συνειδητοποιήσουμε, επιτέλους, το ζυγό της κομματοκρατίας και, αν έχουμε ακόμα «τσαγανό», να τον αποτινάξουμε. Να τολμήσουμε κάθαρση του πολιτικού σκηνικού, να στείλουμε τους πρωταίτιους της χρεοκοπίας και διάλυσης του κράτους εκεί όπου στείλαμε και τους πρωταίτιους της εφτάχρονης ντροπής μας: σε συνεπή ισόβια.

Με συνταγματικές διαδικασίες: Νομομαθείς πολίτες να μηνύσουν τους υπουργούς που παραποιούσαν όσα λογιστικά στοιχεία υποβάλλονταν στην Ε.Ε. από το 1981 ώς σήμερα. Να μηνύσουν για κατάφωρη βλάβη του δημόσιου συμφέροντος, μετά δόλου, όσους υπέγραψαν συνάψεις δανείων της χώρας, ώστε να ελεγχθεί εισαγγελικά η σκοπιμότητα, αλλά και η διαχείριση των δανείων, που οδήγησε στην απώλεια της εθνικής κυριαρχίας. Να μηνύσουν καταξιωμένοι νομομαθείς πολίτες τους υπεύθυνους για τις προμήθειες των Ενόπλων Δυνάμεων και του Συστήματος Υγείας υπουργούς, να ερευνηθεί εισαγγελικά το όργιο της κλεπτοκρατίας και της αλυσιδωτής διαφθοράς. Να μηνυθούν οι πρόεδροι οργανισμών και ιδρυμάτων που ανέχθηκαν στρατιές αργόσχολων, κομματικά διορισμένων (σαράντα δύο «συνοδών ασανσέρ» σε αθηναϊκό νοσοκομείο, οχτώ θωρωρών για μία θύρα που ανοίγει αυτόματα, δεκαεφτά κηπουρών για τα πεύκα στο προαύλιο μουσείου δύο μικρών αιθουσών κ.ά. άπειρα ανάλογα).

Αντίστοιχες μηνύσεις για τις μυθώδεις προμήθειες από δημόσια έργα, για την έγκριση αστρονομικών αμοιβών σε προέδρους δημόσιων οργανισμών και εταιρειών του Δημοσίου, για τους εξωφρενικούς αριθμούς «ειδικών συμβούλων» στα υπουργεία, μηνύσεις για υπέρβαση των νομοθετημένων ορίων στα προεκλογικά έξοδα των κομμάτων.

Είναι προβλεπόμενη η αντίδραση των κομματανθρώπων: «Ποινικοποιείται ο δημόσιος βίος», θα πουν. Αλλά και γιατί όχι; Αν πάσχει σε κάτι αυτή η πρόταση, είναι ότι, απλουστευμένη και επιγραμματική στο πλαίσιο μιας επιφυλλίδας, μοιάζει επιπόλαιος αυθορμητισμός, μη ρεαλιστικός. Το δύσκολο είναι να σοβαρέψει στην εφαρμογή της η πρόταση, να την επεξεργαστούν και να την πραγματώσουν έγκυροι, ευφυείς, ανιδιοτελείς πολίτες. Και τότε, ας ποινικοποιηθεί στο έπακρο ο πολιτικός βίος, αρκεί να καθαρίσει η κόπρος του Αυγεία.

Δεν μας έχουν αφήσει άλλη δυνατότητα, το Σύνταγμα, κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους, δεν περιέχει πια καμιά δικλίδα ασφαλείας για το ενδεχόμενο γενικευμένης διάλυσης του κράτους. Συνταγματάρχης Ζορμπάς και Γουδή αποκλείονται σήμερα εκ των πραγμάτων. Δεν μας απομένει παρά μόνο η προσφυγή στην Τρίτη Εξουσία: στη Δικαιοσύνη. Εχουν προσπαθήσει οι τύραννοι του λαϊκού σώματος να την ακυρώσουν – οι νόμοι περί ευθύνης υπουργών κωμικοί, η Βουλή τούς απαλλάσσει ακόμα και για ποινικά εγκλήματα. Ο «Μέγας Εθνάρχης» είχε αποφανθεί ότι κάθε πρωθυπουργός είναι υπεράνω του νόμου, δεν δικάζεται.

Ομως, τους ξέφυγε στο Σύνταγμα το καίριο: Οι πολίτες υποχρεούνται να αντιστέκονται «με κάθε μέσο» στην κατάλυση του Συντάγματος. Αρα και ποινικοποιώντας τα πολιτικά εγκλήματα.

Αναδημοσίευση από την Kαθημερινή - Ημερομηνία δημοσίευσης: 28-03-10

Σάββατο, 27 Μαρτίου 2010

Οι Έλληνες της Ανατολής στην Επανάσταση του 1821

Από το δίκτυο ενημέρωσης Μικρασιατών


Του Βλάση Αγτζίδη

Παρότι η Επανάσταση του 1821 έχει μελετηθεί σε μεγάλο βαθμό, εν τούτοις διάφορες παράμετροι που σχετίζονται με το ιδεολογικό, κοινωνικό αλλά και γεωγραφικό πλαίσιο, παραμένουν ακόμα άγνωστοι. Στις παραμέτρους αυτές περιλαμβάνεται και η συμμετοχή των Ελλήνων που κατοικούσαν στις περιοχές που χάθηκαν οριστικά για τον ελληνικό κόσμο μετά το 1922.

Οι Έλληνες του Εύξεινου Πόντου

Για τον οθωμανοκρατούμενο μικρασιατικό Πόντο, ο Γεώργιος Κανδηλάπτης αναφέρει ότι “Εν Τραπεζούντι κοινωνοί αυτής εγένοντο οι διδάσκαλοι Ηλ. Κανδήλης και Σάββας Τριανταφυλλίδης…” (Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη, Ποντιακά ιστορικά ανάλεκτα, Αλεξανδρούπολη, 1925, σελ. 14.) Ο ίδιος αναφέρεται στη μύηση του μητροπολίτη Χαλδίας Σιλβέστρου του Β’ και σε άλλα ενδιαφέροντα γεγονότα.

Γράφει : “…εμυήθη εις την Φιλικήν Εταιρίας κατηχηθείς υπό του εν Τραπεζούντι σχολάρχου, φίλου 0005__και συμμαθητού του Σάββα Τριανταφυλλίδου… και ότι βραδύτερον διεπιστώθη τούτο εξ επιστολής του εν Κωνσταντινουπόλει αντιπροσώπου του Πρωτοσύγγελου Ιωακείμ, και έδωκεν, ενώπιον δύο απεσταλμένων της Φιλ. Εταιρείας, ελθόντων εις την Αργυρούπολιν υπό το ένδυμα δερβίσσηδων, τον επί τούτω όρκον. Οι ως άνω απεσταλμένοι, περιελθόντες πολλάς ελληνικάς εν Πόντω κοινότητας, πολλούς κατήχησαν και συνδρομάς εισέπραξαν δια τον αγώνα. Τότε έγραψα ότι κατηχήθηκαν και πλείστοι πρόκριτοι και προύχοντες της Αργυρουπόλεως και της επαρχίας Χαλδίας και συνηθροίσθη το σπουδαίον δια την εποχήν εκείνην ποσόν των 12.000 γροσίων, όπερ και απεστάλη μέσον Πατριαρχείων εις την αγωνιζομένην Ελλάδα.” (Γεωργίου Θ. Κανδηλάπτη, Οι Πόντιοι κατά τους αγώνας της επαναστάσεως”, Ποντιακή Εστία, τεύχ. 13, 1962, σελ. 6623-6626.)

Σημαντική εκπρόσωπος της ποντιακής συμμετοχής υπήρξε η οικογένεια των Υψηλαντών, η οποία, όπως και η άλλη ποντιακή οικογένεια των Μουρούζηδων, έδωσαν τα πάντα στον Αγώνα. Η οικογένεια των Υψηλαντών ενσάρκωσε με τον πλέον αποκαλυπτικό τρόπο το γεγονός της στράτευσης όλων των Ελλήνων στο στόχο της πολιτικής αποκατάστασης του υπόδουλου γένους.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης ανέλαβε την Γενική Αρχηγεία της Φιλικής Εταιρείας. Στις 22 Φεβρουαρίου του 1822 πέρασε τον Προύθο επικεφαλής μερικών μόνο αντρών. Στις 24 Φεβρουαρίου κήρυξε την Επανάσταση. Η κρίσιμη μάχη έγινε στο Δραγατσάνι στις 7 Ιουνίου. Η ηρωϊκή αντίσταση και η θυσία του “Ιερού Λόχου” με επικεφαλής τον Νικόλαο Υψηλάντη, σήμαναν την καταστολή της εξέγερσης. Περισσότεροι από 200 Ιερολοχίτες έπεσαν στη μάχη και 37 αιχμαλωτίστηκαν για να αποκεφαλιστούν αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Σώθηκαν 136, οι οποίοι θα καταλήξουν στις ρωσικές φυλακές. Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης θα συλληφθεί από τους Αυστριακούς και θα παραμείνει στη φυλακή μέχρι το 1827. Από τους διασωθέντες Ιερολοχίτες εκτιμάται ότι οι 19 κατάγονταν από τον Πόντο.

Στα επαναστατικά στρατεύματα στον ελληνικό Νότο θα συναντήσουμε Πόντιους αγωνιστές. Ο Κάνις γράφει: “Ουχ ήττον και πολλοί νέοι Πόντιοι μέσον Ρωσίας και Ρουμανίας κατήλθον εις την Ελλάδα και επολέμησαν γενναίως εν Ηπείρω και Στερεά Ελλάδα…” Ο εντοπισμός τους είναι δύσκολος γιατί ανάφερονται ως προερχόμενοι από τη Μικρά Ασία. Σε μια μελέτη για τους Μικρασιάτες αγωνιστές Κ. Μ. Κωνσταντινίδη “Η συμβολή των Μικρασιατών εις την εθνική αναγέννησιν” που δημοσιεύτηκε το 1940 στο περιοδικό Μικρασιατικά Χρονικά, ο Οδυσσέας Λαμψίδης κατάφερε να εντοπίσει 17 Πόντιους αγωνιστές και να δημοσιεύσει με πλήρη τεκμηρίωση τα ονόματά τους. Ο εντοπισμός τους έγινε από τον τοπωνυμικό χαρακτηρισμό τους, όπως για παράδειγμα, Τραπεζανλής, Τραπεζούντιος, Μαυροθαλασσίτης, Σιναπλής, Κιουμουσχανελής. (Οδ. Λαμψίδου, “Έλληνες Πόντιοι εις την εθνεγερσίαν του 1821″, Αρχείον Πόντου, τόμ. 33, Αθήνα, 1975-1976, σελ. 9-10).

Ιωνία

Κατά τους σκοτεινούς αιώνες της μουσουλμανικής οθωμανικής κυριαρχίας, η Ιωνία υπήρξε χώρος μεγάλης οικονομικής και πνευματικής ανάπτυξης των Ελλήνων. Η Σμύρνη αποτελούσε το δεύτερο εθνικό κέντρο μετά την Κωνσταντινούπολη. Τα σχολεία της, όπως και αυτά των Κυδωνιών (Αϊβαλί), υπήρξαν εστίες με μεγάλη πνευματική ακτινοβολία. Η πνευματική ανάπτυξη της Ιωνίας θα εκφραστεί το 1819 με την ίδρυση τυπογραφείου στο Αϊβαλί, σε οίκημα της εκκλησίας της Παναγίας της Ορφανής. Η πρώτη του έκδοση είναι μια “Ωδή” της Ευανθίας Καϊρη και ένα στιχούργημα προς τιμήν του A. Didot. Η εκδοτική δραστηριότητα θα παύσει μετά την έκρηξη της επανάστασης και την καταστροφή της πόλης στις 3 Ιουνίου 1821.

Ένας από τους κορυφαίους εμπνευστές της ελληνικής πολιτικής αναγέννησης, ο Αδαμάντιος Κοραής, ήταν Σμυρνιός. Το κίνημα της korais__Φιλικής Εταιρείας είχε βρει γόνιμο έδαφος στην Ιωνία. Πολλοί Έλληνες της Ιωνίας έσπευσαν στην επαναστατημένη Ελλάδα για να πολεμήσουν τους κατακτητές. Οι παραθαλάσσιες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας έδιναν σημαντική βοήθεια στους επαναστάτες, προκαλώντας την οργή των Οθωμανών.

Με αφορμή την ανατίναξη ενός οθωμανικού πλοίου από μπουρλοτιέρηδες στο λιμάνι της Ερεσσού, στα τέλη του Μαϊου του 1821, έδωσε την αφορμή για την καταστροφή του Αϊβαλιού και των 30.000 Ελλήνων κατοίκων του. Ο Δημήτρης Φωτιάδης περιγράφει ως εξής την καταστροφή της ιωνικής πόλης: “…η μισοαυτόνομη πες εκείνη πολιτεία στα Μικρασιατικά παράλια συγκέντρωσε το φθόνο και τη βουλιμία της αρπαγής του δυνάστη. Γενίτσαροι, ζεϊμπέκια, ταγκαλάκια, γιουρούκηδες άρχισαν να μαζεύονται για να τη διαγουμίσουν. Οι λάμψεις του ντελινιού της Ερεσσού στάθηκαν το σύνθημα ν’ αρχίσουν οι σφαγές. Στέλνουνε μήνυμα στο στόλο μας, που καθώς είπαμε βρισκόταν σ’ εκείνα τα νερά, να τους γλυτώσει από σίγουρο χαμό. Φουντάρουν τα καράβια μας έξω από το λμάνι του Αϊβαλιού, καθώς τα νερά του ρηχά και δεν μπορούσαν να αράξουν μέσα σ’ αυτό. Κατεβάζουν τις σκαμπαβίες και τις φελούκες τους, βάζουν σε μερικές απ’ αυτές μικρά κανόνια και τρέχουν στην ξηρά. Τους δρόμους τους διαφεντεύει κιόλας ο θάνατος, όπως οι Τούρκοι είχανε ξεχυθεί στην πολιτεία καίοντας και σφάζοντας. Τους χτυπάνε οι μαρινάροι μας και τους πισωγυρίζουν. Κι ο λαός ξεχύνεται με την αγωνία της σωτηρίας στην χυχή και τους μπόγους της προσφυγιάς στο χέρι, στις σκαμπαβίες και στις φελούκες. Φορτωμένες ως τα μπούνια, κουβαλάνε αδιάκοπα στα καράβια μας τη Ρωμιοσύνη που αποζήταγε, για μια ακόμα φορά, να βρει τη σωτηρία στη φυγή.

Μα που να χωρέσουν τόσες χιλιάδες ψυχές; Σε λίγο κινδύνευαν να βουλιάξουν τα καράβια μας από το πλήθος της δυστυχίας που σωριάστηκε σ’ αυτά. Σ’ ένα μονάχα, στον “Αγαμέμνονα” του Τσαμαδού, 870 ψυχές έιχαν πλημμυρίσει το πόντε του, τους κοραδούρους του, τ’ αμπάρια του.

Όσοι δεν ήταν πια τρόπος να βρούνε λίγο τόπο στα καράβια μας. Απόμειναν στην ξηρά. Οι λαντρες σφάχτηκαν, οι γυναίκες και τα παιδιά πουλήθηκαν και σύρθηκαν στη σκλαβιά και στην ατίμωση. Οι άλλοι που γλύτωσαν σκόρπισαν στα νησιά -Ψαρά. Αίγιαν, Σκύρο, Ύδρα, Σπέτσες. Μαύρη κι άραχλη η ζωή τους στον αχάριστο αγώνα να οικονομήσουν το ψωμί της προσφυγιάς. Ελευθερία, πόσο ακριβά σ’ αγοράζουν οι λαοί! Η μόνη ευτυχία τούτων των δυστυχισμένων στάθηκε, πως πολλοί απ’ αυτούς πολέμησαν το δυνάστη στεριά και θάλασσα.” (Δημήτρη Φωτιάδη, Η Επανάσταση του ‘21, Αθήνα, εκδ. Μέλισσα, 1971, σελ. 111.)

Οι διωγμοί δεν τελείωσαν με την καταστροφή του Αϊβαλιού αλλά συνεχίστηκαν ως το Δεκέμβριο στη Σμύρνη και στο Κουσάντασι. Μεγάλος αριθμός των κατοίκων αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την Ιωνία και να καταφύγει στην Ελλάδα. Ως πρώτοι κάτοικοι του Πειραιά, το 1834, καταγράφονται 150 πρόσφυγες από τη Χίο και την Ιωνία. (Λ. Λεοντίδου, Πόλεις της σιωπής. Εργατικός εποικισμός της Αθήνας και του Πειραιά, 1909-1940)

Το 1826 ο Σμυρνιός Ιωάννης Καρόγλου συγκροτεί στην Πελοπόννησο την “Ιώνιο Φάλαγγα”. Εφεξής, ένα μέρος των Ιώνων, θα συμμετέχουν συγκροτημένα στην Επανάσταση. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από το σχετικό δημοσίευμα της “Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος” στις 24 Ιουλίου 1826, συγκροτήθηκε στο Ναύπλιο δύο μήνες μετά την πτώση του Μεσολογγίου. Σκοπός της Φάλαγγας ήταν “… η εις εν σώμα ένωσις των εις την ελευθέραν Ελλάδα ευρισκομένων και υπό διαφόρους αρχηγούς διεσπαρμένων Ιώνων… δια να κατασταθώσιν ούτω χρησιμώτεροι εις τον υπέρ της ελευθερίας ιερού ελληνικού αγώνα.”

Η Ιώνιος Φάλαγγα εκστράτευσε στη νότια Πελοπόννησο για να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Έλαβε μέρος στις μάχες του χωριού Μεχμέταγά και του Μπασαρά, όπου και διακρίθηκε. Το φθινόπωρο του ‘26 πολέμησε στην Αττική. Συμμετείχε στις μάχες της Δόμβραινας, της Αράχοβας, του Διστόμου και της Ακρόπολης των Αθηνών. Το ιωνικό αυτό στρατιωτικό σώμα διαλύθηκε το 1827, μετά την αποτυχημένη εκστρατεία του Φαβιέρου στη Χίο. Οι περισσότεροι από τους άντρες του επέστρεψαν στο Ναύπλιο. Αργότερα εντάχθηκαν στις στρατιωτικές ομάδες που οργάνωσε ο Καποδίστριας.

Μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους αρκετοί πρόσφυγες θα επιστρέψουν στις ιωνικές τους εστίες. (Γ. Αναστασιάδη, “Η συμβολή των Μικρασιατών εις την εθνικήν αναγέννησιν”, Μικρασιατικά Χρονικά, τεύχ. 1, 1938.)

Η ΜΟΙΡΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΕΠΟΧΗ

Εάν προσπαθήσουμε να κατατάξουμε κατά την οθωμανική περίοδο τους Ρωμιούς, ελληνόφωνους και μη, θα διακρίνουμε δύο μεγάλες κατηγορίες: τους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους. Οι χριστιανοί Ρωμιοί, από τους οποίους θα προέλθουν οι Έλληνες την εποχή του έθνους-κράτους, είχαν μια ενδιαφέρουσα πορεία, ως χρήσιμος λαός για την οικονομία της Αυτοκρατορίας. Δομικά οι Οθωμανοί δημιούργησαν το θεσμό των μιλέτ, όπου μέσα τους εγκλώβισαν τις θρησκευτικές ομάδες να γνωρίζοντας τις ηγεσίες τους. Έτσι δημιουργήθηκαν το ελληνοορθόδοξο, το αρμενικό και το εβραϊκό μιλέτ. Κυρίαρχο φυσικά παρέ3μενε το μιλέτ των μουσουλμάνων. Στην περίπτωση των Ελλήνων και των υπόλοιπων Ρωμιών, το Πατριαρχείο και ο κλήρος υπήρξαν θεσμοί απαραίτητοι και χρήσιμοι για την Αυτοκρατορία. Ενισχύθηκαν και εφοδιάστηκαν με πλήθος προνομίων.

Σημαντικό γεγονός για τη διαμόρφωση των εθνοπολιτισμικών ομάδων υπήρξε η ελληνική κυριαρχία επί των άλλων ορθοδόξων, μέσω της ένταξής τους στο μιλέτ των Ρωμιών. Η μικρή ομάδα των Φαναριωτών, κατάφερε να γίνει απαραίτητη στην οθωμανική διοίκηση και να χρησιμοποιηθεί ανάλογα. Κορυφαία στιγμή του ρόλου της ήταν η ανάληψη της διοίκησης των παραδουνάβιων ηγεμονιών. Ο λαός, όμως υπέφερε από την αυθαιρεσία της μουσουλμανικής διοίκησης και την αβάστακτη φορολογία. Εξάλλου, η επίσημη πολιτική ευνοούσε πάντα τον εξισλαμισμό.

Η οθωμανική κατάκτηση ήταν αιτία μεγάλης εξόδου προς τη Δύση και τη Ρωσία, όπου δημιουργήθηκαν σημαντικές ελληνικές παροικίες, από την Άλωση της Πόλης και εντεύθεν. Οι παροικίες αυτές, όπου κατοικούσε η ελληνική διανόηση αλλά και η νεαρή ελληνική επιχειρηματική τάξη, υπήρξαν οι χώροι όπου οι νέες ιδέες του ευρωπαϊκού διαφωτισμού οδήγησαν στη διατύπωση του αιτήματος για αποτίναξη της οθωμανικής κυριαρχίας. Η τάση αυτή πήρε στις αρχές του 19ου αιώνα, τη μορφή ενός μεγάλου επαναστατικού κινήματος του συνόλου των Ελλήνων, με αποτέλεμσα κατέληξε στη δημιουργία ενός μικρού κράτους στο Νότο της βαλκανικής χερσονήσου, το οποίο περιλάμβανε τα πλέον απομακρυσμένα και υποβαθμισμένα εδάφη του ελληνικού κόσμου.

Αντίθετα, όσοι απ’ τους Ρωμιούς, ελληνόφωνους ή μη, εξισλαμίστηκαν, ενσωματώθηκαν στο κοινωνικό μόρφωμα που στην εποχή του εθνικισμού ονομάστηκε “τουρκικό έθνος” αποκτώντας μια πλαστή τουρκική εθνική ταυτότητα, όπως και οι υπόλοιπες μουσουλμανικές εθνότητες. Οι ιστορικές συνθήκες δεν επέτρεψαν στο μέρος αυτό των Ελλήνων -το οποίο είχε εμφανιστεί σε κάθε μέρος του ελληνικού κόσμου- να εκφραστεί πολιτικά. Το μέγεθός του δεν ήταν ευκαταφρόνητο. Για παράδειγμα, η πλειονότητα των Ελλήνων του μικρασιατικού υψίπεδου είχε εξισλαμιστεί, στην Κρήτη κατά το πρώτο τέταρτο του 19ου αιώνα οι χριστιανοί ήταν λίγο, μόνο, περισσότεροι από τους μουσουλμάνους, ενώ στον Πόντο, πριν τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με βάση τους υπολογισμούς του Πατριαρχείου οι μουσουλμάνοι και κρυπτοχριστιανοί Έλληνες ανέρχονταν στο ένα τρίτο του αριθμού των χριστιανών Ελλήνων. Στην Κύπρο, οι εξισλαμισμένοι πρέπει να ανέρχονταν επίσης στο ένα τέταρτο του ορθόδοξου πληθυσμού κ.λπ.

Σήμερα, στη σύγχρονη τουρκική κοινωνία, παραμένουν ακόμα ορατές τέσσερις ελληνόφωνες μουσουλμανικές ομάδες: κρητική, ποντιακή, μακεδονική και κυπριακή.

Η ΑΝΟΛΟΚΛΗΡΩΤΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ

Οι Λευκές Σελίδες της νεότερης ιστορίας μας συνδέονται κυρίως με τις ελλείψεις που παρουσιάστηκαν κατά την πορεία για εθνική αποκατάσταση των Ελλήνων, που ξεκίνησε στις αρχές του 19ου αιώνα και τελείωσε άδοξα στο τραγικό ‘22. Τα μεγάλα κέντρα των Ελλήνων, όπως η Κωνσταντινούπολη, η Σμύρνη και η Τραπεζούντα, βρέθηκαν εκτός των ορίων του εθνικού κράτους. Εντάχθηκαν όμως στο νέο τουρκικό κόσμο που άρχισε να διαμορφώνεται μετά το ‘23.

Η ελληνική περίπτωση είναι ιδιαίτερη σ’ ολόκληρο τον ευρωπαϊκό χώρο. Το κράτος ιδρύθηκε σε μια περιοχή που βρισκόταν μακρυά από το κέντρο του ελληνικού κόσμου, και επί πλέον δεν διέθετε αστική τάξη, η ύπαρξη 003__της οποίας αποτελούσε προϋπόθεση για δημιουργία έθνους-κράτους. Αυτή ήταν η βασική γενετική αντινομία, η οποία έκανε μοναδικό το ελληνικό παράδειγμα. Το νεαρό ελληνικό κράτος του 1830 ήταν περισσότερο ένα εξαρτημένο Πριγκηπάτο του Μορέως και της Ρούμελης, παρά ένα πραγματικό έθνος-κράτος των Ελλήνων. Η μοναδική πιθανότητα φυσιολογικής αναίρεσης αυτής της βασικής αντινομίας, η ολοκλήρωση της επανάστασης του 1821 και ο ποιοτικός μετασχηματισμός του ελλαδικού κρατιδίου, θα μπορούσε να γίνει μόνο με την ενσωμάτωση των αναπτυγμένων ελληνικών περιοχών της Ανατολικής Θράκης και της Μικρά Ασίας.

Η ιδιομορφία της ελληνικής περίπτωσης, μαζί με την εμφάνιση μιας εκτεταμένης γραφειοκρατικής και κρατικοδίαιτης τάξης, προκάλεσε την περιχαράκωση της νέας κοινωνίας και την εμφάνιση ενός εθνικού συντηρητισμού, ο οποίος στόχευε στη διατήρηση της “μικράς πλην εντίμου Ελλάδος”, δηλαδή των κεκτημένων των κυρίαρχων ομάδων. Παράλληλα, και η πολιτική αντιπολίτευση που δημιουργήθηκε στις αρχές του 20ου αιώνα και αποκρυσταλώθηκε στο ΣΕΚΕ, εξέφρασε τον πλέον ακραίο εθνικό συντηρητισμό, ο οποίος μεγενθύνθηκε λόγω της ιδεολογικής εξάρτησης από το μπολσεβικικό κόμμα που ακολούθησε πολιτική στήριξης του τουρκικού εθνικισμού. Αυτοί είναι οι πραγματικοί λογοι, που η μεγαλύτερη καταστροφή που υπέστη ποτέ ο ελληνισμός -τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά- παραμένει τόσο πολύ άγνωστη, μόλις οκτώ δεκαετίες από το τέλος της ανθρωποσφαγής.

Το εντυπωσιακό στην περίπτωση της ελληνικής Αριστεράς είναι ότι κινήθηκε στον αντίποδα των θέσεων της Λούξεμπουργκ, του Τραπεζούντιου Γεώργιου Σκληρού και του Σμυρνιού Δημήτρη Γληνού. Οι κορυφαίοι αυτοί διανοούμενοι της Αριστεράς υποστήριξαν σε εντυπωσιακής εμβρίθειας αναλύσεις, ότι για να ανθίσουν οι κοινωνικοί αγώνες στην ευρύτερη περιοχή ήταν αναγκαίο να διαλυθεί η απολυταρχική Οθωμανική Αυτοκρατορία στα εξ ων συνετέθη και οι υπόδουλοι λαοί να ακολουθήσουν τη δική τους αυτόνομη πορεία εθνικής πολιτικής συγκρότησης.

(*) Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας των Ελλήνων στον Εύξεινο Πόντο

Το κείμενο αυτό αναδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Αδέσμευτος Τύπος”, 29 Μαρτίου 2009, σελ. 45-46.

Οθωμανική Αυτοκρατορία: το όνειδος της ιστορίας

από το ιστολόγιο stavento 8, του αγαπητού φίλου Πρωτεσίλαου




"Mε κατηγορείτε διότι δεν στοχάζομαι επί των γεγονότων, αλλά νομίζω ότι επιστήμη είναι πρώτον η έρευνα και η παρουσίαση των πηγών αναλυτικά, κριτικά, και εν συνεχεία ο στοχασμός. Αφήστε με λοιπόν εγώ να ασχοληθώ με τις πηγές και εν συνεχεία σεις, κάμνετε τους στοχασμούς σας."
Απ. Βακαλόπουλος


Η ιδεολογική χρήση της Ιστορίας(δηλαδή η έξυπήρετηση μέσω της Ιστορίας ιδεολογικών στόχων) είναι τόσο παλαιά όσο και η Ιστορία η ίδια. Το γεγονός αυτό δεν είναι κατ΄ανάγκην κακό αρκεί να τηρούνται δύο προυποθέσεις: πρώτον η ξεκάθαρη παραδοχή του "χρήστη" πως χρησιμοποιεί ιστορικά γεγονότα και παραδείγματα για τόνωση της ιδεολογίας και κοσμαντίληψης του . Δεύτερον η χρήση αυτή να στηρίζεται έστω σε κάποιο βαθμό σε πηγές.

Τα τελευταία χρόνια και κατά παράβαση των δύο ανωτέρω προυποθέσεων επιχειρείται ένας άνευ όρων εξωραισμός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από ποικιλώνυμους ιστορικούς και ιστοριολογούντες. Από την μία η κωμική κυρία Ρεπούση με τους ιδεολογικούς ινστρούχτορές και προστάτες της της (όλοι δηλώνουν κάργα προοδευτικοί και επιστήμονες, ενώ στην πραγματικότητα είναι βαθειά αντδραστικοί-βλ. αντιπροσφυγικό μένος του Ιού-και έχουν πάρει οριστικό διαζύγιο από την βάση της ιστορικής επιστήμης που είναι οι πηγές). Από την άλλη ένα αλλόκοτο και φαιδρό μείγμα ανατολικολάγνων που στο όνομα της κριτικής στο έθνος-κράτος φτάνουν στο θλιβερό σημείο να αποκρύπτουν τον βαθειά ανελεύθερο και καταπιεστικό χαρακτήρα του μορφώματος των Οθωμανών, διαπράτοντας έτσι κολοσσιαία ιστορική ύβρη στο όνομα παρακμιακών ιδεοληψιών. Και η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν μία μαύρη σελίδα στην ιστορία του παγκόσμιου πολιτισμού όχι γιατί την κρίνουμε ως τέτοια εμείς σήμερα με τα σημερινά μέτρα και σταθμά, αλλά γιατί έτσι την έκριναν οι- "αρμόδιοι" να κρίνουν- τότε διαβιούντες υπόδουλοι λαοί, όπως διαφαίνεται ξεκάθαρα μέσα από τις πηγές. Και πηγές εννοούμε κείμενα ανθρώπων της εποχής που μελετάμε και όχι αλληλαπαραπομπές σε ιστορικούς που συνηθίζουν να επικαλούνται τους αστήρικτους δογματισμούς και παραπειστικά πορίσματα ο ένας του άλλου. Παράδειγμα: "η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήταν ανεξίθρησκη". Μάλιστα. Και αν ρωτήσεις :δηλαδή τα ίδια δικαιώματα, τις ίδιες υποχρεώσεις( φορολογία κλπ) είχαν μουσουλμάνοι και αλλοεθνείς απάντηση δεν παίρνεις. Την ίδια σιωπή παίρνεις ως απάντηση όταν ρωτάς αν οι μαζικοί εξισλαμισμοί ήταν κεντρική επιλογή της Οθωμανικής εξουσίας ή όχι;.
Εξάλλου μια προσπάθεια συσκότισης του θέματος γίνεται με το διαχώρισμο στην πρώιμη και όψιμη Οθωμανική Αυτοκρατορία. Δηλαδή με την επίκληση ενός παντελός αστήρικτου-αφού το διαψεύδουν οικτρά οι πηγές-επιχειρήματος πως τάχα στους πρώτους αιώνες οι Οθωμανοί ήταν ανεκτικοί, αλλά μετά (18-19ος αιώνας) μέσα από ευρύτερες διεργασίες( πχ αφύπνιση βαλκανικών εθνικισμών)εντάθηκε ο καταπιεστικός χαρακτήρας της Οθωμανικής εξουσίας...

Παρακάτω παρατίθενται πηγές-μαρτυρίες με προσπάθεια να προέρχονται από τους πρώτους αιώνες της ιστορίας της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας:

140ς αιώνας. Ο Shukrallah, τούρκος ιστορικός και σύμβουλος των Σουλτάνων Μουράτ Β και Μεχμέτ Β γράφει για την εποχή του Σουλτάνου Ορχάν:
" Οι χριστιανοί δεν μπορούσαν να κινηθούν και να εκφρασθούν ελεύθερα. Είχαν κάποιο φόβο, όταν επρόκειτο να περιγράψουν τα δεινά τους. με μια λέξη, καταπιέζονταν. Για τους πιστούς ο Ορχάν σήμαινε ευσπλαχνία, για τους απίστους καταδυνάστευση."


140ς αιώνας. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Iσίδωρος Γλαβάς θρηνεί για τα αίσχη του παιδωμαζώματος και των λοιπών αγριοτήτων των Οθωμανών:
" Φρίττω γαρ το χαλεπόν κατά των φιλτάτων ακηκοώς επίταγμα και, ως εις πυρ απρόσιτον ή ρομφαίας άμαχον, ούτως έχω προς αυτό… Τι γαρ ουκ αν άνθρωπος πάθοι, παίδα ορών ον εγέννησεν, όν ανέθρεψεν, υπέρ ου πολλά πολλάκις των οφθαλμών επέσταξε δάκρυα, εις άκρον ευχόμενος ευδαιμονίας εληλακέναι, τούτον εξαίφνης βιαίως αλλοφύλων χερσίν αρπαζόμενον και εις αλλόκοτα μεταπεσείν έθη βιαζόμενον και βαρβαρικής στολής και φωνής και ασεβείας και δυσωδίας άλλης σκεύος γενέσθαι μετά μιρκόν προσδοκώμενον… Τίνα λοιπόν θρηνήσειεν, εαυτόν ο πατήρ ή τον παίδα; "

Τέλη 14ου αιώνα. Ο βυζαντινός λόγιος Δημήτριος Κυδώνης γράφει:
"Όλη η χώρα που καρπούμασταν από τον Ελλήσποντο προς ανατολάς ως τα βουνά της Αρμενίας, μας την άρπαξαν, κατέσκαψαν τις πόλεις, σύλησαν τους ναούς, άνοιξαν τους τάφους και γέμισαν τα πάντα με αίματα και νεκρούς. Και μόλυναν τις ψυχές των κατοίκων αναγκάζοντάς τους ν’ αγνοήσουν τον αληθινό Θεό και μεταδίδοντάς τους τα δικά τους μιαρά μυστήρια. Και, αλίμονο, ακόμη και στα κορμιά τους φέρθηκαν πρόστυχα. Κι αφού τους απογύμνωσαν απ’ ολόκληρη την περιουσία, τους αφαίρεσαν μαζί και την ελευθερία εγκαταλείποντάς τους αδύναμες σκιές δούλων· και τους χρησιμοποιούν τους δυστυχισμένους, ακόμα και με την λίγη δύναμη που τους είχε απομείνει, για την προσωπική τους άνεση."

1528. Κατάληψη της Ρόδου από τους οθωμανούς( επί Σουλειμάν του Μεγαλοπρεπούς). Ο τότε Μητροπολίτης Ρόδου Ευθύμιος( οδός της πόλης της Ρόδου φέρει το ονόμα του και σήμερα, τον θανάτωσαν το 1531) γράφει:
" Δεν μπορούμε να υπομείνουμε πια περισσότερο χρόνο την έσχατη σκλαβιά και την αθλιότητα, μέσα στην οποία βρισκόμαστε· δεν μπορούμε πια να ανεχθούμε να βλέπουμε τις σκληρότατες περιφρονήσεις που κάθε μέρα γίνονται σε βάρος αυτού του δυστυχισμένου και αξιοδάκρυτου λαού. … Εμείς βέβαια είμεθα πρόθυμοι να την [ζωή μας] προσφέρουμε και την έχουμε έτοιμη να την θυσιάσουμε για τη σωτηρία και την ελευθερία αυτού του λαού. "


1544. Γράφει ο Κερκυραίος λόγιος Νικόλαος Σοφιανός:
"...ότι δια την μακράν και πικρότατην δουλοσύνην το ημέτερον γένος εξέπεσε και ουδέ καν αναθυμάται την προκοπήν οπού είχαν οι πρόγονοί μας, με την οποίαν άφησαν εις όλην την οικουμένην λαμπράν και αθάνατον δόξαν… Εις τέτοιαν κακήν τύχην κατήντησε το πάλαι ποτέ μακαριστόν γένος ημών των Γραικών, ότι μόλις ευρίσκεται τώρα διδάσκαλος οπού νάναι ικανός να διδάσκει τους νέους καν την γραμματικήν τέχνην"

16ος αιώνας. Ο Πατριάρχης Αλεξανδρείας Μελέτιος Πηγάς γράφει:
"...με διαταγή του σουλτάνου είχαν καή τα ελληνικά βιβλία και χειρόγραφα και ότι είχε απαγορευθή να μιλούν ελληνικά." (...και προστάτες της πολυπολιτισμικότητας οι Οθωμανοί.)

17ος αιώνας. Ο Πατριάρχης Κωνσατντινούπολης Kύριλλος Λούκαρις-στραγγαλισθείς από τους Τούρκους το 1638-έγραφε:
" ...Πως η ανατολική Εκκλησία να είναι κακά καταστεμένη δεν το αρνούμεθα. (…) Όσον πως δεν έχομεν σοφίαν και μαθήματα αλήθεια είναι (…) και τώρα αν εβαρβαρώθημεν ημείς και εκείνοι [Λατίνοι] εσοφίσθησαν παράξενον δεν είναι· η πτωχεία και η αφαίρεσις της βασιλείας μας το έκαμαν (…) εις την Ελλάδα τώρα τριακόσιους χρόνους ευρίσκεται [ο Τούρκος] και κακοπαθούσιν οι άνθρωποι δια να στέκουν εις την πίστιν τους."

17oς αιώνας. Ο τότε Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δωσίθεος περιγράφει την "ανεξιθρησκεία" και την "ανεκτικότητα" των Οθωμανών των πρώτων αιώνων:
" «…Εκρέμασεν ο βεζύρης δύο πατριάρχας Κωνσταντινουπόλεως (Παρθένιο Β’ και Παρθένιο Γ’) και τον αρχιεπίσκοπον Ιπεκίου· (…) ο υιός του Κιουπρουλή Βεζίρη εκρήμνισε τας εκκλησίας εις Κωνσταντινούπολιν και εμπόδισε να ανακαινίζωνται εκκλησίαι πανταχού· την μητρόπολιν Τραπεζούντος, τον άγιον Φίλιππον, εκάμασι σμαγίδι· ένας Τούρκος έπλασεν ορισμόν (φιρμάνι) και επήγεν εις Ελλάδα και Μακεδονίαν και εκρήμνισε πολλάς εκκλησίας· εις την Λαζίαν ετούρκισαν οι χριστιανοί από Τζορέχη ποταμού έως Τραπεζούντος, ή τε Κρήτη ελήφθη και έλλειψαν οι σπουδαίοι (λόγιοι) και οι ζωγράφοι. "

1700. Ο Francesco Grimani, Βενετός Γενικός Προβλέπτης Πελοποννήσου, γράφει:
" Τα πιο προσοδοφόρα και γόνιμα εδάφη του Βασιλείου τα εκμεταλλεύονταν Τούρκοι, που δεν βρίσκονταν στην ίδια κοινωνική κατάσταση με τους Έλληνες. Αυτοί ή δεν είχαν τίποτε ή κατείχαν ένα ελάχιστο μέρος από τα πιο άγονα".

1676. Ο Γάλλος περιηγητής De la Guilletiere αναφέρει για τους υπόδουλους:
"...έχουν μια κρυφή ελπίδα ότι θα ξεπεταχθή μια μέρα ένας Έλληνας αρχηγός, άξιος μιμητής των αρχαίων, ο οποίος θα τους απελευθερώσει από την τυραννία των Τούρκων.."»

1775. Ο Μητροπολίτης Μετρών και Αθύρων αναφέρεται στην "πλέρια" γλωσσική ελευθερία:
" Θαύμα πώς ουκ εξέλιπεν όλως η καθωμιλουμένη κοινή των Ελλήνων γλώσσα εκ της Ελλάδος αυτής υπό βαρβάρων τελούσης και καταπολεμουμένης..."

1761. Ο Γάλλος πρόξενος της Άρτας αναφέρει:
"οι καταπιέσεις των Διοικητών της Άρτας και των Ιωαννίνων πάνω στον πληθυσμό, καθώς και οι εκβιασμοί των Τουρκαλβανών από δεκαετίας και εδώ οδήγησαν τον τόπο στην έσχατη αθλιότητα. Τα σπίτια και οι εξοχές είναι ως επί το πολύ ακατοίκητα και έρημα."

1800. Ο Γάλλος Stephanopoli παραθέτει ένα άσμα ανώνυμου Πελοποννήσιου λαϊκού μουσικού:
" Τ' ήταν η Γραίκια μια φορά κι' άκουσε τ' είναι τώρα Που ο τύραννος μού ερήμαξε το γένος των Ρωμαίων.
Πού είναι η Αθήνα μου, Πού είναι κείνη η Αθήνα , Πού ο κόσμος εθαμάκτηκε και σέβεται ακόμη;
Εκεί επρωτοφάνηκε η ελευθερία εις τον κόσμον.
Πόλη μου, πού είν' τα κάλλη σου, Πόλη δυστυχισμένη, Πόλη μου φως που εφώτιζες Ανατολή και Δύση; Και τώρα είσαι η κατοικιά βαρβαρωτάτου γένους,
και βλέπεις την αγιάν Σοφιά στου Αγαρηνού τα χέρια, να κάθεται κι' ο Μωάμεθ εις των Γραικών τον θρόνον να θρέφη τα Ρωμαιόπουλα με της σκλαβιάς το γάλα"

1500. Η κατάληψη της Μεθώνης από τους Τούρκους εξιστορείται από τον
ελληνικό Βαρβερινό Κώδικα της Βιβλιοθήκης του Βατικανού:

" Και εκεί οπού επηγαίναν (οι Μεθωναίοι) εσυναπαντήθησαν με το πλήθος των Τουρκών, και τους ετζακίσανε, και αρπάζανε παιδιά, γυναίκες και τους ελεεινούς Μεθωναίους εκόφτανε, και άλλους εδένανε· και τους εδένασι ωσάν πρόβατα, και τους εσύρνασι… Και τότε εμπήκε μέσα και ο σουλτάν Μπαγιαζήτης· και εμπήκε και επροσκύνησε μέσα εις την φραγκοκκλησίαν, την οποίαν την έκαμε σμαΐδι, έως την τήμερον. Και εκατακόψανε τους ελεεινούς χριστιανούς. Λέγουσι ότι από την πολλήν σφαγήν οπού εκάμανε, έδραμε το αίμας έως εις την θάλασσα και εκοκκίνιζε. Και από εκεί, ωσάν επροσκύνησε ο Μπαγιαζήτης, εδιάβη εις το αφεντικό παλάτι και εκάθησε μετά μεγάλης δόξης και παρρησίας. Και όσους Μεθωναίους επιάσανε ζωντανούς, ώρισε και τους ηφέρανε ομπρός του, μικρούς μεγάλους. Και ώρισε ότι από δέκα χρονών και απάνω να τους κόψουν όλους και ούτως έγινε. Και εμαζώταν τα κεφάλια τους και τα εκτίσανε και έκαμαν έναν πύργον μεγάλον όξω από το κάστρο, ο οποίος φαίνεται εις την σήμερον. "

...συνεχίζεται

Παρασκευή, 26 Μαρτίου 2010

Τα ψέματα και οι αλήθειες για το χρέος





Δημήτρης Καζάκης

Δημοσιεύτηκε στο "Ποντίκι" στις 25/3/2010



Η χρεωκοπία της χώρας είναι δεδομένη. Όχι γιατί την επιδιώκουν κάποιοι καταχθόνιοι και σκοτεινοί κερδοσκόποι, αλλά γιατί το κράτος και η οικονομία της χώρας δεν μπορεί πια να σηκώσει το βάρος της εξυπηρέτησης των δανείων. Αυτή είναι η αλήθεια που κρύβει συστηματικά η κυβέρνηση από τον ελληνικό λαό.


Ο κ. Παπανδρέου μιλώντας στη 8η Σύνοδο του Εθνικού Συμβουλίου του ΠΑΣΟΚ στις 20/3, διαβεβαίωνε: «Να είναι όλοι βέβαιοι, να είναι ακόμα πιο βέβαιοι οι διάφοροι καλοθελητές, που καθημερινά διαδίδουν ψευδείς ειδήσεις για τη χώρα μας, με προφανείς σκοπιμότητες: Η Ελλάδα δεν θα χρεοκοπήσει. Δεν θα την αφήσουμε να χρεοκοπήσει.» Η δήλωση αυτή μοιάζει εξαιρετικά με μια άλλη ιστορική δήλωση, του Ελευθερίου Βενιζέλου, όταν σε διάγγελμά του προς τον Ελληνικό λαό στις 27 Σεπτεμβρίου 1931, διαβεβαίωνε κι αυτός: «Δίδω προς τον ελληνικόν λαόν την προσωπική διαβεβαίωσιν, ότι έχω απόλυτον την πεποίθησιν ότι ημπορούμεν να διατηρήσουμεν την ακεραιότητα του εθνικού μας νομίσματος και να αποφύγωμεν επομένως τας συμφοράς που θα επακολούθουν την ανατροπήν της σταθεροποιήσεως.»


Την εποχή εκείνη είχαν ανακαλύψει μια άλλη νομισματική πανάκεια για τα οικονομικά προβλήματα της Ελλάδας, την οποία αντί για ευρώ ονόμαζαν χρυσή δραχμή. Για να στηριχθεί το «ισχυρό νόμισμα» της Ελλάδας που ήταν κλειδωμένο με την χρυσή Αγγλική λίρα, ξεπουλήθηκε κυριολεκτικά το σύμπαν. Όλες οι υποδομές της χώρας δόθηκαν σε ξένες εταιρείες (Ούλεν, Πάουερς, κλπ.) ενώ η χρυσή δραχμή χρηματοδοτήθηκε αδρά με πληθώρα δανείων.


Για να στηριχθεί η χρυσή δραχμή και το πρόγραμμα δημόσιου δανεισμού εφαρμόστηκε σκληρή λιτότητα με την κατάργηση κάθε κοινωνικής δαπάνης. Η μόνη κοινωνική πρόνοια που απέμεινε στη χώρα ήταν τα λαχεία και τα λαϊκά συσσίτια των φιλανθρωπικών σωματείων. Οι εφημερίδες της εποχής δημοσίευαν καθημερινά δεκάδες θανάτους από την πείνα. Το κράτος προκειμένου να συνεχίσει τη στήριξη της χρυσής δραχμής και να πληρώνει τα τοκοχρεωλύσια των δανείων του, έκλεινε τα δημόσια σχολεία, δημοτικά και γυμνάσια και απέλυε δασκάλους και καθηγητές. Το σύνολο των δημοσίων υπαλλήλων κλήθηκε να καταβάλει με τη βία έως και το 50% των αποδοχών του. Πολλοί απ’ αυτούς απολύθηκαν. Απαγορεύτηκε ο συνδικαλισμός στους δημοσίους υπαλλήλους και οι απεργίες στους εργάτες, ενώ οι διαδηλώσεις κηρύχθηκαν παράνομες.


Η Ελλάδα είχε τεθεί υπό διπλή κηδεμονία, όχι μόνο του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου που είχε εγκατασταθεί ήδη από το 1898, ως αποτέλεσμα της χρεωκοπίας επί Τρικούπη το 1893 και του ελληνοτουρκικού πολέμου της ντροπής του 1897, αλλά καιτης Δημοσιονομικής Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών, η οποία προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντα των δανειστών της χώρας, απαιτούσε να χυθεί αίμα. Οι κυβερνήσεις της χώρας, ως τυφλά και πειθήνια όργανα της κηδεμονίας, εκτελούσαν με υπερβάλλοντα ζήλο τις έξωθεν εντολές. Το αποτέλεσμα μπορεί εύκολα να το φανταστεί κανείς. Λίγους μόνο μήνες μετά από τη διαβεβαίωση του Βενιζέλου η χρυσή δραχμή συντρίφτηκε και η χώρα κήρυξε επίσημα την χρεωκοπία της λόγω αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών της. Με το χρεωστάσιο η χώρα παραδόθηκε στο έλεος των δανειστών της. Προκειμένου αυτοί να πάρουν τα λεφτά τους έφεραν ξανά στη χώρα το βασιλιά, που είχε εκδιωχθεί το 1922 και βοήθησαν να ανοίξει ο δρόμος για το φασιστικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου του Μεταξά.


Όπως σήμερα, έτσι και τότε, οι λόγοι που οι πολιτικές δυνάμεις, οι οποίες έφεραν την ευθύνη για τη χρεωκοπία της χώρας,επικαλούνταν για να δικαιολογηθούν ήταν η «ατάσθαλος οικονομική πολιτική» του κράτους. Κι όπως σήμερα με το ευρώ, έτσι και τότε, κάθε σκέψη για εγκατάλειψη της χρυσής δραχμής ισοδυναμούσε με σεισμούς, λιμούς και καταποντισμούς. Μόνο που οι σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί ήρθαν από την προσπάθεια διάσωσης του «ισχυρού νομίσματος». Προκειμένου λοιπόν να διασωθεί το «ισχυρό νόμισμα» ας πέθαινε η χώρα και ο λαός της.


Μάλιστα, μέχρι και ειδικό ταμείο ιδρύθηκε το 1930 για την στήριξη της δραχμής, ανάλογο με αυτό του κ. Πετσάλνικου σήμερα. Το ταμείο αυτό οργάνωνε δεξιώσεις στα καλά σαλόνια των Αθηνών και καλούσε τις κυρίες του καλού κόσμου να δώσουν κοσμήματα και ότι άλλο πολύτιμο έχουν «δια την εθνικήν υπόθεσιν». Η εξέλιξη ήταν προβλέψιμη. Κάποιοι αετονύχηδες καταχράστηκαν το ταμείο, λίγο πριν κηρυχθεί το επίσημο χρεωστάσιο και κατέφυγαν σε χώρες της Λατινικής Αμερικής για να ζήσουν τη ζωή τους εις υγείαν των κορόιδων.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται…


Ένα παρόμοιο σκηνικό βλέπουμε να στήνεται και σήμερα προκειμένου να παραδοθεί η χώρα και ο λαός της στο έλεος των δανειστών και των αγορών. Οι ίδιες λογικές, οι ίδιες δικαιολογίες, οι ίδιες πρακτικές, τα ίδια αποτελέσματα. Τι συνέβη όμως και βρεθήκαμε ξανά σαν χώρα σε κατάσταση χρεωκοπίας; Ο πίνακας που παραθέτουμε είναι αποκαλυπτικός.


Σύμφωνα μ’ αυτόν οι πληρωμές για τα δάνεια που έχουν συνάψει οι κυβερνήσεις της χώρας εκτινάχθηκαν από 23,8 δις ευρώ το 2000 στα 84,2 δις ευρώ το 2009. Δηλαδή από το 17,4% του ΑΕΠ της χώρας το 2000, στο 35% του ΑΕΠ το 2009! Μπορεί να αντέξει αυτό το βάρος η οικονομία της χώρας; Και βέβαια όχι. Εδώ βρίσκεται το όλο πρόβλημα. Όταν η χώρα έχει φτάσει να ξοδεύει το 140% των εσόδων του κρατικού προϋπολογισμού σε εξυπηρέτηση του δανεισμού της, είναι προφανές ότι βρίσκεται σε κατάσταση χρεωκοπίας, είτε το θέλει, είτε δεν το θέλει, είτε το γνωρίζει, είτε όχι.


Που οφείλεται αυτός ο δανεισμός; Η συνηθισμένη δικαιολογία είναι το σπάταλο κράτος. Από τον πίνακα όμως βλέπουμε ότι η συμμετοχή των κρατικών ελλειμμάτων στο δημόσιο δανεισμό είναι ασήμαντη. Την τελευταία δεκαετία το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε συνολικά σε εξυπηρέτηση δανείων πάνω από 450 δις ευρώ και δανείστηκε εκ νέου σχεδόν 486 δις ευρώ. Απ’ αυτόν τον νέο δανεισμό μόλις το 3,1% κατά μέσο όρο πήγε στην κάλυψη του δημοσιονομικού ελλείμματος. Όλα τα υπόλοιπα πήγαν στην αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους.


Ακόμη και για το 2009, όπου το δημόσιο έλλειμμα έφτασε τα 17,1 δις, ο νέος δανεισμός του δημοσίου ξεπέρασε συνολικά τα 85,2 δις ευρώ. Με άλλα λόγια το δημόσιο έλλειμμα συνέβαλε στο νέο δανεισμό του δημοσίου μόνο κατά 20%. Επομένως, προς τι τα μέτρα και η λιτότητα για να περιοριστεί το δημόσιο έλλειμμα; Η αλήθεια είναι ότι όσο κι αν περιορισθεί το δημόσιο έλλειμμα, όσο κι αν σφίξουν το ζωνάρι οι δημόσιοι υπάλληλοι, όσο κι αν περιοριστούν οι κρατικές δαπάνες, όσους φόρους κι αν μαζέψουν οι εισπρακτικοί μηχανισμοί του κράτους, δεν πρόκειται να αναχαιτισθεί το δημόσιο χρέος. Είναι χαρακτηριστικό ότι με βάση τις καλύτερες δυνατές προβλέψεις το δημόσιο χρέος της χώρας θα εκτιναχθεί έως το 2012 στα 350 δις ευρώ, δηλαδή στο 135% του ΑΕΠ. Πράγμα που σημαίνει ότι η ετήσια εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους θα αγγίξει ή και θα ξεπεράσει το 40% του ΑΕΠ. Κι όλα αυτά με την προϋπόθεση ότι όλα τα μέτρα της κυβέρνησης θα αποδώσουν τα αναμενόμενα. Πράγμα φυσικά πολύ αμφίβολο.


Γιατί η κυβέρνηση που διαρρηγνύει υποκριτικά τα ιμάτιά της για τους μισθούς και τις συντάξεις που πληρώνει το δημόσιο, δεν λέει κουβέντα για τον φόρο αίματος που πληρώνει η χώρα στους δανειστές της; Για λόγους σύγκρισης και μόνο, αξίζει να σημειώσουμε ότι το σύνολο των αμοιβών και συντάξεων που πληρώνει το κράτος στους δημόσιους υπαλλήλους ανήλθε το 2009 στα 25,5 δις ευρώ, δηλαδή στο 10,6% του ΑΕΠ της χώρας. Ολόκληρο το ποσό αυτό φτάνει μόλις στο 31% του συνόλου των εξόδων για την εξυπηρέτηση του δημόσιου δανεισμού τον ίδιο χρόνο. Τι περιμένει λοιπόν να αποκομίσει η κυβέρνηση από τη λιτότητα, εκτός από την εξουθένωση των εργαζομένων και της κοινωνίας;


Προς τα πού βαδίζουμε;


Για να καταλάβουμε τι σημαίνει η επιβάρυνση από την εξυπηρέτηση του χρέους και πόσο ανατροφοδοτεί την έξαρση του δημόσιου χρέους, αρκεί να πούμε το εξής: Την τελευταία δεκαετία (2000-2009) το ελληνικό δημόσιο πλήρωσε στους δανειστές του πάνω από 450 δις ευρώ. Παρ’ όλα αυτά το δημόσιο χρέος της χώρας όχι μόνο δεν συγκρατήθηκε, αλλά αυξήθηκε την ίδια δεκαετία σχεδόν 155 δις ευρώ! Ενώ τα επόμενα δύο χρόνια, με τις καλύτερες δυνατές προβλέψεις, το ελληνικό δημόσιο θα κληθεί να πληρώσει συνολικά πάνω από 180 δις ευρώ για εξυπηρέτηση ενός διαρκώς αυξανόμενου χρέους. Πώς είναι δυνατό να συνεχιστεί αυτή αιμορραγία χωρίς να οδηγηθεί η χώρα στη διάλυση και η κοινωνία στην ανέχεια;


Αυτός είναι ο λόγος που δεν μπορεί να υπάρξει άλλη πολιτική, αν δεν αντιμετωπιστεί πρώτα απ’ όλα ο βρόγχος του δανεισμού και δεν ξεφύγει η χώρα από τη θανάσιμη λαβή που της έχουν εφαρμόσει οι δανειστές της με την συνεπικουρία της ΕΕ.Όσο για το ποιος φταίει για την κατάσταση, δεν έχει παρά να κοιτάξει κανείς τα ελλείμματα στην παραγωγή, το εμπορικό ισοζύγιο, αλλά και την τεράστια διαφυγή κεφαλαίων στο εξωτερικό. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα τέλη του 2009 (με βάση τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία του ΔΝΤ) έχουν βγει από την Ελλάδα πάνω από 200 δις δολ. που έχουν τοποθετηθεί σε κάθε είδους κερδοσκοπία (μετοχές, ομόλογα, παράγωγα, κλπ.) του εξωτερικού! Ποιοι τα έβγαλαν από την Ελλάδα; Οι δημόσιοι υπάλληλοι; Κι από πού βγήκαν αυτά; Προφανώς από τη λεηλασία της χώρας, από τα υπερκέρδη των μονοπωλίων, των καρτέλ και των τραστ, που φρόντισαν να διογκώσουν με τις πολιτικές των ιδιωτικοποιήσεων, των ανοιχτών αγορών και της απορρύθμισης όλες οι κυβερνήσεις.


Μάλιστα, σύμφωνα με την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών, στα τέλη του 2009 υπήρχαν ως καταθέσεις κατοίκων της Ελλάδας σε τράπεζες του εξωτερικού 15 δις ευρώ. Αναλογικά με το οικονομικό μέγεθος της χώρας, η Ελλάδα είναι μια από τις χώρες με τις περισσότερες καταθέσεις κατοίκων της σε τράπεζες του εξωτερικού. Οι ιδιοκτήτες αυτών των λογαριασμών δεν είναι περισσότεροι από 3.000. Αν είχαμε την ευκαιρία να ακτινοσκοπήσουμε τους λογαριασμούς αυτούς θα ανακαλύπταμε τηναφρόκρεμα του επιχειρηματικού και πολιτικού κόσμου της χώρας. Πρόκειται για μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία που δεν της καίγεται καρφί για το τι θα απογίνει η χώρα.


Όταν μιλάμε για κέρδη και υπερκέρδη, αρκεί να πούμε ότι σύμφωνα με τους National Accounts της Eurostat, σε κάθε 1000 ευρώ νέα προϊόντα και υπηρεσίες (δηλαδή προστιθέμενη αξία) που παρήγαγε ετήσια η ελληνική οικονομία την τελευταία δεκαετία, τα 560 ευρώ μετατράπηκαν σε επιχειρηματικό κέρδος και μόλις τα 350 σε αποζημίωση των εργαζομένων. Στην ΕΕ η αντίστοιχη κατανομή είναι 360 υπέρ του επιχειρηματικού κέρδους και 550 υπέρ της εργασίας! Η Ελλάδα κατέχει την υψηλότερη θέση μέσα στην ΕΕ ως προς το μερίδιο του προϊόντος της που νέμεται το επιχειρηματικό κέρδος, το οποίο το 2008 (για το οποίο διαθέτουμε στοιχεία) έφτασε στο ύψος ρεκόρ του 59,5%. Πίσω της ακολουθεί η Βουλγαρία, η Ουγγαρία, η Τσεχία, η Ιρλανδία, κοκ.


Το ελληνικό κράτος υπήρξε εξ ιδρύσεώς του σπάταλο, διεφθαρμένο και βαθύτατα παρασιτικό. Κι αυτό γιατί οικοδομήθηκε για να εξυπηρετήσει μια οικονομική και πολιτική ολιγαρχία, η οποία το αξιοποίησε για να λεηλατήσει τη χώρα και το λαό της. Ο δανεισμός ήταν εξυπαρχής ένας από τους πιο προσοδοφόρους τρόπους για να χρηματοδοτηθεί αυτή η λεηλασία. Έτσι προέκυψαν και οι απανωτές χρεοκοπίες του ελληνικού κράτους. Υπολογίζεται ότι από τα 170 χρόνια του επίσημου ελληνικού κράτους έως το τέλος του 20ου αιώνα, η χώρα βρέθηκε σε κατάσταση πτώχευσης στα 50 από αυτά. Η τελευταία επίσημη πτώχευση ήταν αυτή του 1932. Και τότε ο λαός ήξερε πολύ καλά ότι οι κυβερνήτες της χώρας που την οδήγησαν στην χρεωκοπία δεν ήταν τίποτε περισσότερο από ένα σώμα πολιτικών «επαγγελματιών επιδιωκόντων ατομικά συμφέροντα και εξαγοραζομένων υπό των διαφόρων αναδόχων εταιριών, της δωροδοκίας διενεργουμένης δια του εις το Χρηματιστήριον διεξαγομένου παιγνιδίου, όπερ πράκτορες καθωδήγουν εκ των διαδρόμων της βουλής», όπως έγραφε εκείνη την εποχή ο επιφανής ιστορικός Π. Καρολίδης.


Σήμερα βαδίζουμε ολοταχώς προς μια νέα επίσημη πτώχευση. Κι αυτό γιατί φαίνεται αδιανόητο στην κυβέρνηση της χώρας, όπως έγινε και σε ανάλογες εποχές παλιότερα, να αμφισβητήσει την εξάρτηση της χώρας από τους δανειστές και τις διεθνείς αγορές. Φαίνεται αδιανόητο στην κυβέρνηση να προτάξει το συμφέρον της χώρας και του λαού της, έναντι των συμφερόντων των αγορών, των τραπεζών και των ισχυρών της ΕΕ. Κι έτσι όλοι μαζί έχουν δρομολογήσει για τη χώρα μια ακόμη καταστροφική πτώχευση. Το βασικό πρόβλημα της κυβέρνησης είναι το πώς θα τεθεί η χώρα υπό κηδεμονία προκειμένου οι διεθνείς τοκογλύφοι και οι αγορές να κατασχέσουν και να δημεύσουν ότι μπορούν. Οι συζητήσεις στην ΕΕ, οι κινήσεις της κυβέρνησης και τα πακέτα των μέτρων, αφορούν στην προετοιμασία του εδάφους και στην τελική μορφή που θα πάρει η επίσημη μετατροπή της χώρας σε αποικία του διεθνούς χρηματιστικού κεφαλαίου. Αυτό θα γίνει υπό την κηδεμονία της ΕΕ, του ΔΝΤ, ή ενός συνδυασμού και των δυό; Θα γίνει με το ευρώ, με την επιστροφή σ’ ένα ελεγχόμενο και πληθωριστικό εθνικό νόμισμα, ή με την επιβολή διπλού νομίσματος; Όλα αυτά δεν είναι παρά λεπτομέρειες που υπηρετούν την ίδια βασική κατεύθυνση, την ίδια πορεία προς την επίσημη πτώχευση και δήμευση της χώρας.


Δημήτρης Καζάκης

Τετάρτη, 24 Μαρτίου 2010

Ελληνική γραμματεία και δυτική Ευρώπη



Γεώργιος ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ


Οι πραγματολογικές προϋποθέσεις για τη μετακένωση της ελληνικής γραμματείας στη Δυτική Ευρώπη


1. Ελληνική γραμματεία και ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα

Η γενικώς κρατούσα άποψη υποστηρίζει ότι η ανακάλυψη της ελληνικής γραμματείας από τη δυτική Ευρώπη έγινε κάποια στιγμή περίπου χωρίς αποχρώσα αιτία, μόνο και μόνο επειδή η κρίση του Βυζαντίου έφερε τους έλληνες λογίους και τα ελληνικά κείμενα στη δυτική Ευρώπη . Η ίδια άποψη ισχυρίζεται ότι η Αναγέννηση της δυτικής Ευρώπης οφείλεται εν πολλοίς στην ανακάλυψη της ελληνικής γραμματείας, υπήρξε όμως επί της ουσίας αυτοφυής. Συναφές προς τις ανωτέρω παραδοχές είναι και το επιχείρημα περί της ακινησίας του Βυζαντίου, περί της μεσαιωνικής του ιδιοσυστασίας και, ως εκ τούτου, της διάσωσης της ελληνικής γραμματείας σ’ αυτό για λόγους μουσειακούς. Με απλούστερη διατύπωση η κατάρρευση του (δυτικού) ρωμαϊκού ιμπέριουμ σηματοδοτεί το τέλος του Αρχαίου κόσμου και την είσοδο στο Μεσαίωνα.
Οι ανωτέρω απόψεις δημιουργούν εύκολα τη σύγχυση ως προς το κατά πόσον η δυτική Ευρώπη αποτελεί συνέχεια του ελληνικού πολιτισμού, ή εάν το Βυζάντιο οδήγησε στη διάρρηξη της σχέσης του ελληνισμού με την ελληνική αρχαιότητα. Η λύση που προκρίθηκε, να αναγνωρίζεται η οφειλή στο Βυζάντιο αποκλειστικά για τη διάσωση της ελληνικής γραμματείας, διευκόλυνε χωρίς άλλο τη διαχείριση του αφορισμού ότι η Αναγέννηση έγινε εφικτή επειδή ακριβώς η Δύση διέφυγε από το Βυζάντιο. Σε επίρρωση προβάλλει το παράδειγμα της Ρωσίας, ενώ δεν είναι λίγοι εκείνοι που λυπούνται διότι η ελληνική κοινωνία δεν βίωσε την Αναγέννηση, τη Μεταρρύθμιση, το Διαφωτισμό, αλλά ακολούθησε με συνέπεια τη βυζαντινή τροχιά στη μετα-βυζαντινή ιστορία της .
Θα υποστηρίξω το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή το Βυζάντιο εγγράφεται οργανικά και αναπόσπαστα στο ελληνικό κοσμοσύστημα, ότι ο χριστιανισμός ως η πρώτη μείζων ιδεολογική απειλή της ασιατικής δεσποτείας δεν έθιξε ούτε κατ’ ελάχιστο τη φύση του, αλλά αντιθέτως τον αφομοίωσε στις ανθρωποκεντρικές δομές και λειτουργίες του. Θα επιχειρηματολογήσω επομένως υπέρ της άποψης ότι η ελληνική γραμματεία αποτέλεσε καταστατικό ερμηνευτικό εργαλείο για τον βυζαντινό κόσμο και ότι περαιτέρω η μεταφορά της στη δυτική Ευρώπη υπήρξε ένα απλώς επακόλουθο συμβάν μιας ευρύτερης διαδικασίας που προηγήθηκε και οδήγησε στην ανα- μετακένωση των παραμέτρων του ελληνικού ανθρωπο-κεντρισμού σ’ αυτήν.
Υιοθετώντας το συλλογισμό αυτό θα καταλήξουμε αναπόφευκτα στη διαπίστωση ότι η Αναγέννηση δεν υπήρξε ούτε αυτοφυές δημιούργημα της Δύσης, ούτε έστω απόρροια της «ανακάλυψης» της ελληνικής γραμματείας αλλά άμεσο αποτέλεσμα της επανενσωμάτωσης της δυτικής παρειάς του πρώην ρωμαϊκού «ιμπέριουμ» στο ελληνικό κοσμοσύστημα. Θα υποστηρίξω εντέλει ότι ο ελληνικός και ο νεότερος κόσμος εγγράφονται σε ένα ενιαίο κοσμοσυστημικό περιβάλλον ανθρωποκεντρικού τύπου, ότι ο νεότερος ανθρωποκεντρισμός αποτελεί οργανική προέκταση του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και ότι ο πρώτος διαφοροποιείται από τον δεύτερο ως προς την κλίμακα και το τυπολογικό του στάδιο.
Δεν προτίθεμαι να ασχοληθώ εδώ με τα ευρύτερα επιστημολογικά προβλήματα που εγείρει η νεοτερική ανάγνωση του ελληνικού κόσμου και γενικότερα της ιστορίας. Θα εισέλθω απευθείας στον πυρήνα του επιχειρήματος, ότι δηλαδή ο ελληνισμός δεν συγκρότησε ένα απλώς εθνοκεντρικό παράδειγμα αλλά ένα πλήρες κοσμοσύστημα. Ορίζω το κοσμοσύστημα ως τη συνολικά αυτάρκη κοινωνική σφαίρα, που συγκροτείται από ένα σύνολο κοινωνιών και της οποίας όλες οι παράμετροι (οικονομία, κοινωνία, πολιτική, επικοινωνία, πολιτισμός, ιδεολογία κλπ.) έχουν κοινό θεμελιακό υπόστρωμα και ζητούμενο ως προς το ιδιοσυστασιακό περιεχόμενο του ανθρώπου .
Μέχρι τη γένεση του ελληνικού παραδείγματος είχαμε ένα μόνο κοσμοσύστημα στον πλανήτη, το δεσποτικό. Το δεσποτικό κοσμοσύστημα επιφυλάσσει στο άτομο ένα καθεστώς κοινωνίας «υποκειμένων». Το άτομο, η κοινωνία ως ολότητα, είναι αντικείμενο ιδιοκτησίας και, επέκεινα, η πολιτική, η δικαιοσύνη, ο πολιτισμός κλπ. Ανώτερο στάδιο στην εξέλιξη του δεσποτικού κοσμοσυστήματος αποτέλεσε η «κρατική» δεσποτεία (η φαραωνική Αίγυπτος κλπ.), η οποία αντιδιαστέλλεται προς το πρώιμο στάδιό της, την «ιδιωτική» δεσποτεία.
Το ελληνικό παράδειγμα εγγράφεται στον αντίποδα του δεσποτισμού. Ήρθε να συγκροτήσει, για πρώτη φορά, ένα νέο κοσμοσύστημα ανθρωποκεντρικού τύπου, που προτάσσει ως αξία ‘εκ των ων ουκ άνευ’ τον ελεύθερο άνθρωπο και συνεπώς ένα νέο είδος κοινωνίας, βασισμένο στην αυτονομία του ατόμου. Το άτομο στο ελληνικό κοσμοσύστημα υποστασιοποιείται ως ελεύθερη οντότητα, της οποίας το περιεχόμενο εξελίσσεται τυπολογικά, δηλαδή κατ’ουσίαν, ως προς τις διαστάσεις της, κι όχι απλώς μορφολογικά, ως προς τα εξωτερικά της γνωρίσματα.
Πρέπει να υπογραμμίσω ότι ο ανθρωποκεντρισμός ορίζει τη φύση ενός κοινωνικού φαινομένου, δεν το μεταβάλλει από μόνο του σε κοσμοσύστημα. Στοιχεία ή θύλακες ανθρωποκεντρισμού απαντώνται και στο δεσποτικό κοσμοσύστημα, ιδίως στην «κρατική» δεσποτεία, χωρίς όμως αυτοί να μεταβάλουν τη φύση της. Το κοσμοσύστημα αποτελεί έναν σύνολο κόσμο στον οποίο εγγράφεται μια κοινωνία, σύμφωνα με την ιδιοσυστασία της.
Ο ελληνισμός συγκροτήθηκε σε κοσμοσύστημα από τη στιγμή που αναπτύχθηκε σε μια πλειάδα κοινωνιών, με διαφοροποιημένο από τη δεσποτεία και συναφές μεταξύ τους ιδιοσυστατικό περιεχόμενο, βασισμένο στον ανθρωποκεντρισμό. Η Ελλάδα σήμερα αποτελεί μια ανθρωποκεντρική κοινωνία, δεν συγκροτεί από μόνη της κοσμοσύστημα. Εγγράφεται στο ευρύτερο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα που έγινε πια πλανητικό .
Το ελληνικό κοσμοσύστημα διακρίνεται σε δύο μείζονες τυπολογικές περιόδους: την κρατοκεντρική και την οικουμενική. Και στις δύο, καταστατικό κοινωνικο-πολιτειακό θεμέλιο αποτελεί η «πόλις». Η «πόλις» ως ανεξάρτητο κράτος, στην πρώτη περίοδο. Η «πόλις» ως αυτόνομη πολιτεία ή ‘κοινό’ ή ‘κοινότητα’ όπως επικράτησε τελικά να λέγεται, στη δεύτερη περίοδο. Η διαφορά έγκειται κυρίως στο ότι ο κοσμοσυστημικός χώρος, με τη μετάβαση στην οικουμένη, αποκτά μια επιπλέον πολιτειακή παράμετρο, εναρμονιστική στο σύνολο, τη μητροπολιτική πολιτεία, η οποία όμως δεν αναιρεί την θεμελιώδη πολιτειακή συνιστώσα της κρατοκεντρικής περιόδου, την «πόλη», αντιθέτως μάλιστα την προϋποθέτει. Η κοσμοπολιτεία, το συνολικό πολιτικό σύστημα της οικουμένης, συγκροτεί εντέλει ένας είδος συμπολιτείας, που έχει στην κεφαλή της μια επίσης «πόλη», τη μητρόπολη.
Η οικουμενική μετάβαση, στην ανατολική παρειά του ελληνικού κοσμοσυστήματος, θα πραγματοποιηθεί υπό την αιγίδα μιας έως τότε περιθωριακής δύναμης του ελληνισμού, των Μακεδόνων. Στη Δύση, η οικουμενική αυτή μετάλλαξη θα συντελεσθεί αργότερα από τους Ρωμαίους, οι οποίοι θα ενοποιήσουν ουσιαστικά και τις δυο παρειές του ελληνικού κοσμοσυστήματος των «πόλεων» και θα το επεκτείνουν στη βορειοδυτική δεσποτική του ενδοχώρα κατά το προηγούμενο του Αλεξάνδρου, που ενσωμάτωσε στον ελληνικό ανθρωποκεντρισμό την ανατολική δεσποτική του ενδοχώρα.
Είναι σημαντικό να υπογραμμισθεί από τώρα ότι το ελληνικό κοσμοσύστημα με τη μορφή της οικουμένης θα δεσπόσει με τον ένα (στις μητροπολιτικές του εστίες) ή τον άλλο (στις περιφερειακές του ενδοχώρες) τρόπο έως τον 19ο αιώνα.
Τρία είναι τα θεμελιώδη γνωρίσματα της ρωμαϊκής επέμβασης, που μας ενδιαφέρουν εν προκειμένω:
Πρώτον, ότι μολονότι λειτούργησε αρχικά κατά τρόπο λεηλατικό, δηλαδή ως περιφερειακή δεσποτεία, εντούτοις σταδιακά ενσωματώθηκε στη λογική του ελληνικού κοσμοσυστήματος και το διακίνησε.
Δεύτερον, ουδέποτε η ενσωμάτωση αυτή θα γίνει πλήρης, γεγονός που εξηγεί τον εξελληνισμό του ρωμαϊκού «ιμπέριουμ».
Τρίτον, η πέραν της Ρώμης και της δυτικής ελληνικής κρατοκεντρικής περιμέτρου ευρωπαϊκή ενδοχώρα, ενσωματώθηκε μεν στην ανθρωποκεντρική κοσμόπολη, λειτούργησε όμως σταθερά ως (εσωτερική) περιφέρεια. Το γεγονός αυτό εξηγεί, υπό μίαν έννοια, και τη ραγδαία υποχώρηση του ανθρωποκεντρισμού στη Δύση.
Ώστε, η άλωση της δυτικής ρωμαϊκής κοσμοπολιτείας θα οδηγήσει στη δημιουργία όχι μιας διαφοροποίησης ενδο-κοσμοσυστημικού τύπου, που θα αφορά, όπως μέχρι τότε, στο βαθμό της ενσωμάτωσής της στο ανθρωποκεντρικό κεκτημένο, αλλά ενός κοσμοσυστημικού χάσματος. Η ελληνική Ανατολή θα συνεχίσει να είναι ανθρωποκεντρική και μάλιστα να βιώνει τη μετακρατοκεντρική ή οικουμενική της φάση, ενώ η λατινική Δύση θα περιέλθει σε ένα δεσποτικό κοσμοσύστημα, και μάλιστα σε μια εντελώς πρώιμη μορφή του, στην «ιδιωτική» δεσποτεία. Η δυτική εκκλησία θα εκφεουδαλισθεί επίσης, όμως, εν αντιθέσει προς τις κοσμικές «ιδιωτικές» κοινωνίες, θα επιζητήσει να αναλάβει ορισμένους ρόλους που προσιδιάζουν στην «κρατική» δεσποτεία.
Εκείνο που χαρακτηρίζει την «ιδιωτική» δεσποτεία είναι η αποπνικτικά αντιπνευματική της φύση . Αν λοιπόν χάθηκε κάθε ίχνος πνευματικής κίνησης, αν έπαψε να λειτουργεί στη δυτική Ευρώπη η ελληνική γλώσσα και γραμματεία , αυτό οφείλεται στο ότι χάθηκε ουσιαστικά κάθε ίχνος ανθρωποκεντρικής κοινωνίας. Η «ιδιωτική» δεσποτεία δεν χρειάζεται ούτε το κλίμα της επιτρέπει την όσμωσή της με μιαν ανθρωποκεντρική γραμματεία. Η πολιτική, η δικαιοσύνη, η παραγωγή ανήκουν εξ ολοκλήρου, εν είδη ιδιοκτησίας, στον φεουδάρχη. Το σύστημα της «πόλης», ο φυσικός χώρος που υποστασιοποιεί ανθρωποκεντρικά το άτομο στο ελληνικό κοσμοσύστημα, έχει εκλείψει .
Στην Ανατολή αντιθέτως το ελληνικό κοσμοσύστημα όχι μόνον θα συνεχίσει την ανθρωποκεντρική του τροχιά, όπως είδαμε, αλλά και θα αναδείξει ορισμένες νέες σημαίνουσες διαστάσεις που μας επιτρέπουν να ισχυρισθούμε ότι αποδίδουν την πλέον ολοκληρωμένη του έκφραση, με τη μορφή της κοσμοπολιτειακής οικουμένης. Το σύστημα των ‘‘πόλεων’/ ‘κοινών» ή θα βρει ένα ισχυρό πεδίο ισορροπίας με το κεντρικό πολιτικό σύστημα, το οποίο με υπόβαθρο τη Μητρόπολη, θα οικοδομηθεί, για πρώτη φορά, σε ένα καθαρά ανθρωποκεντρικό πολιτειακό περιβάλλον .
Η πολιτεία της Κωνσταντινούπολης και όχι ο Βασιλεύς, συγκροτεί το κεντρικό πολιτικό σύστημα της κοσμοπολιτείας, η οποία ορίζεται, με τη σειρά της, ως το σύνολο πολιτειακό σύστημα της κοσμόπολης. Η κοσμοπολιτεία΄, επομένως, περιλαμβάνει τη Μητρόπολη και το σύνολο των ‘πόλεων/κοινών’ της κοσμόπολης. . Υπογραμμίζεται μάλιστα ο πολυσυστημικός χαρακτήρας των «πόλεων» στο Βυζάντιο, με την επισήμανση ότι είναι εντυπωσιακή η προσήλωσή τους στις προ-οικουμενικές πολιτείες, συμπεριλαμβανομένης και της δημοκρατίας. Η επισήμανση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς δεν διευκολύνει καθόλου τη σύγχρονη παραδοχή για τον χαρακτήρα και την φεουδαλική προέλευση των λεγομένων «κοινοτήτων» αλλά και για τη νεοτερική βεβαιότητα ότι η (άμεση) δημοκρατία υπήρξε υπόθεση μόλις δύο αιώνων και όχι μια σταθερά, συνακόλουθα προς το σύστημα των ‘πόλεων’, του ελληνικού κοσμοσυστήματος, που απαντάται και στην τελευταία του φάση, στη διάρκεια της οθωμανοκρατίας .
Προστίθεται στα ανωτέρω το γεγονός της κατάργησης των ρωμαϊκών νομοκατεστημένων τάξεων – κατεξοχήν γνώρισμα της δεσποτείας – και, περαιτέρω, της ώνιας δουλείας/εργασίας ως κυρίαρχης λειτουργικής παραμέτρου της ‘χρηματιστικής’ οικονομίας και της αντικατάστασής της από την εταιρική εργασία. Η εταιρική εργασία, που αρχίζει σταδιακά να γενικεύεται από τους ελληνιστικούς χρόνους ως απάντηση στην επανένταξη της εργασίας στο οικονομικό γίγνεσθαι, θα υποκαταστήσει τελικά στο Βυζάντιο την ώνια δουλεία/εργασία ως σύστημα παραγωγής .
Γνωρίζουμε ότι έχει δαπανηθεί πολύ μελάνι για να θεμελιωθεί το επιχείρημα της ρήξης του Βυζαντίου με το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα, ότι δηλαδή το Βυζάντιο εγγράφεται στο μεσαίωνα, και, ως εκ τούτου, ήταν φεουδαρχία. Επισημαίνεται επίσης η εμμονή στον πολυεθνικό του χαρακτήρα – ωσάν η ελληνιστική ή η ρωμαϊκή κλπ. περίοδοι δεν ήσαν πολυεθνικές – προκειμένου να υποβαθμισθεί η λειτουργία του ως ολοκληρώματος της οικουμενικής φάσεως του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και, συγχρόνως, να αφεθεί χώρος για το εθνοκεντρικό εγχείρημα. Οι διαφοροποιήσεις αυτές στην προσέγγιση του ελληνικού κοσμοσυστήματος, σε ότι αφορά την προ- και στη μετα-βυζαντινή του φάση, συνδέονται με το ευρύτερο γνωσιολογικό και μεθοδολογικό πρόβλημα που κατατρύχει τη νεοτερική ιστορική επιστήμη και, ιδίως, με τις διατακτικές του νεότερου εθνοκεντρικού κόσμου, ο οποίος προβάλλοντας το εθνοκεντρικό του πρόταγμα στο παρελθόν επιχειρεί να το προικίσει με ιστορικό υπόβαθρο . Ωστόσο, η ίδια η επικέντρωση της προσπάθειας αυτής στο Βυζάντιο, μολονότι οδηγεί στην αποδόμηση του κοσμοσυστημικού χαρακτήρα του ανθρωποκεντρικού ελληνισμού, συνομολογεί, συγχρόνως, την κομβική του θέση στη διαμόρφωση του νεότερου εθνοκεντρικού κόσμου.
Εντούτοις, μόνον η προσέγγιση του Βυζαντίου υπό το πρίσμα του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού με όχημα την «πόλη», μπορεί να εξηγήσει την ιδιαίτερη φύση του και, στο πλαίσιο αυτό, τη ζωντανή μαρτυρία της ελληνικής γραμματείας και, περαιτέρω, της γνωστικής διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα, σε ότι αφορά την ελληνική γραμματεία, που ενδιαφέρει εν προκειμένω, η τελευταία διασώθηκε στο Βυζάντιο όχι ως μουσειακό είδος αλλά ως οργανική συνιστώσα του συστήματος . Το σύστημα της «πόλης» γέννησε την ελληνική γραμματεία, στο σύστημα της «πόλης» έδιδε αυτή απαντήσεις, το σύστημα της «πόλης» βίωνε καταστατικά το Βυζάντιο. Θα προσέθετα μάλιστα ότι αυτός είναι και ο λόγος της μακροημέρευσης της ελληνικής γραμματείας στον ελληνικό κοσμοσυστημικό χώρο, η οποία έκαμε επιπροσθέτως χωρίς αντικείμενο την παραγωγή νέας σκέψης, στα πεδία του ενδιαφέροντός της. Έτσι, η παραγωγή πολιτικής σκέψης στο Βυζάντιο είναι ουσιαστικά ασήμαντη, αφού, ιδίως μετά την ανθρωποκεντρική μετάλλαξη της Μητρόπολης, η κλασική γραμματεία κάλυπτε εξ ολοκλήρου τις ερμηνευτικές ανάγκες του. Στο Βυζάντιο αφθονεί, ωστόσο, η ιστορία ή οι σχολές σκέψης που κινούνται στη βάση του επιχειρήματος της ελληνικής γραμματείας και, οπωσδήποτε, ο στοχασμός που ανάγεται στην οικοδόμηση του νέου θρησκευτικού δόγματος και της σχέσης του με την (ανθρωποκεντρική) κοινωνία.
Η ‘νέα σκέψη’ θα δημιουργηθεί στις περιοχές και, μάλιστα, στην εποχή της ευρωπαϊκής μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, καθώς εκεί οι άνθρωποι θα διερωτηθούν εξαρχής για το ‘νέο κόσμο’, για το ‘νέον άνθρωπο’, που διέκριναν ενώπιόν τους και του οποίου το περιβάλλον καλούνταν να οικοδομήσουν. Η μετάβαση αυτή από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό και, μάλιστα, υπό το πρίσμα μιας δυναμικής που προανήγγειλε τη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, ήγειρε ένα ζήτημα κατανόησης και, περαιτέρω, συγκρότησής του σε όλα τα επίπεδα. Το γεγονός ότι αναζήτησαν τις απαντήσεις στην ελληνική γραμματεία, τούτο επικυρώνει δεν αναιρεί την άποψη ότι ο νέος αυτός κόσμος συγκροτούνταν με βάση το «πραγματολογικό» υλικό του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας και, κυρίως, ότι για τον άνθρωπο του ελληνικού κοσμοσυστήματος της βυζαντινής και της μετα-βυζαντινής περιόδου , ήταν ήδη πολύ παλαιός στα θεμέλιά του.

2. Ελληνική γραμματεία και δυτικο-ευρωπαϊκή Αναγέννηση

Έως εδώ προσπάθησα να απαντήσω στο πρώτο σκέλος της προβληματικής μου για τις πραγματολογικές προϋποθέσεις της σταδιοδρομίας της ελληνικής γραμματείας στον ιστορικό χρόνο και χώρο. Εξήγησα, ελπίζω, γιατί υποχώρησε στη Δύση, εν αντιθέσει προς το Βυζάντιο, όπου συνέχισε να αποτελεί δεσπόζον ερμηνευτικό εργαλείο του συστήματος.
Οι ανωτέρω επισημάνσεις προϊδεάζουν, επίσης, για την απάντηση στο δεύτερο σκέλος της προβληματικής μου, που αφορά στο ερώτημα πώς έγινε εφικτή η επάνοδος της ελληνικής γραμματείας στη δυτική Ευρώπη. Στο ερώτημα αυτό, η κοινωνική επιστήμη απαντά με γνώμονα την κρίση που επισυνέβη στο Βυζάντιο και τη μαζική έξοδο στην Εσπερία των λογίων του.
Εντούτοις, η απάντηση αυτή δεν είναι, από τη φύση της επαρκής. Πρωταρχικά διότι το επιχείρημα ότι οι Έλληνες λόγιοι έφεραν την Αναγέννηση στη Δύση είναι σαθρό εξ ορισμού, καθώς αποδίδει στη γνώση ιδιότητες που δεν διαθέτει. Υπονοεί, συγκεκριμένα, ότι ολίγοι στοχαστές, κάτοχοι της ελληνικής γραμματείας, με τη μετάβασή τους στην Εσπερία, κατόρθωσαν να διαρρήξουν την πνιγηρή δομή της φεουδαρχίας και να κινήσουν τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ανθρωποκεντρικής μετάβασης. Το ερώτημα που τίθεται, εν προκειμένω, είναι γιατί τη στιγμή αυτή κι όχι νωρίτερα, όταν μάλιστα το Βυζάντιο βρισκόταν στο απόγειό του. Και γιατί, εν πάσει περιπτώσει, παρόλη την καθόλα πιο ισχυρή παρουσία της ελληνικής γραμματείας στον λατινικό ρωμαϊκό κόσμο, επήλθε στη Δύση ο Μεσαίωνας.
Συμφωνούμε, επομένως, ότι η ελληνική γραμματεία, ως ανθρωποκεντρική, προϋποθέτει τη συνδρομή ενός ελάχιστου ανθρωποκεντρικού περιβάλλοντος για να ευδοκιμήσει. Το γεγονός αυτό διευκρινίζει, οπωσδήποτε, ότι υπό συνθήκες δεσποτείας και, μάλιστα, «ιδιωτικής» δεσποτείας, η επιστημονική γνώση ενδιαφέρει ελάχιστα τους συντελεστές της και, συνακόλουθα, μια γραμματεία που απαντά σε ζητήματα ανθρωποκεντρικού τύπου δεν την αφορά. Συνομολογεί, επομένως, ότι η Αναγέννηση και η μετέπειτα εξέλιξη της ευρωπαϊκής κοινωνίας υποδεικνύει όντως την ανάδυση μιας δυναμικής ανθρωποκεντρικού τύπου, στο πλαίσιο του δεσποτικού κοσμοσυστήματος.
Παρόλ’αυτά, διαπιστώνουμε ότι ενώ αναγνωρίζεται το χρέος προς το Βυζάντιο για τη μετακένωση της ελληνικής γραμματείας στη Δύση, το ερώτημα που τέθηκε προ ολίγου, «γιατί την περίοδο αυτή κι όχι νωρίτερα» ή, «γιατί αυτή και όχι μια άλλη γραμματεία», δεν φαίνεται να απασχολεί. Με άλλα λόγια, το ζήτημα των πραγματολογικών αιτίων της Αναγέννησης σπανίως απασχολεί και, οπωσδήποτε, ελάχιστα συνδέεται με το Βυζάντιο .
Όπως ήδη προανέφερα, η επάνοδος της δυτικής Ευρώπης σε ανθρωποκεντρική τροχιά, η συνολική διαδικασία της μετάβασής της από το δεσποτικό στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα, δεν υπήρξε αυτοφυής. Δεν ανάγεται σε εγγενή αίτια, δεν μπορεί να εντοπισθεί ο εσωτερικός ‘σπινθήρας’ που προκάλεσε τη διάρρηξη της «ιδιωτικής» δεσποτείας. Αντιθέτως, όλα δείχνουν ότι η μετάβαση αυτή είναι εξ ολοκλήρου οφειλέτης της επανένταξής της στην τροχιά του ελληνικού ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος. Εάν αυτό είχε, για κάποιο λόγο εκλείψει, ο μετέπειτα κόσμος θα συνέχιζε, καθόλες τις ενδείξεις, να ζει στο περιβάλλον του δεσποτικού κοσμοσυστήματος.
Υπογραμμίζεται συχνά η συμβολή των Αράβων στη γνωριμία της δυτικής Ευρώπης με την ελληνική γραμματεία. Όμως, η επιρροή αυτή ξεπέρασε οριακά την Ισπανία και πάντως δεν μετέφεραν αυτοί την ανθρωποκεντρική δυναμική στην ευρωπαϊκή ενδοχώρα. Εάν παρ’ όλα αυτά, συνέβαινε κάτι τέτοιο, δεν θα ανετρέπετο η βάση του επιχειρήματος, καθόσον η αραβική διείσδυση στη νότια παρειά του ελληνικού κοσμοσυστήματος, δεν μετέβαλε τα πραγματολογικά του δεδομένα. Οι Άραβες ενσωματώθηκαν, σε τελική ανάλυση, στο ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας και, μάλιστα, διαχειρίσθηκαν τις νότιες και ανατολικές περιοχές του ανταγωνιστικά προς τον ελληνισμό, τουλάχιστον για μια ορισμένη περίοδο. Εξού και η παραδειγματική θητεία της ελληνικής γραμματείας σ’αυτούς.
Ώστε, η μετακένωση των παραμέτρων του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού στη δυτική Ευρώπη θα γίνει κυριολεκτικά δια του Βυζαντίου και, ως προς τον χρόνο, πρέπει να θεωρηθεί ότι υπήρξε απόρροια μιας συνολικής – εσωτερικής και εξωτερικής – στρατηγικής ανασύνταξης του ελληνισμού.
Η εσωτερική ανασύνταξη θα ακολουθήσει τη νίκη της εικονολατρίας, η οποία υποδεικνύει, αφενός, την οριστική κυριαρχία του κοσμικού κράτους επί της μοναστικής πολιτείας και της Εκκλησίας· και αφετέρου, τον ιστορικό συμβιβασμό του χριστιανισμού με τον ελληνισμό, την τελική επικράτηση της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού, που θα αφήσει ένα γόνιμο έδαφος για την ελληνική ‘παιδεία’ και, επέκεινα, στην αυτοτελή καλλιέργεια της ελληνικής γραμματείας .
Η εξωτερική ανασύνταξη θα καταστεί αναγκαία λόγω της δυσκολίας του Βυζαντίου να διατηρήσει υπό έλεγχο τις νότιες και ιδίως τις νοτιοανατολικές παρειές του ελληνικού κοσμοσυστήματος, που του επέτρεπαν να επικοινωνεί με την ασιατική ενδοχώρα. Ο εκχριστιανισμός των σλάβων απέβλεπε ακριβώς στη δημιουργία ενός νέου ζωτικού χώρου, δηλαδή νέων αγορών έως τη Σκανδιναβία, που θα χρησιμοποιούσαν ως οδούς επικοινωνίας τις ποτάμιες φλέβες των χωρών αυτών. Η ίδια ανάγκη θα επαναφέρει τη βυζαντινή κοσμοπολιτεία στην Ιταλία, η οποία θα συντελεσθεί συστηματικότερα, με την επανεμφύτευση του συστήματος των πόλεων σ’ αυτήν. Η επανενσωμάτωση, αυτή καθ’ εαυτή, της Ιταλίας στο ελληνικό κοσμοσύστημα και ιδίως η στρατηγική προτεραιότητα προς τη βόρεια Ιταλία, καταδεικνύει ότι στόχευε στη χρησιμοποίησή της ως γέφυρας για τη διείσδυση της ελληνικής επιρροής και του εμπορίου στην πέραν των Αλπεων δυτικο-ευρωπαϊκή ενδοχώρα.
Οπωσδήποτε, η στρατηγική αυτή ανασύνταξη του Βυζαντίου θα μεταβάλλει ξανά το σύνολο της Ευρώπης σε ζωτική του περιφέρεια, σε ένα είδος «τρίτου κόσμου» του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Η στροφή αυτή του βυζαντινού ενδιαφέροντος στην Ευρώπη και, ιδίως, στην Ιταλία θα αποδειχθεί καταλυτική, καθώς θα δημιουργήσει το πρώτο ισχυρό ρήγμα στον ερμητικά κλειστό χαρακτήρα της δυτικο-ευρωπαϊκής ιδιωτικής δεσποτείας.
Το δεύτερο και συνάμα καίριο πλήγμα θα επέλθει ως αποτέλεσμα της προσπάθειας των βυζαντινών να καρπωθούν τη χριστιανική «θρησκοληψία» των φεουδαλικών πληθυσμών της δυτικής Ευρώπης, προκειμένου να ανακτήσουν τον έλεγχο των στρατηγικών κόμβων της Εγγύς Ανατολής, που θα τους επανέφεραν στις αγορές της Ασίας.
Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, οι σταυροφορίες θα επιταχύνουν την αποσύνθεση της «ιδιωτικής» δεσποτείας στη δυτική Ευρώπη, θα φέρουν σε επαφή τις μάζες των δουλοπαροίκων και τους φεουδάρχες με το ελληνικό (βυζαντινό) ανθρωποκεντρικό κεκτημένο, θα εδραιώσουν την ηγεμονία και, συνακόλουθα, την όσμωση των ιταλικών πόλεων με τον ζωτικό χώρο του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και, εντέλει, θα δημιουργήσουν μια οργανική διασύνδεση του συνόλου δυτικοευρωπαϊκού περιβάλλοντος μ’ αυτόν.
Συγχρόνως, η μετατόπιση ισχύος από το μητροπολιτικό βυζαντινό χώρο στην ιταλική χερσόνησο, θα ανακόψει την ανθρωποκεντρική μετάλλαξη της σλαβικής ενδοχώρας και θα θέσει τις βάσεις για μια μακρόχρονη απομόνωσή της, η οποία θα ολοκληρωθεί με την επιβολή της οθωμανικής κυριαρχίας στο ιστορικό ζωτικό πεδίο του ελληνικού κοσμοσυστήματος και την επικράτηση των μογγόλων στη ρωσική ενδοχώρα.
Τα ανωτέρω υποδεικνύουν ότι η μεν ιταλική Αναγέννηση αποτελεί καθόλα μια εσωτερική υπόθεση της βυζαντινής κοσμοπολιτειακής οικουμένης, η δε δυτικο-ευρωπαϊκή μετάβαση από την «ιδιωτική» δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, με ενδιάμεσο σταθμό την «κρατική» δεσποτεία, το αποτέλεσμα της επανένταξής της, εν είδει ζωτικής περιφέρειας, στο ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα και της μετακένωσης των παραμέτρων του σ’αυτήν.
Η διαπίστωση αυτή ανατρέπει τη γενική παραδοχή ότι οφειλέτης του Βυζαντίου είναι η σλαβική Ανατολή και όχι η λατινική Δύση. Η σλαβική Ανατολή, μολονότι θα εγγραφεί αμεσότερα στη βυζαντινή ζωτική περιοχή, θα απομονωθεί όπως προείπα στη συνέχεια και τελικά θα εξελιχθεί σε μια τυπική κρατική δεσποτεία . Η όσμωσή της με την ελληνική ανθρωποκεντρική εκδοχή του χριστιανισμού – την ορθοδοξία – δεν αποτελεί από μόνη της ισχυρό επιχείρημα, αφού, και αυτή, αποστερημένη από τις πραγματολογικές της βάσεις, θα προσαρμοσθεί, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, στις συνθήκες της κρατικής δεσποτείας, για να την υπηρετήσει με συνέπεια. Αντιθέτως, η Δύση θα παραλάβει τα πραγματολογικά δεδομένα του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού, τα οποία με τη σειρά τους θα επιβάλλουν την ομόλογη ελληνική γραμματεία, όπως και στο Βυζάντιο, ως μοναδικό ερμηνευτικό εργαλείο των φαινομένων που συνέθεταν την έννοια του «νέου ανθρώπου».
Ο «νέος» αυτός άνθρωπος του δυτικο-ευρωπαϊκού διαφωτισμού ήταν ασφαλώς «νέος» σε σχέση με τον φεουδαλικό άνθρωπο, όχι με τον «έλληνα άνθρωπο». Θα λέγαμε, μάλιστα, ότι υπό το πρίσμα του συνολικού αναπτύγματος του ελληνικού κοσμοσυστήματος, προσιδιάζει στον «έλληνα άνθρωπο» της εποχής των Νομοθετών, αλλά επ’ουδενί με εκείνον της αμέσως επομένης περιόδου, της κλασικής εποχής ή τον «οικουμενικό άνθρωπο» αλεξανδρινού, του ρωμαϊκού ή του βυζαντινού και μεταβυζαντινού κλίματος των «πόλεων’/‘κοινών».
Σε κάθε περίπτωση, η Ιταλία θα στηρίξει την ανθρωποκεντρική της μετάβαση στο σύστημα των «πόλεων». Οι «πόλεις» αυτές, συντοχρόνω με την εξασθένιση της βυζαντινής μητρόπολης, θα αναδειχθούν σε πλήρως ή σχετικά ανεξάρτητες πολιτειακές οντότητες, όπως ακριβώς και οι αντίστοιχες ελληνικές, της κυρίως ελληνικής παρειάς του Βυζαντίου. Η δυτική Ευρώπη θα μετεξελιχθεί σταδιακά σε ένα είδος κρατικής δεσποτείας, μεταβατικού τύπου, που, όπως είδαμε, αντιπροσωπεύει μια ανώτερη δεσποτική φάση – καθώς θα εδραιώνονται σ’ αυτήν οι παράμετροι του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού: η «χρηματιστική» οικονομία μικρής κλίμακας, το σύστημα των «πόλεων»/«κοινών», μεταλλαγμένα σε «κοινότητες», οι συντεχνίες, ένα ανθρωποκεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα (το πανεπιστήμιο κλπ), το τυπικό της βασιλείας, προσαρμοσμένο, εντούτοις, στην απόλυτη ή δεσποτική εκδοχή του, το σύνολο, αξιακό, πνευματικό και ιδεολογικό περιβάλλον του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και πολλά άλλα.
Θα επικαλεσθώ, δίκην παραδείγματος, δύο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα ικανά, νομίζω, για να καταδειχθεί η σημασία του ελληνικού κοσμοσυστήματος της βυζαντινής και της μεταβυζαντινής περιόδου για την ανθρωποκεντρική μετάβαση της δυτικής Ευρώπης. Το ένα αφορά στην επανεμφύτευση του συστήματος των «πόλεων» στην Ιταλία, προκειμένου να αποτελέσουν εκεί την ανθρωποκεντρική πολιτειακή εστία. Στις «πόλεις», που θα συγκροτηθούν κατά το πρότυπο της βυζαντινής οικουμένης, θα αναπτυχθεί η «χρηματιστική» οικονομία που θα υπονομεύσει και θα συμπαρασύρει σε σχετική ανθρωποκεντρική τροχιά και την φεουδαλική ενδοχώρα. Το νέο σύστημα θα δημιουργήσει εγγράμματα επαγγέλματα, όπως συμβολαιογράφους, δικηγόρους, τραπεζίτες, εμπόρους, γραμματείς του «κοινού» κλπ. Από τον κύκλο των εγγραμμάτων αυτών θα αναδειχθούν τελικά οι νέοι στοχαστές και οι φορείς των σχολών σκέψης που θα διακινήσουν την ελληνική γραμματεία. Το σύστημα των «πόλεων’/‘κοινών» θα αποτελέσει, επίσης, το πολιτειακό όχημα για την εστίαση των μη φεουδαλικών στρωμάτων στην πέραν των Άλπεων δυτικο-ευρωπαϊκή Αναγέννηση. Ενώ, όμως, το σύστημα των κοινοτήτων (και των συντεχνιών) θα παίξει έναν ρόλο καταλύτη στη διαδικασία οικοδόμησης του ανθρωποκεντρισμού έως τον 19ο αιώνα, εντούτοις, δεν θα σταθεί ικανό, από μόνο του, να αποτελέσει το συστατικό πολιτειακό υπόβαθρο της κοινωνικής ολότητας και να απορροφήσει έτσι τα κοινωνικοπολιτικά και ιδεολογικά θεμέλια της ελληνικής μητρόπολης. Θεμελιώδης αιτία της αδυναμίας αυτής αποτέλεσε το γεγονός ότι η «πόλη», εστεγασμένη στο εσωτερικό του φέουδου, θα μεταβληθεί σε προσάρτημά του και θα μεταλλαχθεί σε κοινότητα.
Το δεύτερο παράδειγμα αφορά στη συντεχνία. Το γεγονός ότι το σύνολο της δυτικής Ευρώπης θεμελίωσε τη νέα, εν προκειμένω, «χρηματιστική» οικονομία και, ως εκ τούτου, τη σχέση εργασίας και κεφαλαίου στην έννοια της εταιρικής πολιτείας, που παρέλαβε από το Βυζάντιο, εξηγεί ευρέως γιατί ο νεότερος κόσμος διέφυγε τελικά από το ώνιο δουλοκτητικό σύστημα. Όπως όμως και το «κοινό», η εταιρική ή, όπως επικράτησε να λέγεται, η «συντεχνιακή» πολιτεία, αν και θα λειτουργήσει ως καταλύτης για τη συγκρότηση μιας «κοινωνίας της εργασίας» με βάση την ελευθερία, δεν παύει να αποτελεί παραφθορά του ελληνικού προτύπου, που ανέδειξε η μετα-κρατοκεντρική περίοδος και συνέχισε με τους ίδιους όρους να υπηρετεί την ελληνική ανθρωποκεντρική οικουμένη έως και το τέλος της οθωμανοκρατίας. Στον ελληνικό κοσμοσυστημικό χώρο θα αποτελέσει ένα πολιτειακό σύστημα, προορισμένο να διασφαλίσει την μη εξάρτηση της εργασίας από την εργοδοσία ή το κεφάλαιο. Στη δυτική του περιφέρεια, θα αποτελέσει θεσμό της δεσποτικής «δημόσιας» σφαίρας και θα απολήξει σε μέσον χειραγώγησης της εργασιακής δυναμικής από το κεφάλαιο .
Η απόρριψη της μικρής ανθρωποκεντρικής κλίμακας και η οικοδόμηση των νεοτέρων κοινωνιών στη μεγάλη κλίμακα του ενθοκεντρικού περιβάλλοντος, θα συντελεσθεί - συγχρόνως με την εξάλειψη των θεμελιωδών παραμέτρων της φεουδαρχίας - στη ζώνη της νεοτερικής πρωτοπορίας, μόλις προς το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα, ιδίως δε στη διάρκεια του 20ου αιώνα. Θα συμπέσει μάλιστα με την αποδόμηση του ελληνικού κοσμοσυστήματος στο μητροπολιτικό του χώρο, η οποία θα διαρκέσει από το 1821 έως το 1922 .
Η μετάβαση από τη μικρή στη μεγάλη ανθρωποκεντρική κλίμακα μπορεί να χαρακτηρισθεί ως τυπολογική μεταβολή στο εσωτερικό ενός ενιαίου κοσμοσυστημικού γίγνεσθαι, υπό την έννοια ότι ο νεότερος ανθρωποκεντρισμός αποτελεί οργανική προέκταση του ελληνικού ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος. Ομως, οι ειδικότερες συνθήκες υπό τις οποίες συντελέσθηκε η μετάβαση αυτή θα οδηγήσουν τελικά στην εκκίνηση του νεότερου ανθρωποκεντρικού κόσμου από μηδενική αφετηρία, σε ότι αφορά την οικοδόμηση των θεμελιωδών του παραμέτρων (τη «χρηματιστική» οικονομία, το επικοινωνιακό σύστημα κλπ) και, επέκεινα, του κοινωνικο-πολιτικού και ιδεολογικού του περιβάλλοντος.
Έτσι, για παράδειγμα, η μετάλλαξη του «κοινού» σε κοινότητα δεν θα επιτρέψει την επιβίωση της δημοκρατικής πολιτείας, την οποία, εντούτοις, βίωνε ο ελληνικός κόσμος έως τον 19ο αιώνα, με θεμέλιο την κοινωνική και πολιτική ελευθερία, ούτε μιαν ανάλογη «πολιτειακή» δόμηση των σχέσεων εργασίας και κεφαλαίου. Η λογική του συνόλου κοσμοσυστήματος θα επανέλθει σε μια εντελώς πρώιμη κρατοκεντρική τροχιά, εγκαταλείποντας τη μετα-κρατοκεντρική ή οικουμενική του άρθρωση.
Η αστική τάξη, από την πλευρά της, μακράν του να προσλάβει το οικουμενικό υπόβαθρο του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού της περιόδου, θα οικοδομηθεί σε «εθνικές» βάσεις, καθώς πρωταρχική της επιδίωξη θα είναι η πρωταρχική συσσώρευση σε ένα ασφαλές, δηλαδή ενδο-κρατικό περιβάλλον. Η κοινωνία, που μόλις εξέρχεται από τη φεουδαρχία, θα επικεντρώσει το ενδιαφέρον της στην απλή πρωταρχική ανθρωποκεντρική της υποστασιοποίηση, που διέρχεται από την απλή ατομική ελευθερία και την έννοια της κοινωνίας της εργασίας. Σε τελική ανάλυση, η μηδενική ανθρωποκεντρική αφετηρία, από την οποία εκκινεί η νεότερη κοσμοσυστημική τάξη, την κάνει να προσομοιάζει, εξ επόψεως ολοκλήρωσης, αναλογικά, με εκείνη της «πόλης», της πρώιμης προκλασικής περιόδου.
Εντούτοις, η μετάβαση του νεότερου κόσμου από τη μικρή στη μεγάλη ανθρωποκεντρική κλίμακα, θα επιφέρει μια δραματική μεταβολή στον τρόπο πρόσληψης και στις χρήσεις της ελληνικής γραμματείας. Έως τον 19ο αιώνα, η ελληνική γραμματεία αποτελούσε τον θεμελιώδη μοχλό κάθε προβληματικής για την ιδεολογική συγκρότηση του νέου ανθρωποκεντρικού κόσμου. Στη συνέχεια, θα αρχίσει να προσεγγίζεται ολοένα και περισσότερο ως ένα ιστορικό κεκτημένο, ιδίως από τη στιγμή που το πραγματολογικό του υπόβαθρο θα αντιμετωπισθεί ως μακρινό και καταστατικά διαφορετικό, ώστε να μην είναι διανοητή η σύγκριση μαζί του.
Ήδη η μετάβαση στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα, θα δημιουργήσει το νέο εστιακό περιβάλλον για τον άνθρωπο, το οποίο, όμως, θα απαιτήσει την κινητοποίηση πολλαπλάσιας ενέργειας, προκειμένου να γίνει εφικτή η διατήρηση σε λειτουργία της ανθρωποκεντρικής δυναμικής μέσα σ’αυτό. Όντως, οι παράμετροι της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας (της οικονομίας, της επικοινωνίας κλπ), καλούνται να παραβληθούν με τις ομόλογές τους στο πλαίσιο της μικρής κλίμακας, όχι ευθέως με ποσοτικούς όρους, αλλά σε σχέση με το ανθρωποκεντρικό αποτέλεσμα που αποδείχνονται ικανές να παραγάγουν στον φυσικό τους χώρο.
Εντούτοις, αυτή καθεαυτή η πραγματικότητα της μεγάλης κλίμακας, απαιτεί μια γνωστική προσπάθεια διαφορετικού τύπου από εκείνη της μικρής κλίμακας. Το παράδειγμα του επικοινωνιακού συστήματος είναι όλως ξεχωριστό. Πράγματι, στην «πόλη» το επικοινωνιακό σύστημα εδράσθηκε στην άμεση ή φυσική συνάντηση των μελών του κοινωνικού σώματος. Επομένως, η δυναμική της κοινωνίας παρακολούθησε, εκ του σύνεγγυς, την εξέλιξη των παραμέτρων που υπαγόρευαν την ανάπτυξη της φυσικής επικοινωνίας. Οι κοινωνίες της μεγάλης κλίμακας, προκειμένου να τεθούν σε εξελικτική τροχιά ανθρωποκεντρικού τύπου, χρειάζονται ένα επικοινωνιακό σύστημα, σαφώς διαφορετικό από εκείνο της «πόλης», ικανό να συναρθρώσει οργανικά το κοινωνικό σώμα, χωρίς ωστόσο να απαιτηθεί η φυσική του συνάντηση. Με άλλα λόγια, η απαίτηση της μεγάλης κλίμακας για ένα νέο επικοινωνιακό σύστημα θέτει νέα ερωτήματα στην επιστήμη, τα οποία καλείται να επιλύσει. Ανάλογα θα είχε να πει κανείς και για τις ‘άλλες παραμέτρους του κοσμοσυστήματος αυτού.
Το γεγονός αυτό μας επιτρέπει να κατανοήσουμε το αιτιολογικό των κατακτήσεων που έχει να επιδείξει η σύγχρονη επιστήμη και να συμπεράνουμε γιατί δεν έχουν το ανάλογό τους στο επίπεδο του ανθρωποκεντρικού αναπτύγματος των νεοτερικών κοινωνιών. Κάνει εφικτή, επίσης, την ανατοποθέτηση της θέσης της ελληνικής γραμματείας στην εποχή μας. Από θεμελιώδης, για την οικοδόμηση των παραμέτρων του νέου ανθρωποκεντρισμού, γίνεται καταστατικό εργαλείο για την κατανόηση της εξέλιξης. Η λειτουργία της αυτή, όμως, συναρτάται από την πρόσληψή της ως παραγώγου ενός κοσμοσυστήματος, που πραγματοποίησε μια εξελικτική διαδρομή με ολοκληρωμένο ανθρωποκεντρικά περιεχόμενο.
Το πρόβλημα, στο πλαίσιο αυτό, για την εποχή μας, δεν είναι η ασυμβατότητα μεταξύ δύο διαφορετικών κοσμοσυστημικών παραδειγμάτων, αλλά η σύγχυση που προκαλεί η διαφορά της κλίμακας για την κατανόηση της εξελικτικής τυπολογίας ενός ενιαίου θεμελιακά ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος στο σύνολό του. Υπό την έννοια αυτή, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι πραγματολογικές βάσεις (η κοινωνία της εργασίας, το προ-αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα, οι όροι βίωσης της ατομικής ελευθερίας) του νεότερου ανθρωποκεντρικού παραδείγματος, είναι πλέον ολοκληρωμένες και οι παράμετροι που το συγκροτούν σαφώς ανώτερες, από εκείνες της «πόλης». Όμως, η σύγκριση δεν αφορά στο σύνολο μιας εκάστης κλίμακας αλλά στο στάδιο που αυτές αντιπροσωπεύουν. Το γεγονός αυτό δεν αναιρεί, επομένως, τη διαπίστωση ότι η σύγχρονη κοινωνία παράγει συστήματα, κατά βάση, οικονομικής, κοινωνικής και πολιτικής εξουσίας, τα οποία δεν έπονται, προηγούνται της πολιτικής κοινωνίας, της οποίας πολιτειακό ανάπτυγμα αποτελεί η σύνολη ελευθερία, δηλαδή η δημοκρατία. Κατά την ίδια έννοια, η μετα-κρατοκεντρική οικουμένη, συνθέτει ένα πλέον εξελιγμένο στάδιο ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης σε σχέση με το προγενέστερό της, τον κρατοκεντρισμό .
Το επιχείρημα περί της ανωτερότητας του νεότερου κόσμου μπορεί από την άποψη αυτή να προσληφθεί ως σύμπτωμα της αδυναμίας του να συγκροτήσει ένα σφαιρικό και ολοκληρωμένο σύστημα σκέψης για την κατανόηση του ιστορικού γίγνεσθαι ή ενδεχομένως και της αγωνίας του να χειραφετηθεί από το ελληνικό κεκτημένο. Δεν εξαντλεί όμως τα όρια και το ως εκ τούτου διαρκώς ανανεούμενο ενδιαφέρον για την ελληνική γραμματεία, το οποίο προκύπτει όχι από μια απλή ιστορική ανάγκη, όπως νομίζεται, αλλά διότι τα πραγματολογικά δεδομένα του ελληνικού κοσμοσυστήματος που τη γέννησε δεν έχουν ξεπερασθεί. Θα έλεγα μάλιστα ότι η παραδοχή πως ο νεότερος κόσμος ακολουθεί με όρους αναλογίας, στη μεγάλη κλίμακα, τον ανθρωποκεντρικό βηματισμό που διένυσε η μικρή ελληνική κλίμακα, και στο πλαίσιο αυτό προσομοιάζει με το κεκτημένο των πρώιμων προ-κλασικών χρόνων, μας επιτρέπει να καταλήξουμε με ασφάλεια για μια γόνιμη σε ιστορικό βάθος θητεία της ελληνικής γραμματείας.
Σε τελική ανάλυση, η αναγεννώμενη Δύση προσέφυγε την ελληνική γραμματεία, αφενός, διότι η διαδικασία της ανθρωποκεντρικής της μετάβασης έγινε με την εγγραφή της στην τροχιά του ελληνικού κοσμοσυστήματος και, αφετέρου, επειδή ήταν η μόνη γραμματεία που έδινε απαντήσεις στο ανθρωποκεντρικό κοινωνικό γίγνεσθαι.