Παρασκευή, 30 Απριλίου 2010

«Πολιτική δειλία» καθυστερεί την αναδιαπραγμάτευση

Από το "you pay your crisis"



Πηγή: tvxs
Το 2011 η Ελλάδα θα πρέπει να πληρώνει μόνο για τόκους ένα ποσό που αναλογεί στο 8,4% του ΑΕΠ, δηλαδή όσα χρήματα δαπανώνται για την Παιδεία, την Υγεία και τις Συντάξεις. Ο αρθρογράφος – συγγραφέας, εξειδικευμένος στα οικονομικοπολιτικά ζητήματα,Πέτρος Παπακωνσταντίνου, δανείζεται τη συγκεκριμένη πληροφορία από το περιοδικό Economist, επιχειρηματολογώντας στοtvxs.gr ότι μια μορφή αναδιαπραγμάτευσης του δημόσιου χρέους είναι αναπόφευκτη για την Ελλάδα. Ερωτηθείς σχετικά, ο ίδιος καταλογίζει «πολιτική δειλία και αδεξιότητα» στην κυβέρνηση η οποία «δεν μπήκε στον κόπο» να εξετάσει κάποια από τις αντίστοιχες διαθέσιμες επιλογές.
Επισημαίνοντας ότι «το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό αλλά πανευρωπαϊκό ή τουλάχιστον ολόκληρης της ευρωπαϊκής περιφέρειας», ο κ. Παπακωνσταντίνου αναρωτιέται γιατί «δεν αναζητείται ευρωπαϊκή λύση: είτε με ευρωπαϊκό ομόλογο, είτε με δανεισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, είτε με διάφορους άλλους τρόπους».
Ταυτόχρονα, διαπιστώνει ότι «ένα κομμάτι της Γερμανίας πραγματικά θέλει να μας διώξει από την ευρωζώνη και ενδεχομένως να θέλει να γυρίσει και στην εποχή του μάρκου». «Η έξοδος της Ελλάδας από το ευρώ, που δεν νομίζω ότι αυτή τη στιγμή αποτελεί το άμεσο ζητούμενο, είναι αυτό που θέλει το γερμανικό κεφάλαιο», συμπληρώνει.
Ακολουθεί, πλήρης, η συζήτηση με τον κ. Πέτρο Παπακωνσταντίνου:
Ο ίδιος έχετε τοποθετηθεί υπέρ της αναδιαπραγμάτευσης του χρέους, μάλιστα, ως όρου εθνικής επιβίωσης. Ποιο είναι, καταρχάς, το πνεύμα της συγκεκριμένης πρότασης.
Καταρχήν δεν είναι μία πρόταση, είναι μία διαπίστωση. Ότι θα γίνει ούτως ή άλλως αναδιαπραγμάτευση του χρέους, είτε το θέλουν η ελληνική κυβέρνηση, οι αγορές και οι ευρωπαϊκές τράπεζες, είτε δεν το θέλουν. Και θα γίνει ούτως ή άλλως με τον έναν ή τον άλλον τρόπο,απλούστατα επειδή η Ελλάδα δεν είναι σε θέση, τουλάχιστον μακροπρόθεσμα αν όχι εντελώς βραχυπρόθεσμα, να εξυπηρετήσει αυτό το χρέος. Πρόκειται για μια διαπίστωση πέραν της ιδεολογικής τοποθέτησης ή προτίμησης του καθενός η οποία βασίζεται σε τελείως πραγματικά δεδομένα. Για παράδειγμα, το βρετανικό περιοδικό Economist εκτιμούσε ότι το 2011 η Ελλάδα θα πρέπει να πληρώνει μόνο για τόκους ένα ποσό που αναλογεί στο 8,4% του ΑΕΠ - και αυτό πριν μεσολαβήσει η εκτόξευση των spread τελευταία. Αυτό είναι ένα ποσό το οποίο ισοδυναμεί περίπου με τα λεφτά που δίνει η Ελλάδα για Παιδεία, Υγεία και Συντάξεις. Καταλαβαίνετε ότι είναι εντελώς απίθανο η οποιαδήποτε χώρα, ακόμα και υπό συνθήκες κατοχής πραγματικής, να εξυπηρετήσει ένα τόσο δυσβάσταχτο χρέος. Επομένως, νομίζω ότι η επαναδιαπραγμάτευση είναι μονόδρομος και μένουν οι όροι με τους οποίους θα διεκπεραιωθεί.
Για την αναδιαπραγμάτευση αποτελεί προϋπόθεση η στάση πληρωμών;



Πολλές φορές η επαναδιαπραγμάτευση του χρέους συνδέεται με τα πιο ακραία σενάρια, όπως είναι η μονομερής στάση πληρωμών. Βεβαίως, αυτό το ενδεχόμενο υπάρχει. Δηλαδή να πει η Ελλάδα: «Δεν είμαι σε θέση να πληρώσω και πτωχεύω». Αυτό το έχουν κάνει από το 1970 έως σήμερα 40 χώρες, συμπεριλαμβανομένης και της Μεγάλης Βρετανίας το 1976. Κάποιες το έκαναν συναινετικά, λέγοντας: «Δεν μπορώ να πληρώσω, καλώ λοιπόν το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να μου επιβάλει όρους για να μπορώ να ξαναδανειστώ από τις διεθνείς αγορές» και άλλες το έκαναν σχεδόν επαναστατικώ δικαίω, όπως στις περιπτώσεις της Αργεντινής μετά την κατάρρευση του 2000 ή του Εκουαδόρ επίσης την τελευταία 10ετία. Αυτή είναι η πιο ακραία λύση. Υπάρχουν πολύ πιο ήπιες λύσεις από τις οποίες μπορεί να ξεκινήσει κανείς και που έχουν προταθεί από διακεκριμένους οικονομολόγους σε έντυπα φιλελεύθερα, όπως η Wall Street Journal, οι New York Times κ.ο.κ.Το πιο απλό είναι να κάνουμε αυτό που λένε rescheduling, δηλαδή αναδιάρθρωση των χρονικών προθεσμιών αποπληρωμής. Αντί δηλαδή να ζούμε κάθε μήνα ένα ψυχόγραμμα καινούριο ως ελληνικό έθνος, και να παρακολουθούμε τα spread και όλα αυτά που έχουν μπει στο «κόκκινο», να πούμε: «Αντί να ξεπληρώσουμε σε ένα χρόνο ή σε δύο χρόνια ή σε 5 χρόνια αυτά τα δάνεια που έχουμε, να τα επιμηκύνουμε σε 10 ή 15 χρόνια. Όπως όταν ένας ιδιώτης αντιμετωπίζει πρόβλημα και δεν μπορεί να ξεπληρώσει το στεγαστικό του δάνειο στην τράπεζα. Εκείνη δεν του λέει αμέσως ας πούμε: «Θα σου πάρω το σπίτι», διότι στο κάτω - κάτω δεν χρειάζεται και τα σπίτια μας η τράπεζα. Κοιτάζει να βρει μια λύση, να κάνει μια αναδιάρθρωση, κάτι ανάλογο μπορεί να γίνει και στην περίπτωση της Ελλάδας. Ανάμεσα στο πιο ήπιο και το πιο δραστικό που είναι η επαναστατικώ δικαίω στάση πληρωμών, υπάρχουν και ενδιάμεσες λύσεις. Είναι το περίφημο haircut για παράδειγμα, το κούρεμα όπως λένε, που σημαίνει ότι λέμε στις ξένες τράπεζες που κρατούν το χρέος μας ότι από το 1 ευρώ που τους χρωστάμε θα πάρουν τα 70 σεντς, για παράδειγμα. Γιατί τόσο μπορούμε. Διαφορετικά θα τα χάσουν όλα και επιπλέον έχουν ήδη λάβει ένα πολύ μεγάλο μέρος παραπάνω από αυτό που δικαιούνται λόγω των υπερβολικών επιτοκίων. Υπάρχει, λοιπόν, μία πολύ μεγάλη διαπραγματευτική γκάμα. Το κακό είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν μπήκε στον κόπο να εξετάσει καμιά από αυτές τις πιθανότητες.
Θα μπορούσε η απειλή της αναδιαπραγμάτευσης να χρησιμοποιηθεί από την κυβέρνηση και ως μέσο πίεσης προς τις αγορές; Ή θα είχε το αντίθετο αποτέλεσμα με περαιτέρω εκτόξευση των spread;
Η αλήθεια είναι ότι θα είχε ως αποτέλεσμα την περαιτέρω εκτόξευση του spread. Σίγουρα, μια αναδιαπραγμάτευση του χρέους σε πρώτη φάση θα έκανε πιο δύσκολο το δανεισμό μας. Αυτό δεν μπορεί να το αρνηθεί κανείς, είναι μια αδιαμφισβήτητη συνέπεια. Ωστόσο, ο δανεισμός είναι ένας τρόπος για να βρει το Δημόσιο λεφτά, προκειμένου να καλύψει τους μισθούς, τις συντάξεις, τις έκτακτες ανάγκες κλπ. Το να μην πληρώσεις ένα μέρος του χρέους, είναι επίσης ένας τρόπος για να εξοικονομήσεις λεφτά. Και από αυτή την άποψη αναρωτιέται κανείς: «Αξίζει τον κόπο, προκειμένου να συνεχίσουμε να έχουμε τη δυνατότητα να δανειζόμαστε από τις αγορές με ακραία τοκογλυφικά επιτόκια; Αξίζει τον κόπο να παίρνουμε σύνταξη στα 5 χρόνια, να απελευθερωθούν οι απολύσεις και να υποστούμε όλο αυτό το κοινωνικό ολοκαύτωμα με το οποίο απειλείται η Ελλάδα αυτή τη στιγμή;». Γενικότερα, με τη λύση της αναδιαπραγμάτευσης του χρέους, για να είμαστε ειλικρινείς, θα υπάρχει πρόβλημα με τις τράπεζες, θα ακολουθήσει τραπεζικός πανικός, οπότε αναγκαστικά θα μπούμε σε μέτρα, όπως η εθνικοποίηση τραπεζών ή κάποιας μορφής διάρθρωση του τραπεζικού συστήματος.
Βλέπουμε τελευταία ότι ακόμη και διεθνή νεοφιλελεύθερα έντυπα δείχνουν στην Ελλάδα το δρόμο για την αναδιαπραγμάτευση του χρέους.
Κατά σύμπτωση, μπροστά μου αυτή τη στιγμή έχω ένα άρθρο καθηγητή Πανεπιστημίου της Ελβετίας, κέντρο του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος, στη σημερινή γαλλική Le Monde, που λέει ακριβώς αυτό το πράγμα, ότι η Ελλάδα πρέπει να σταματήσει την πληρωμή του χρέους. Ένα μέρος αυτών των τοποθετήσεων αφορά καθαρά σε ρεαλιστικούς λόγους. Καταλαβαίνουν ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί αυτή η κατάσταση και τα πράγματα θα γίνουν πολύ χειρότερα. Αν συνεχιστεί αυτή η κατάσταση, θα χάσουμε τα πάντα. Αν κηρύξει στάση πληρωμών η Ελλάδα, αυτοί που θα βγουν ζημιωμένοι είναι κατεξοχήν οι ξένες τράπεζες και τα μεγάλα funds που «παίζουν» με τα ασφαλιστικά ταμεία των εργαζομένων κ.ο.κ. Διότι εκεί χρωστάμε. Αν έκανε για παράδειγμα κάτι τέτοιο η Ιαπωνία, θα ζημιώνονταν οι ίδιοι οι Ιάπωνες γιατί το μεγάλο ποσοστό του ιαπωνικού χρέους, των ομολόγων, το κατέχουν οι ίδιοι οι Ιάπωνες. Με εμάς συμβαίνει το αντίθετο. Το κατέχουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες και αυτό είναι ένα διαπραγματευτικό όπλο της Ελλάδας. Ο Νίξον έλεγε κάποτε: «Το δολάριο είναι δικό μας νόμισμα και δικό σας πρόβλημα», για όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Κατά κάποιο τρόπο, αυτό ισχύει αντίστροφα και για την Ελλάδα. Το χρέος είναι δικό μας, αλλά είναι πρόβλημα των δανειστών μας.
Γιατί θεωρείτε, λοιπόν, ότι η κυβέρνηση δεν κινείται προς αυτή την κατεύθυνση;
Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο ερώτημα. Η πιο επιεικής εκδοχή είναι για λόγους πολιτικής δειλίας και αδεξιότητας, με την έννοια ότι ενώ το πρόβλημα δεν είναι ελληνικό, είναι πανευρωπαϊκό ή τουλάχιστον ολόκληρης της ευρωπαϊκής περιφέρειας -ήδη βλέπετε για παράδειγμα πως κοντεύει να έχει το ίδιο πρόβλημα με την Ελλάδα η Πορτογαλία, ακολουθούν κατά πόδας η Ισπανία και η Ιρλανδία και δεν αποκλείεται στο προσεχές μέλλον να έχουν ανάλογο πρόβλημα οι Ιταλοί και οι Γάλλοι- δεν αναζητείται ευρωπαϊκή λύση: είτε με ευρωπαϊκό ομόλογο, είτε με δανεισμό από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα είτε με διάφορους άλλους τρόπους. Αυτό που κατάφερε να κάνει η ελληνική κυβέρνηση είναι να στοχοποιήσει μόνη της τη χώρα μας και να σηκώσει όλο το βάρος πάνω της.
Η δημόσια συζήτηση εκτείνεται και σε προτάσεις όπως η έξοδος από την ευρωζώνη αλλά με τη διατήρηση του ευρώ.
Αυτό θα μπορούσε να γίνει πρακτικά. Δηλαδή να βγούμε από την ευρωζώνη οπότε τεχνικά να μην υφιστάμεθα τους περιορισμούς που επιβάλλει το Σύμφωνο Σταθερότητας (3% έλλειμμα, 60% χρέος κ.ο.κ.), αλλά να συνδέσουμε τη δραχμή, ας το πούμε έτσι, σε σταθερή ισοτιμία με το ευρώ. Προσωπικά, τη βρίσκω παρανοϊκή αυτή τη λύση. Άλλωστε, η Αργεντινή με αυτόν τον τρόπο κατάρρευσε. Δεν είχε το δολάριο ως νόμισμα, είχε το πέσο το οποίο ήταν συνδεδεμένο με το δολάριο και είδαμε που κατέληξε. Νομίζω ότι συνδυάζει τα χειρότερα των δύο κόσμων αυτή η λύση. Η έξοδος από το ευρώ, που δεν νομίζω ότι αυτή τη στιγμή αποτελεί το άμεσο ζητούμενο, είναι αυτό που θέλει το γερμανικό κεφάλαιο.
Δεν πρόκειται για κάτι το οποίο δεν συμφέρει τη Γερμανία, με την έννοια ότι θα πλήξει τις εξαγωγές της;
Αυτό είναι ένα πολύ μεγάλο ερώτημα, δεν είμαι βέβαιος. Νομίζω πως ένα κομμάτι της Γερμανίας πραγματικά θέλει να μας διώξει από την ευρωζώνη και ενδεχομένως να θέλει να γυρίσει και στην εποχή του μάρκου. Θεωρεί δηλαδή πως μια Γερμανία χωρίς ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, μια Γερμανία free rider, μεγάλη δύναμη, θα μπορεί να παίζει καλύτερο παιχνίδι. Νομίζω ότι θα αποδειχθεί στο τέλος ότι οι Γερμανοί, όπως υπερτίμησαν τη στρατιωτική τους δύναμη σε 2 παγκόσμιους πολέμους, αυτή τη στιγμή υπερτιμούν την οικονομική τους δύναμη και ξεχνούν και στις δύο περιπτώσεις ότι αυτό που αποφασίζει δεν είναι ούτε ο στρατός ούτε η οικονομία αλλά η πολιτική. Παραφράζοντας τον Τζορτζ Στεφανόπουλο, θα λέγαμε: «It’s politics, stupid».
Ακούμε και για τη μέθοδο της δολαριοποίησης.
Υπάρχει ένα σενάριο το οποίο, απ’ όσο ξέρω, έχει κυκλοφορήσει από τους Financial Times, ουσιαστικά δηλαδή από κύκλους του City του Λονδίνου οι οποίοι ουδέποτε έβλεπαν με καλό βλέμμα το ευρώ, διέκριναν ένα ανταγωνιστικό δυνητικά κέντρο στην νομισματική κυριαρχία του City σε επίπεδο Ευρώπης. Έλεγαν ακριβώς αυτό, δηλαδή να φύγουμε από το ευρώ, να κάνουμε υποτίμηση της δραχμής και μετά να ξαναμπούμε. Και πάλι νομίζω πως το μόνο αποτέλεσμα θα είναι η αποδυνάμωση του ευρώ χωρίς να λυθεί κανένα ελληνικό πρόβλημα. Διότι σκεφτείτε πώς αν κάνουμε κάτι τέτοιο, η δραχμή η καινούρια οριοθετείται στο μισό από τη σημερινή της ισοτιμία. Από τη στιγμή που το ελληνικό χρέος, και του κράτους αλλά και των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, είναι κυρίως σε ευρώ, την επόμενη ημέρα θα είχαμε διπλάσιο χρέος. Εφόσον στο πιο –όχι βασικό- άμεσο πρόβλημα συνίσταται το χρέος, είναι σαν να μπαίνει ο ασθενής στο νοσοκομείο με εσωτερική αιμορραγία και ο γιατρός να του κάνει μετάγγιση αίματος.

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Τα "Χρυσά" Κουτάλια

Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

Της Cynical



Ένα ερώτημα που βασανίζει τον τελευταίο καιρό τη χώρα είναι με τι είδους κουτάλια έτρωγαν οι έλληνες τα τελευταία χρόνια.


Ήταν χρυσά, ήταν αργυρά, ή ήταν απλώς τσίγκινα; Εκεί που συμφωνούμε όμως όλοι είναι ότι ήταν δανεικά.


Πράγματι ο ιδιωτικός δανεισμός, δηλαδή δανεισμός νοικοκυριών και επιχειρήσεων την τελευταία δεκαετία πήρε πολύ τα πάνω του. Από το 2000 και μετά ένα μεγάλο κομμάτι της αύξησης του ελληνικού ΑΕΠ προερχόταν από ιδιωτικό δανεισμό.


Το 2000 ο δανεισμός μόνο των νοικοκυριών ήταν 16,96 δισ. ευρώ. Το 2004 το ποσό αυτό έφτασε τα 51,63 δισ. ευρώ. Το 2007 έφτασε τα 104,11 δισ. ευρώ, ενώ στο τέλος του 2009 έκλεισε στα 119, 6 δισ. Ευρώ, δηλαδή στο περίπου 50% του ΑΕΠ. Η αύξηση δε, του δανεισμού των νοικοκυριών (μεταξύ 2000 και 2009) ήταν τεράστια. Καθόλου περίεργο, μιας και όλοι ήμασταν αυτόπτες μάρτυρες αυτής της πρακτικής.


Μπορούν όμως αυτά τα νούμερα να υποστηρίξουν επιχειρήματα περί εθνικού δανειακού ξεσαλώματος; Από τι μέταλλο ήταν τελικά φτιαγμένα τα κουτάλια;


Εξαρτάται. Μπορεί να ήταν χρυσά, μπορεί και να μην ήταν. Για να το αποφασίσουμε ας προσφύγουμε στη μέθοδο σύγκρισης με άλλες χώρες εντός και εκτός της Ευρωζώνης.


Τα παρακάτω στοιχεία από το τέλος του 2008 είναι ενδεικτικά. Προσοχή όμως αναφέρονται στον συνολικό ιδιωτικό δανεισμό, (νοικοκυριά και επιχειρήσεις).


Έχουμε και λέμε λοιπόν:

- Λουξεμβούργο 202,8 δισ. ευρώ στο 553%.του ΑΕΠ

- Μάλτα 25 δισ. ευρώ στο 433% του ΑΕΠ.

- Κύπρος 54,4 δισ. ευρώ στο 321% του ΑΕΠ.

- Ηνωμένο Βασίλειο 5,11 τρισ. ευρώ στο 281% του ΑΕΠ.

- Ιρλανδία 481 δισ. ευρώ στο 259%.

- Δανία 554 δισ. ευρώ στο 238% του ΑΕΠ.

- Κάτω Χώρες 1,1 τρισ. ευρώ στο 185% του ΑΕΠ.

- Ισπανία 1,98 τρισ. ευρώ στο 181% του ΑΕΠ.

- Πορτογαλία 281,76 δισ. ευρώ στο 169% του ΑΕΠ.

- Αυστρία 420 δισ. ευρώ στο 149% του ΑΕΠ.

- Γερμανία 3,23 τρισ. ευρώ στο 129% του ΑΕΠ.

- Γαλλία 2,3 τρισ. ευρώ στο 117% του ΑΕΠ.

- Βέλγιο δάνεια 402 δισ. ευρώ στο 117% του ΑΕΠ.

- Ιταλία 1,8 τρισ. ευρώ στο 115% του ΑΕΠ.

- Σλοβενία δάνεια 34,54 δισ. ευρώ στο 93% του ΑΕΠ.

- Ελλάδα δάνεια 225 δισ. ευρώ στο 92% του ΑΕΠ.

- Φιλανδία δάνεια 165,46 δισ. ευρώ στο 89,6% του ΑΕΠ.

- Σλοβακία 30,75 δισ. ευρώ στο 47,4% του ΑΕΠ.


Ίδρωσα μέχρι να βρω την Ελλάδα, πεταμένη στις τελευταίες θέσεις του πίνακα, και τρίτη από το τέλος. Κρίμα στις τράπεζες και στην προσπάθεια που κατέβαλαν για να μας δανείσουν. Βράχοι όμως εμείς. Αντιστεκόμενοι, τραβήξαμε μόνο ένα 92% του ΑΕΠ, τρίχες κατσαρές δηλαδή, μπροστά στο 553% των Λουξεμβουργιάνων και το 433% των Μαλτέζων.


Τι ήταν τα κουτάλια τελικά; Τσίγκινα θα τα 'λεγα, χωρίς πολύ μεγάλο δισταγμό.

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΜΕΓΑΤΟΝΩΝ: Η επίθεση των κερδοσκόπων

Πέμπτη, 29 Απριλίου 2010

Από το "You pay your crisis"





Βασίλης Βιλιάρδος (copyright)
Αθήνα, 28. Απριλίου 2010
Πηγή: CASSS


ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΒΟΜΒΑ ΜΕΓΑΤΟΝΩΝ: Η επίθεση των κερδοσκόπων στο «σύστημα», η τεράστια απειλή που «ελλοχεύει» για τον πλανήτη, καθώς επίσης η πιθανότητα να εξέλθει η χώρα μας από τη μεγαλύτερη κρίση της Ιστορίας της, χωρίς να υποχρεωθεί σε συμβιβασμό

Όπως έχουμε ήδη αναφέρει (άρθρο μας: Η ΚΡΙΣΗ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ: Η αναμενόμενη δημοσιονομική κρίση πλήττει πρώτα τη χώρα μας, καθιστώντας την ανυπεράσπιστο στόχο των κερδοσκόπων και ωρολογιακή βόμβα μεγάλης ισχύος στα θεμέλια της Ευρωζώνης. 12/12/2009), η επίθεση των κερδοσκόπων εναντίον μίας χώρας της Ευρωζώνης, δεν είναι δυνατόν να κατευθυνθεί στο (κοινό) νόμισμα της – πόσο μάλλον όταν τα «αντίπαλα» νομίσματα, κυρίως το δολάριο, είναι πολύ πιο ασθενή από το Ευρώ. Είναι δυνατόν όμως να «επικεντρωθεί» στα κρατικά ομόλογα της, με τα οποία χρηματοδοτείται το δημόσιο χρέος της.

Ή καλύτερη στρατηγική για την επιτυχή «εκτέλεση» ενός τέτοιου «σχεδίου» είναι αναμφίβολα εκείνη, στην οποία προηγείται (ένα μικρό χρονικό διάστημα πριν από το καθορισμένο «σημείο μηδέν», την τελική επίθεση δηλαδή), η «αξιολόγηση» της χώρας-στόχου από κάποια «επίσημη» εταιρεία του χώρου – ενδεχομένως, εφ’ όσον κριθεί απαραίτητο, από περισσότερες. Η υποβάθμιση τότε της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας, μία ή διαδοχικές φορές, έχει τα εξής, μεταξύ άλλων, «αλυσιδωτά» αποτελέσματα:

(α) Αυξάνεται το επιτόκιο του δανεισμού, ο οποίος πραγματοποιείται από την εκάστοτε χώρα μέσω της έκδοσης κρατικών ομολόγων - οπότε κερδίζουν περισσότερο οι υψηλού ρίσκου και αυξημένης επικινδυνότητας δανειστές της, οι οποίοι συνήθως «αντικαθιστούν» τους συντηρητικούς επενδυτές σταθερών αξιών.

(β) Αυξάνονται τα ασφάλιστρα των δημοσίων ομολόγων (CDS), με αποτέλεσμα να κερδίζουν περισσότερα οι ασφαλιστικές εταιρείες. Το ύψος των ασφαλίστρων προστίθεται φυσικά στο επιτόκιο «βάσης», οπότε ουσιαστικά πληρώνεται από τον δανειζόμενο (η αξία ενός CDS των 100 μονάδων βάσης σημαίνει ότι, η ασφάλεια κοστίζει ετήσια 1% της απαίτησης).

(γ) Η χώρα δυσκολεύεται σε μεγάλο βαθμό να αναχρηματοδοτήσει το χρέος της, όταν ένα μέρος του καθίσταται ληξιπρόθεσμο – ειδικότερα, ακόμη και όταν βρίσκει πρόθυμους δανειστές, επιβαρύνεται με συνεχώς υψηλότερους τόκους.

(δ) Υποβαθμίζονται αντίστοιχα οι τράπεζες της, οι οποίες συνήθως διατηρούν ένα μεγάλο μέρος των δημοσίων ομολόγων της - όχι μόνο επειδή μειώνεται η αξία των «ομολογιακών» περιουσιακών στοιχείων τους, αλλά και επειδή είναι υποχρεωμένες (συνθήκη της Βασιλείας ΙΙ, προηγούμενο άρθρο μας: ΕΤΑΙΡΕΙΕΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ: Standard & Poors, Moodys, Fitch Rating - ένα απίστευτα ισχυρό ολιγοπώλιο αξιολογεί αυθαίρετα, βαθμολογεί ανεξέλεγκτα και κυβερνάει απολυταρχικά, με έδρα την πρωτεύουσα του μονοπωλιακού καπιταλισμού, την παγκόσμια οικονομία 7/12/2009) να αυξήσουν τα κεφάλαια που δεσμεύουν (αντίκρισμα, εγγυητικά κεφάλαια), για τα ομόλογα δημοσίου που κατέχουν (οπότε μειώνεται αυτόματα ο τζίρος και η κερδοφορία τους, ενώ ενδεχομένως έρχονται αντιμέτωπες με ξαφνικά προβλήματα κεφαλαιακής επάρκειας)




(ε) Η υποβάθμιση των τραπεζών, καθώς επίσης η «παγίδα ρευστότητας» (άρθρο μας: Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΔΙΑΒΟΛΟΥ : Η «πιστωτική παγίδα» είναι μία βαριά οικονομική ασθένεια, η οποία εμφανίζεται όταν μία υφιστάμενη κρίση ρευστότητας, προερχόμενη συνήθως από μία ευρύτερη οικονομική κρίση, δεν μπορεί να θεραπευτεί βραχυπρόθεσμα 10/7/2009) με την οποία έρχονται αντιμέτωπες οι επιχειρήσεις της «αμυνόμενης» χώρας (οι τράπεζες είναι υποχρεωμένες να αποσύρουν ρευστότητα από την αγορά, έτσι ώστε να καλύψουν τις επί πλέον ανάγκες κεφαλαίων για την τήρηση της Βασιλείας ΙΙ, με αποτέλεσμα να μην ανανεώνουν υφιστάμενες πιστώσεις τους κλπ), έχουν σαν αποτέλεσμα, την απότομη πτώση των χρηματιστηριακών δεικτών, αλλά και μία εκτεταμένη ύφεση στην πραγματική οικονομία της χώρας (εισέρχεται δυστυχώς στον καθοδικό «σπειροειδή» κύκλο).

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα τώρα δεν μπορεί «κατ’ αρχήν» να δανείσει τη χώρα της Ευρωζώνης που «πλήττεται», που αντιμετωπίζει δηλαδή προβλήματα ρευστότητας, επειδή απαγορεύεται από τη συνθήκη του Μάαστριχτ (άρθρο μας: ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΥΡΩΖΩΝΗ: Η ιδιαιτερότητα των προβλημάτων ρευστότητας μίας χώρας του Ευρώ, η αντιμετώπιση τους, καθώς επίσης οι πιθανολογούμενες συνέπειες μιας ενδεχόμενης πτώχευσης ενός κράτους μέλους 23/11/2009).

Ακόμη όμως και να υπήρχε κάποια δυνατότητα «αποφυγής» της απαγόρευσης, οι συνέπειες μίας τέτοιας ενέργειας θα ήταν πιθανότατα καταστροφικές: θα ερχόταν αμέσως αντιμέτωπη με το «ετεροβαρές ρίσκο» (ηθικός κίνδυνος στην οικονομική θεωρεία, όρος που προέρχεται από τον ασφαλιστικό κλάδο), γεγονός που σημαίνει ότι, οι υπόλοιπες χώρες με αντίστοιχα προβλήματα (Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία κλπ), θα έπαυαν να επιδεικνύουν τη δημοσιονομική πειθαρχία που απαιτεί η Ε.Ε.

Δηλαδή, το «μήνυμα» που θα έπαιρναν όλες οι υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. από μία τέτοια «αντισυμβατική» ενέργεια της ΕΚΤ, θα ήταν πολύ απλά το εξής: «Για ποιο λόγο να μειώσω τα έξοδα μου στο επίπεδο των οικονομικών δυνατοτήτων μου, αφού στο τέλος κάποιος άλλος θα πληρώσει τις ζημίες μου;».

Από την άλλη πλευρά όμως, τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε η ΕΚΤ, εάν ενδεχομένως αποφάσιζε να αφήσει μία τέτοια χώρα εντελώς αβοήθητη, θα ήταν μάλλον πολλαπλάσια. Το γεγονός αυτό είναι γνωστό στους κερδοσκόπους - πολύ περισσότερο αφού, «κατά σύμπτωση», η επίθεση εναντίον της Ελλάδας, ξεκίνησε λίγο μετά την ανακοίνωση της πρόθεσης της ΕΚΤ να αποσύρει πρώτη (χωρίς την αναμενόμενη από κοινού συμφωνία με τις άλλες κεντρικές τράπεζες, ειδικά με τη Fed) τα μέτρα στήριξης της Οικονομίας, καταργώντας αρχικά το μακροπρόθεσμο (12μηνο) δανεισμό των τραπεζών με σταθερό επιτόκιο 1% και το «quantitative easing» (άρθρο μας: Ο «μεταλλαγμένος ιός» σε πορεία αυτονόμησης; Οι «πολιτικοποιημένες» κεντρικές τράπεζες, τα «ετεροβαρή» κρατικά ομόλογα, η απροσδόκητη χρηματιστηριακή ευφορία και η κρίση της παγκοσμιοποίησης 23/5/2009).

Περαιτέρω, η εμπιστοσύνη των διεθνών αγορών, τόσο απέναντι στο Ευρώ, όσο και στις χώρες του, θα «καταποντιζόταν», με εξαιρετικά δυσμενή αποτελέσματα, αφενός μεν για το κοινό νόμισμα, αφετέρου δε για το σύνολο των ευρωπαϊκών χωρών (πολιτική ένωση, κοινωνική συνοχή, πιστοληπτική ικανότητα κλπ).

Η αμέσως επόμενη ενέργεια των κερδοσκόπων, στην περίπτωση που η ΕΚΤ θα εγκατέλειπε στη «μοίρα» της την πρώτη χώρα που θα δεχόταν τις συντονισμένες «βολές» τους, θα ήταν η «κλιμάκωση» της επίθεσης τους στις υπόλοιπες «αδύναμες» χώρες της Ευρωζώνης - με πιθανότερο αποτέλεσμα την ολοκληρωτική κατάρρευση της Ε.Ε. Επομένως (κάτι που για πρώτη φορά διαπιστώθηκε λίγο μετά το ξέσπασμα της παρούσας χρηματοπιστωτικής κρίσης και αφορούσε τις υπερμεγέθεις τράπεζες), πρόκειται και εδώ για έναν «συστημικό» κίνδυνο, ο οποίος όμως αυτή τη φορά συνδέεται με ένα ή με περισσότερα κράτη και όχι με τράπεζες (άρθρο μας: Η Γερμανία απέναντι στις Lehman Brothers, Citibank, Citigroup, Ernst & Young: Ο πρώτος παγκόσμιος οικονομικός πόλεμος σε εξέλιξη; Updated 12/3/2009).

Σήμερα διαπιστώνουμε ότι, πολλά από αυτά που έχουμε ήδη προ μηνών περιγράψει, είναι γεγονότα - ιδιαίτερα μετά την τεράστια επίθεση στη χώρα μας εκ μέρους των κερδοσκόπων, σαν αποτέλεσμα της τεράστιας καθυστέρησης της κυβέρνησης μας να αντιδράσει ενεργητικά, σε συνδυασμό με την αντίστοιχη καθυστέρηση της Ευρωζώνης, η οποία δυστυχώς στερείται ηγεσίας. Εκτός αυτού, η επίθεση «κλιμακώνεται» τόσο στο Ελληνικό χρηματιστήριο, όσο και στα ομόλογα της Πορτογαλίας και Ισπανίας – αυτή τη φορά ταυτόχρονα με τα χρηματιστήρια τους. Τo βασικό δε «όπλο» των «μαζικών» επιθέσεων είναι αναμφίβολα τα CDS – τα ασφάλιστρα δηλαδή κινδύνου, με τη βοήθεια των οποίων ασφαλίζει κανείς το σπίτι του γείτονα, έναντι πυρκαγιάς (έχοντας κάθε λόγο να προσπαθήσει να το κάψει).

Περαιτέρω είχαμε αναφέρει (άρθρο μας: AIG Ασφαλιστική: Πιστή στον κανόνα που επιτάσσει τη λεηλασία της επιχείρησης, πριν το πραγματικό μέγεθος της ζημίας εμφανιστεί στο φως της ημέρας; 19/3/2009) ότι, ο ασφαλιστικός όμιλος που εγγυάται μεταξύ άλλων τα περισσότερα Credit Default Swaps παγκοσμίως (άρθρο μας: Παγκόσμια οικονομική κρίση: Χρηματοοικονομικά όπλα μαζικής καταστροφής και αδικαιολόγητες αμοιβές υψηλόβαθμων στελεχών 23/11/2008) αυτός που ενισχύθηκε από τους αμερικανούς φορολογουμένους με πληθωριστικά χρήματα ύψους 180 δις $ για να μην καταρρεύσει το σύστημα, αφού θεωρήθηκε «συστημικός κίνδυνος» λόγω της μέσω αυτού «εξασφάλισης» των πιστώσεων πολλών άλλων τραπεζών (και της εξ αυτής παράλογης πιστωτικής επέκτασης τους, η οποία οδήγησε μεταξύ άλλων στη «χρεοκοπία» επενδυτικών τραπεζών όπως η Bear Sterns και η Lehman Brother) ήταν η αμερικανική AIG.

Σε σχέση δε με τα CDS γράφαμε στο ίδιο παραπάνω κείμενο μας τα εξής:

Το άλλο προϊόν, το οποίο βασικά συνέβαλλε στην «επιτυχία» του πρώτου (CDOS), είναι η ασφάλιση των πιστωτικών κινδύνων (Credit Default Swaps CDS) και η εξ αυτών δημιουργία νέων προϊόντων (BISTRO). Η τράπεζα που εφεύρε πρώτη το προϊόν αυτό ήταν η JP Morgan, κάπου το 1997. Η ιδέα ήταν απλή στη σύλληψη της. Δόθηκε εν πρώτοις η δυνατότητα σε μία τράπεζα, η οποία δάνειζε έναν πελάτη της, να εξασφαλιστεί έναντι μελλοντικών κινδύνων, ασφαλίζοντας την πίστωση προς τον πελάτη της έναντι ενός ποσού, σε κάποια ασφαλιστική εταιρεία ή σε κάποιο αμοιβαίο κεφάλαιο.

Στην περίπτωση τώρα που ασφάλιζε τις απαιτήσεις της, επιτρεπόταν να μην τις συμπεριλάβει στα λογιστικά βιβλία της (αφού θα τις εισέπραττε σε κάθε περίπτωση), οπότε μπορούσε να διαθέσει τα χρήματα που απελευθερωνόταν έτσι σε άλλα δάνεια (καταλύοντας προφανώς νόμιμα τη νομοθεσία για την επάρκεια των τραπεζικών Κεφαλαίων και τη σχετικότητα τους με τα προσφερόμενα δάνεια).

Η JP Morgan είχε τώρα την ιδέα να συνδέσει τις δύο χωριστές λειτουργίες, τα ασφαλιστήρια δηλαδή και τις τιτλοποιήσεις δανείων, σε μία, δημιουργώντας εξ αυτών ένα καινούργιο σύνθετο (δομημένο) προϊόν: το BISTRO (Broad Index SecuredTrust Offering). Το καινούργιο αυτό σύνθετο προϊόν, το οποίο «βαθμολογήθηκε» στην εξέλιξη του δυστυχώς πάρα πολύ καλά (ακόμη και ΑΑΑ) με τη μάλλον «εξαγορασμένη βοήθεια» των μεγάλων οίκων αξιολόγησης (Fitch κ.α.), προωθήθηκε (πουλήθηκε, ρευστοποιήθηκε), εξελίχθηκε σε άλλα παρόμοια (όπως BISTROs από BISTROs κ.ο.κ.), έως ότου σε τελική ανάλυση δεν γνωρίζει κανείς ποιος έχει ασφαλίσει ποιόν, γιατί και από πού θα πληρωθεί στην περίπτωση που πραγματικά χρεοκοπήσει ο ασφαλιζόμενος πελάτης (ακόμη και οι απαιτήσεις έναντι κρατών έχουν ασφαλιστεί με αυτά τα προϊόντα).

Η φούσκα αυτή, η οποία υφίσταται παράλληλα με την πρώτη και δεν έχει ακόμη εκραγεί, είναι κατά πολύ μεγαλύτερη και υπολογίζεται στα 57.325 δις $ το 2008 (για σύγκριση, το παγκόσμιο ΑΕΠ το 2007 ήταν 54.312 δις $), έναντι 6.396 δις $ που ήταν το 2004. Στην περίπτωση που θα εκραγεί, οι τράπεζες μεταξύ άλλων που τυχόν δεν θα πληρωθούν από τις ασφάλειες, θα υποχρεωθούν να επαναφέρουν στους Ισολογισμούς τους τις απαιτήσεις που έχουν «πουλήσει», με αποτέλεσμα να επιβαρυνθούν με ακόμη περισσότερες ζημίες από αυτές που επωμίσθηκαν ήδη, από την έκρηξη της φούσκας των ενυπόθηκων δανείων”.

Σήμερα, σύμφωνα με όσα δημοσιεύονται, τα διάφορα CDS αγοράζονται πλέον από τους κερδοσκόπους, μέσω των μεγάλων τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών, οι οποίες είναι οι νόμιμοι «διαπραγματευτές» τους. Ουσιαστικά βέβαια πρόκειται για «στοιχήματα» (εν προκειμένω, το «αντικείμενο» τους είναι η χρεοκοπία κάποιας χώρας), τα οποία «εξαργυρώνονται» από τις τράπεζες που τα πουλούν, εάν πράγματι η χώρα χρεοκοπήσει.

Με την ασφάλεια τώρα να κοστίζει ανάλογα με τις μονάδες βάσης (spreads), σημαίνει ότι, για κάθε 1.000.000 € αξίας ομολόγων, τα ασφάλιστρα που απαιτούνται υπολογίζονται ως εξής (Πίνακας Ι):

ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ασφάλιστρα ανά ομόλογο 1.000.000 € και Spread*

Αξία Ομολόγου
Spread
Ασφάλιστρο**
Εγγύηση 10%




1.000.000
100 μβ
10.000
1.000
1.000.000
200 μβ
20.000
2.000
1.000.000
300 μβ
30.000
3.000
1.000.000
1.000 μβ
100.000
10.000
* Υπάρχουν διαφορετικού τύπου CDS, καλυμμένα και μη, με διαφορετικά ποσοστά ασφαλίστρων, ενώ είναι τρίμηνης λήξης – 30. Ιουνίου κοκ. Ειδικά τα μη καλυμμένα, θεωρούνται τεράστια απειλή για το σύστημα.
** 1% για κάθε 100 μονάδες βάσης (μβ)

Εάν θέλουμε δηλαδή να ασφαλίσουμε ομόλογα αξίας 1.000.000 € (τα οποία δεν υποχρεούμαστε να έχουμε στην κατοχή μας), τότε, με το spread στις 1.000 μβ (όπως είναι σήμερα το Ελληνικό, από 250 μβ λίγο καιρό πριν), θα πρέπει να διαθέσουμε 100.000 € (μία από τις πολλές περιπτώσεις).

Εν τούτοις, με δεδομένο ότι οι κερδοσκόποι πληρώνουν ακόμη και το 10% της αξίας των ασφαλίστρων σαν εγγύηση, απαιτούνται 10.000 € - προς εξασφάλιση αξίας 1.000.000 €. Δηλαδή, με μία επένδυση ύψους 10.000 €, μπορεί κανείς να εκατονταπλασιάσει τα χρήματα του – εάν φυσικά κερδίσει (με το spread στις 100 μβ, μπορεί να τα κάνει «χιλιαπλάσια»). Προφανώς, το κίνητρο για τους κερδοσκόπους είναι τεράστιο αφού, όπως αναφέρει ο Κ. Μαρξ, το κεφάλαιο «σκοτώνει» για αποδόσεις πάνω από 100% - πόσο μάλλον για τόσο μεγάλες (η σημερινή υποβάθμιση της Ισπανίας, αμέσως μετά την Πορτογαλία και την Ελλάδα, αναδεικνύει καθαρά το τρομακτικό μέγεθος του «παιχνιδιού»)

Συνεχίζοντας, διαπιστώνει κανείς ότι, στην περίπτωση που η ασφαλιζόμενη χώρα χρεοκοπήσει (στάση πληρωμών, αναδιάρθρωση χρεών κλπ), τότε ο κερδοσκόπος κερδίζει 100 φορές το κεφάλαιο που επένδυσε – με τα spreads στις 1.000 μονάδες βάσης. Δηλαδή, «στοιχηματίζοντας» 10.000 € κερδίζει 1.000.000 € - στην περίπτωση που χάνει, τότε η απώλεια του είναι 100.000 €.

Αντίθετα, η τράπεζα που πουλάει τα CDS χάνει 1.000.000 € ανά ασφαλιζόμενο, όταν χρεοκοπήσει η χώρα και κερδίζει 100.000 €, επίσης ανά ασφαλιζόμενο, εφόσον δεν χρεοκοπήσει. Επομένως, η τράπεζα (ασφαλιστική εταιρεία), έχει σε κάθε περίπτωση πολλαπλάσιο ρίσκο, σε σχέση με την απόδοση που επιτυγχάνει, συγκρινόμενη με τον κερδοσκόπο (εάν έχει και η ίδια αντασφαλίσει τον κίνδυνο, είναι εν προκειμένω αδιάφορο, αφού στο τέλος κάποιος μέσα στο σύστημα πληρώνει).Συμπεραίνουμε λοιπόν τα εξής:

(α) Οι (τελικές) τράπεζες δεν θα θέλουν σε καμία περίπτωση να χρεοκοπήσει η Ελλάδα, αφού οι απώλειες τους θα είναι τεράστιες – «αλυσιδωτές», εφόσον συμμετέχουν ασφαλιστές και αντασφαλισμένοι.

(β) Εάν τα ασφαλισμένα ομόλογα είναι υποθετικά ύψους 50 δις €, με μόνο 10 ασφαλισμένους για το κάθε ένα δις € (από τα άνω των 300 δις $ που έχει εκδώσει μόνο η Ελλάδα – η Πορτογαλία και οι υπόλοιπες χώρες πολλαπλασιάζουν το «συστημικό ρίσκο»), καθώς επίσης εάν όλα τα CDS έχουν πουληθεί στις 1.000 μβ, τότε ο κίνδυνος για το «σύστημα» είναι το ελάχιστο 500 δις €, πλην τα ασφάλιστρα – άρα 450 δις €.

Επειδή το παράδειγμα είναι αριθμητικά υποθετικό, ο κίνδυνος θα μπορούσε να είναι κατά πολύ μεγαλύτερος - όχι μόνο λόγω του ότι πουλήθηκαν CDS με λιγότερο από 1.000 μβ, ενώ για κάθε ομόλογο υπάρχουν πολλοί ασφαλισμένοι (για παράδειγμα, το ίδιο σπίτι έχει ασφαλισθεί από πολλούς γείτονες, ενώ όλοι θα πληρωθούν από την «τελική» ασφαλιστική εταιρεία), αλλά και ένεκα των ίδιων των δημοσίων ομολόγων που ασφαλίσθηκαν (Πίνακας ΙΙ).

ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου

ΧΩΡΑ
Ομόλογα σε εκ. δολάρια


Γαλλία
75.452
Ελβετία
63.966
Γερμανία
43.236
Η.Π.Α.
16.411
Μ. Βρετανία
12.342
Ολλανδία
11.849
Πορτογαλία
10.317
Ιρλανδία
8.506
Ιαπωνία
8.447
Ιταλία
8.381
Υπόλοιπες χώρες
43.693


Γενικό σύνολο
302.600
Πηγή: Αναφορά τρίτου τετραμήνου 2009 της διεθνούς τράπεζας
Πίνακας: Β. Βιλιάρδος

Σημείωση: Στα γερμανικά ασφαλιστικά ταμεία υπολογίζονται 500 Euro-funds με ελληνικά ομόλογα, ύψους 80 δις €, τα οποία αφορούν πολλούς γερμανούς ασφαλισμένους (πηγή:MM)


(γ) Ο κίνδυνος τώρα για τους κερδοσκόπους είναι πολύ μικρότερος, δηλαδή το ανώτερο στο «παράδειγμα» 5 δις € - ενώ έχουν «επενδύσει» ίσως μόλις το 10% (500 εκ. €).

Με βάση λοιπόν τα δεδομένα αυτά, αναρωτιέται κανείς εάν είναι δυνατόν να ανταπεξέλθει το «σύστημα» (τράπεζες, ασφαλιστικές εταιρείες), με τυχόν χρεοκοπία της Ελλάδας – όχι λόγω της απώλειας των ομολόγων (πάνω από 300 δις $), αλλά, κυρίως, λόγω του τεράστιου ποσού των ασφαλίστρων (ενδεχομένως αρκετά τρις €), τα οποία θα έπρεπε υποχρεωτικά να αποδοθούν στους κερδοσκόπους.

Έχοντας δε «νωπό» το παράδειγμα της Lehman Brothers, από την οποία ουσιαστικά «χρεοκόπησε» η AIG (ασφαλίζοντας τα CDOs - δομημένα προϊόντα ενυπόθηκων δανείων χαμηλής εξασφάλισης), είμαστε της άποψης ότι, η κατάσταση είναι τουλάχιστον εκρηκτική – ότι υπάρχει δηλαδή μία «ασφαλιστική βόμβα μεγατόνων» στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα η οποία, εάν τυχόν εκραγεί, απειλεί να καταστρέψει μέσα σε δευτερόλεπτα μεγάλο μέρος του πλανήτη.

Ολοκληρώνοντας, εάν τυχόν ο συλλογισμός μας είναι αιτιολογημένος και τα μεγέθη είναι αντιπροσωπευτικά (κάτι που φυσικά δεν γνωρίζουμε, αλλά απλά υποθέτουμε), τότε η Ελλάδα αποκλείεται να «αφεθεί στη μοίρα της» - ενώ σε καμία περίπτωση δεν απαιτείται η προσφυγή της σε κανέναν «ξένο κατακτητή», όπως στο ΔΝΤ. Ακόμη περισσότερο, θα ήταν έγκλημα εναντίον των Πολιτών της, αφού αυτοί δεν ευθύνονται για την υπερχρέωση της χώρας τους από την Πολιτικήενώ η Ελλάδα οδηγείται στη χρεοκοπία όχι λόγω των χρεών της, αλλά λόγω του ότι εμποδίζεται από τους κερδοσκόπους ο δανεισμός της, με φυσιολογικά, για την οικονομική της κατάσταση, επιτόκια.

Το δημόσιο χρέος και το έλλειμμα της Ελλάδας είναι αναμφίβολα μεγάλα προβλήματα, τα οποία όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση άλυτα – όχι τουλάχιστον για μία χώρα της Ευρωζώνης, οι Πολίτες της οποίας έχουν συνειδητοποιήσει το πρόβλημα (άρθρο μας: Ο ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΔΡΟΜΟΣ: Η ανάγκη περιστολής των κρατικών δαπανών, η «συγκράτηση» των αμοιβών, η εξισορρόπηση του εμπορικού ισοζυγίου, η κερδοφορία των εθνικών επιχειρήσεων, ο περιορισμός των δημοσίων επενδύσεων και οι απαιτήσεις μας από την ΕΕ 30/1/2010).

Αυτός δε που κινδυνεύει με χρεοκοπία δεν είναι μόνο η Ελλάδα ή οι υπόλοιπες χώρες του Νότου, αλλά μεγάλο μέρος του πλανήτη – κυρίως οι Η.Π.Α., οι οποίες πιθανότατα ασφαλίζουν το «παιχνίδι» των κερδοσκόπων. Ουσιαστικά λοιπόν, από ένα σημείο και μετά, υποθέτουμε ότι θα επιμένουν οι κυβερνήσεις (Ε.Ε., Η.Π.Α. κλπ) να δώσουν δάνεια στην Ελλάδα αφού, διαφορετικά, οι απώλειες τους θα είναι πολλαπλάσιες του συνολικού ποσού του δημόσιου χρέους της χώρας μας.

Ενδεχομένως λοιπόν η ενέργεια του κ. J.C. Trichet, καθώς επίσης του κ. S. Kahn να επισκεφθούν εσπευσμένα το Βερολίνο, με στόχο τη συμφωνία του στο δανεισμό της Ελλάδας, να αποδεικνύει την ορθότητα των συμπερασμάτων μας. Εκτός βέβαια εάν οι γερμανικές τράπεζες δεν συμμετέχουν στο «παιχνίδι», οπότε ίσως η κ. Merkel να επιδιώξει την «έκρηξη», αφού θα είναι προς όφελος των επεκτατικών σχεδίων της (Ευρασία) – αν και υποθέτουμε ότι πολύ δύσκολα θα τοποθετηθεί «εχθρικά» απέναντι στις Η.Π.Α.

Ολοκληρώνοντας, θεωρούμε ότι τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, η χώρα μας δεν έχει κανένα νόημα να ασχολείται έντονα με τα «διαρθρωτικά» προβλήματα της Οικονομίας της, αφού αποτελεί πλέον το «αντικείμενο» ενός τεράστιου κερδοσκοπικού «παιχνιδιού», από το οποίο είναι αδύνατον να ξεφύγει, χρησιμοποιώντας «συμβατικά όπλα». Στο «παιχνίδι» αυτό έχει τη δυνατότητα να αντιδράσει μόνο «συλλογικά» - πόσο μάλλον αφού, τυχόν «απειλή» χρεοκοπίας της, θα προκαλέσει την έκρηξη της μεγαλύτερης ίσως πιστωτικής υπερβολής («φούσκας») στον πλανήτη. Σε κάθε περίπτωση, δεν έχει κανένα λόγο να προσφύγει στο ΔΝΤ - πόσο μάλλον όταν όλοι γνωρίζουμε πλέον τον τρόπο που λειτουργεί.



Ο κ. Β. Βιλιάρδος είναι οικονομολόγος, πτυχιούχος της ΑΣΟΕΕ Αθηνών, με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου