Τετάρτη, 28 Οκτωβρίου 2009

«12/2008 Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος»


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ- ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ

Ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης θα παρουσιάσει το βιβλίο του «12/2008 Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος» και θα συζητήσει με τους πολίτες που θα παρίστανται, για τα θέματα του βιβλίου, την Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2009, στις 20.30, στο café του Βιβλιοπωλείου IANOS (Σταδίου 24).

Από τις εκδόσεις IANOS κυκλοφορεί το νέο βιβλίο του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη «12/2008, Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος», στο οποίο ανατέμνει την κρίση του ελληνικού πολιτικού συστήματος και τον χαρακτήρα του αδιεξόδου της νεοτερικότητας με αφορμή την πρόσφατη εξέγερση της νεολαίας και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική αναταραχή. Συγχρόνως διαλογίζεται για την κατεύθυνση της εξέλιξης που αναμένεται να λάβει ο κόσμος στο περιβάλλον του 21ου αιώνα.

Όντως ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι η στασιαστική έκφραση της οργής των νέων του περασμένου Δεκεμβρίου, ανεξαρτήτως της αφορμής που την προκάλεσε και της άμεσης αιτιολογίας της, ανέδειξε με μεγάλη καθαρότητα το αδιέξοδο της εποχής μας. Αδιέξοδο που οφείλεται στην ανατροπή της ισορροπίας μεταξύ κοινωνίας, κράτους και αγοράς, υπέρ της πολιτικής κυριαρχίας της τελευταίας. Αδιέξοδο με ειδικότερα ελληνικά χαρακτηριστικά, τα οποία τη φορά αυτή προέβαλαν στην παγκόσμια σκηνή ως προάγγελος γενικότερων εξελίξεων που δεν εγγράφονται στην περιοχή της παραδοσιακής αμφισβήτησης. Το γεγονός αυτό εξηγεί, άλλωστε, γιατί οι πολιτικές δυνάμεις παρακάμφθηκαν με τόση ευκολία από τους νέους, στα συναισθήματα των οποίων οι διακινητές της ιδεολογίας της καταστροφής επικράτησαν κατά κράτος και καρπώθηκαν εξ ολοκλήρου την οργή τους, δίδοντάς της διαστάσεις τυπικής εξέγερσης. Με δεδομένη την αίσθηση του αδιεξόδου, που έγινε εμφανής στο πρόταγμα της ελληνικής νεολαίας, είναι όμως εξίσου κατάδηλη στο σύνολο της νεοτερικής σκέψης, ο συγγραφέας επέλεξε να επικεντρώσει το ενδιαφέρον του στη διερώτηση για τη σημειολογία της κρίσης, σε συνδυασμό με την ανάπτυξη μιας προβληματικής για την κατεύθυνση της εξέλιξης. Στο πλαίσιο αυτό, διεξάγει ένα γόνιμο διάλογο με θεμελιώδεις έννοιες της εποχής μας, όπως της δημοκρατίας και της αντιπροσώπευσης, της αγοράς και του οικονομικού συστήματος, της ελευθερίας και των δικαιωμάτων, της αναρχίας και της ιδεολογίας της καταστροφής, της συλλογικής ταυτότητας και της κοσμο-πολιτειότητας, προκειμένου να αναδείξει το βάθος του γνωσιολογικού αδιεξόδου και του συντηρητικού εγκιβωτισμού της νεοτερικότητας. Πρόθεση του συγγραφέα δεν είναι να κατευθύνει τη σκέψη των νέων, αλλά να συμβάλλει στην αποδέσμευσή της από τα απολιθωμένα στερεότυπα της νεοτερικής γνωσιολογίας που την κρατούν δέσμια ποικίλλων όσων αναχρονισμών και προκαταλήψεων.

Σάββατο, 17 Οκτωβρίου 2009

Αναλύοντας το αδιέξοδο

Συνέντευξη του Γιώργου Κοντογιώργη στον Αλέξανδρο Στεργιόπουλο

«Ακου, βλέπε, αλλά μη σωπαίνεις» είναι η προτροπή του Γιώργου Κοντογιώργη, μέσα από το βιβλίο του 12/2008, Οι νέοι, η ελευθερία και το κράτος (εκδόσεις Ιανός, σ. 232, 19 ευρώ). Ο πρώην πρύτανης του Πάντειου Πανεπιστημίου, με αφορμή την εξέγερση των νέων, τον Δεκέμβριο του 2008, και την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, προσπαθεί να αναλύσει το «γιατί» και το «πώς» του αδιεξόδου της εποχής μας.

Η εξέγερση του Δεκέμβρη πιστεύετε ότι ήταν ένα αυτοτελές συμβάν στην ελληνική κοινωνία ή μέρος ενός παγκόσμιου προβλήματος;

Η κρίση είναι παγκόσμια και σαφώς δεν ήταν κεραυνός εν αιθρία. Από την πλευρά μου, την ανήγγειλα σε ανύποπτη στιγμή ως το αποτέλεσμα της επελθούσης δραματικής ανισορροπίας μεταξύ κοινωνίας, αγοράς και κράτους, υπέρ της αγοράς. Η λογική της αυτορύθμισης, έλεγα, παρακάμπτει τη λογική των κανόνων και ανοίγει την κερκόπορτα στις σχέσεις δύναμης, άρα στη διάρρηξη της συνοχής και της νομιμοποίησης του συστήματος. Τοποθετήσαμε τη λαιμαργία της παραγωγικότητας ως υπέρτατη αξία και αγνοήσαμε την κοινωνία, δηλαδή την πολιτική διάσταση της οικονομίας. Το πρόβλημα επομένως είναι δομικό. Ο δημόσιος χώρος έγινε τελικά λάφυρο των μηχανισμών. Ο «Δεκέμβρης» εκφράζει μια ελληνική ιδιαιτερότητα με ιστορικό υπόβαθρο. Η ελληνική κοινωνία λειτουργεί ως εργαστήρι για τα μέλλοντα να συμβούν στον κόσμο.

Κάποιοι εκμεταλλεύτηκαν την αυθόρμητη αντίδραση;

Πολλοί θέλησαν να την «αξιοποιήσουν», ουδείς όμως να αναδείξει την ουσία της. Η ουσία της όμως είναι εδώ, εκδηλώνεται μέσα από τη σταθερά μιας ριζικής αλλαγής στην προσέγγιση της πολιτικής από την κοινωνία, την οποία κανείς δεν επιθυμεί να αγγίξει.

Ποιοι ήταν συγκεκριμένα; Τα κόμματα;

Οχι μόνο. Διάφορες ομάδες που εκφράζουν τη νομενκλατούρα του περιθωρίου νόμισαν ότι τους προσφερόταν η μοναδική ευκαιρία να βαθύνουν την έκρηξη, να οδηγήσουν την κοινωνία στην εξαθλίωση και στην ανασφάλεια, ώστε να την εκτρέψουν στην επανάσταση. Η ιδεολογία της καταστροφής διδάσκει την εξαθλίωση ως όχημα για την εξέγερση. Εάν ο κόσμος δεν ζει την εξαθλίωση αρκεί να τον προετοιμάσουμε γι' αυτήν.

Ο Δεκέμβρης 2008 ήταν το μέγιστο γι' αυτούς που προσπάθησαν να τον ιδιοποιηθούν ή υπάρχει κι άλλο;

Νομίζω ότι η ιδεολογία της καταστροφής δεν έχει αύριο. Η ελληνική κοινωνία, επειδή είχε ενσαρκώσει στο είναι της, ιστορικά, μια καθολική αντίληψη για την ελευθερία, απέκτησε αντιστασιακή λογική. Αυτό συνέβη ιδίως από τη στιγμή που η συνάντησή της με τη μόλις εξερχόμενη από τη φεουδαρχία νεωτερικότητα την έφερε αντιμέτωπη με μορφές ελευθερίας που ήταν και εξακολουθούν να είναι σαφώς υποδεέστερες από τις δικές της. Η αντιστασιακή αυτή λογική της ελληνικής κοινωνίας εκδηλώνεται και απέναντι στο κράτος της νεωτερικότητας. Δεν είναι τυχαίο ότι, πριν αναλάβουν να διαχειριστούν την υπόθεση, αυτοί που την καρπώθηκαν στην πρώτη φάση και την απαξίωσαν στη δεύτερη, το σύνολο της κοινωνίας ενθάρρυνε τα παιδιά της να διαμαρτυρηθούν. Με τη διαμόρφωση στη συνέχεια μιας εικόνας της Αθήνας η οποία δεν προσιδίαζε σ' αυτό που εκφραζόταν μαζικά, οι συντεταγμένες δυνάμεις επανήλθαν, απορρόφησαν τους κραδασμούς και επανέφεραν τα πράγματα στο παρελθόν.

Συνεπώς, αυτοί ηθελημένα ή όχι έκαναν κακό;

Σαφώς. Εξέτρεψαν το περιεχόμενο της διαμαρτυρίας και την ευτέλισαν. Παγιδεύτηκαν από την επιλογή τής τότε ηγεσίας να αφήσει την Αθήνα απροστάτευτη να καεί, για να φοβηθεί ο κόσμος και να αντιστραφεί το φρόνημά του. Η διαμαρτυρία ήγειρε το πρόβλημα της ιδιοποίησης του κράτους, δηλαδή του γεγονότος ότι λειτουργεί αντικοινωνικά, υπηρετώντας τους κατόχους και τους νομείς του. Πρόταγμά της ήταν πώς θα επανέλθει το κράτος στην κοινωνία και όχι πώς θα το καταστρέψουμε.

Μήπως το σύστημα της ψηφοφορίας έχει αποτύχει;

Η ψήφος δεν είναι μονοσήμαντη ως έννοια. Αποκτά διαφορετική σημασία μέσα από το περιεχόμενό της. Υπάρχει η ψήφος που απλώς διαιτητεύει μεταξύ των μονομάχων που τους ορίζουν οι μηχανισμοί, όπως σήμερα. Αυτό το σύστημα όντως είναι ξεπερασμένο. Η αντιπροσωπευτική ψήφος αποδίδει στον πολίτη την ιδιότητα του εντολέα, ενώ η δημοκρατική ψήφος, ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Το θέμα δεν είναι να διεκδικήσει κάποιος σήμερα την αντιπροσώπευση ή τη δημοκρατία, διότι στην εποχή μας δεν αποτελούν αίτημα. Είναι όμως σημαντικό να ξεκαθαρίσουμε τις έννοιες, διότι μόνον έτσι θα αντιληφθούμε γιατί υπάρχει σήμερα έλλειμμα αντιπροσώπευσης και θα διερωτηθούμε πώς θα ξεπεραστεί. Αποδεχόμενοι ότι το σύστημα είναι δημοκρατικό αυτομάτως συνάγουμε ότι ολοκληρώθηκε η εξέλιξή του.

Σου δίνει όμως τη δυνατότητα να διαδηλώσεις.

Αυτό ακριβώς είναι δηλωτικό του χαρακτήρα του. Σου λέει, αν δεν σου αρέσει η πολιτική μου, κατέβα στον δρόμο να διαδηλώσεις. Σε αποδέχεται να του χτυπήσεις την πόρτα απ' έξω, να το πιέσεις, όχι όμως εταίρο στο εσωτερικό του. Το σύστημα ανήκει στο κράτος και στους κατόχους του. Η κοινωνία έχει καθεστώς ιδιώτη, δικαιούται να κυβερνάει μόνο τον ιδιωτικό της βίο.

Είπατε ότι υπήρχε ωστόσο μια ισορροπία που έχει διαταραχθεί. Ποια ήταν η βάση της ισορροπίας αυτής και τι άλλαξε;

Μέχρι τη δεκαετία του 1980 η συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική γινόταν σε μια εξωθεσμική βάση, μέσω της ιδεολογικής και ταξικής αναφοράς των κομμάτων. Τα πράγματα άλλαξαν, η πολιτική έχει οδηγηθεί στην ολοκληρωτική εξάρτησή της από την αγορά και τις διεθνείς σχέσεις ηγεμονίας. Ας διερωτηθούμε πώς θα ήταν τα πράγματα αν, για παράδειγμα, για τις κυβερνητικές αποφάσεις προϋπετίθετο η έκφραση γνώμης από την κοινωνία. Αρα το πρόβλημα είναι πολιτικό και τώρα πια παγκόσμιο.

Πότε θα αποκτήσει ενεργό ρόλο η κοινωνία;

Οχι μέσω της λεγόμενης «κοινωνίας πολιτών», των ομάδων συμφερόντων, όπως διατείνονται οι θεωρητικοί της νέας τάξης, που δίδαξαν την ιδέα της αυτορύθμισης της οικονομίας. Ο συνεταιρισμός αυτός, όχι μόνο δεν οδήγησε σε μια αντιπροσωπευτική σύνθεση με γνώμονα το συμφέρον της κοινωνίας, αλλά αποτέλεσε την κύρια αιτία για τη γιγάντωση των ανισοτήτων και της κρίσης που μαστίζει τις κοινωνίες.

Ο λαός είναι τόσο ανήμπορος;

Δεν είναι ανήμπορος, δεν υπάρχει ως πολιτικός συντελεστής, διότι είναι θεσμικά ανυπόστατος. Δεν αποτελεί μέρος του πολιτικού συστήματος. Λέγεται ότι οι πολιτικοί είναι η εικόνα της κοινωνίας. Λάθος. Τους πολιτικούς τούς «επιλέγουν» οι μηχανισμοί, η κοινωνία τούς νομιμοποιεί απλώς στη θέση τους.

Γράφετε στο βιβλίο σας: «Να απελευθερωθεί η κοινωνία από το κράτος». Είναι η λύση;

Ο λόγος ύπαρξης του κράτους, της οικονομίας, της πολιτικής είναι η κοινωνία. Χωρίς αυτήν δεν υπάρχουν. Στο παρελθόν η κοινωνία διατηρούνταν στην ιδιωτική σφαίρα, διότι ήταν άπειρη, αγνοούσε τα στοιχειώδη της πολιτικής. Τώρα όμως έχει αποκτήσει πολιτική εμπειρία και επιπλέον, το πρόταγμα της ελευθερίας της έχει διευρυνθεί. Η κοινωνία διεκδικεί μια θέση στην πολιτική διαδικασία, που να μην είναι αυτή του χειροκροτητή ή του αφισοκολλητή. Δεν έχει όμως ακόμη βρει την απάντηση στο ερώτημα αυτό.

Πώς μπορεί να γίνει αυτό;

Με την αντιπροσωπευτική μετεξέλιξη του πολιτικού συστήματος. Για την ώρα, η κοινωνία διαπιστώνει το έλλειμμα αντιπροσώπευσης, το θέτει όμως με ηθικούς όρους. Δεν έχει διατυπώσει θετικό αίτημα. Εξού και το παρόν σύστημα μπορεί να εξακολουθήσει να σέρνεται αντιμέτωπο με τη σήψη του. Ερωτώμαι συχνά πώς θα γίνει αυτό, με επανάσταση; Η απάντηση είναι ότι το ίδιο το σύστημα δεν θα αντέξει το βάρος της κατάρρευσης και θα προστρέξει στην κοινωνία, εμπλέκοντάς τη στις λειτουργίες του. Αλλωστε, συντρέχουν ήδη οι πραγματολογικές συνθήκες για την υπέρβασή του. Το δίκαιο της ανάγκης, που εκφράζει το τέλος μιας εποχής, και η αδυναμία του σημερινού προ-αντιπροσωπευτικού συστήματος να απαντήσει στα προβλήματα των κοινωνιών της εποχής μας εξηγούν το μέγεθος της αμφισβήτησης με την οποία έρχονται αντιμέτωποι οι πολιτικοί. Από τη στιγμή που θα επιτραπεί ο διάλογος για τον χαρακτήρα του συστήματος, θα διαπιστωθεί ότι είναι πολύ εύκολο, με τη συνδρομή της τεχνολογίας της επικοινωνίας, να δημιουργήσουμε θεσμούς αντιπροσωπευτικής προσομοίωσής του. Δεν χρειάζεται να μεταβληθεί η κοινωνία σε δήμο για να συμβεί αυτό. Αρκεί να αναζητηθεί η γνώμη της. Να καθιερωθεί, για παράδειγμα, η υποχρεωτική διατύπωση της άποψης της κοινής γνώμης, με το μέσον των δημοσκοπήσεων, πριν από τη χάραξη πολιτικής, τη λήψη μέτρων ή τη νομοθεσία.

Υπάρχουν οι συνθήκες να γίνει η εξέγερση επανάσταση;

Δεν υπάρχει τέτοιο θέμα. Κοινωνικές ή πολιτικές εκρήξεις θα έχουμε, αλλά η δυναμική της εξέλιξης είναι που θα καθορίσει τις αλλαγές στο σύστημα. Οσο όμως οι κοινωνίες θα παίρνουν το σύστημα της πολιτικής στα χέρια τους τόσο η βία στις διακρατικές σχέσεις θα βαθαίνει, αφού θα μεγαλώνουν οι αντιστάσεις στις πλανητικές ηγεμονίες. Ο πόλεμος δεν είναι συγγενής του ενός ή του άλλου συστήματος, αλλά της κρατοκεντρικής συγκρότησης του κόσμου, δηλαδή της φάσης που διέρχεται η εποχή μας.

Τι θέλετε να αποκομίσει ο αναγνώστης από το βιβλίο σας;

Να ξεκαθαρίσει τις έννοιες. Ζει με την αντίληψη ότι το σημερινό σύστημα είναι δημοκρατικό. Ωστόσο δεν είναι δημοκρατικό ουδέ καν αντιπροσωπευτικό. Για να γίνει κατανοητή ωστόσο η πλάνη στην οποία τον έχει οδηγήσει η νεωτερική σκέψη πρέπει να αναστοχαστεί τα φαινόμενα από μηδενική βάση: της κοινωνίας, της πολιτικής, του συστήματος, του κράτους, της εργασίας, του κεφαλαίου, σε τελική ανάλυση της ελευθερίας. Το βιβλίο απευθύνει πρόσκληση σε όλους εκείνους που διερωτώνται για τα φαινόμενα, που δεν έχουν βεβαιότητες. Οι νέοι είναι οι καλύτεροι δέκτες ενός τέτοιου διαβήματος, διότι έχουν τη μικρότερη συνάφεια με το παρελθόν και φυσικά αυτούς αφορά το μέλλον του συστήματος.

"Κράτος, αγορά και κοινωνία. Το ζήτημα της ισορροπίας στη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής". Τού Γ.Κοντογιώργη

1. Η συζήτηση για τον χαρακτήρα της κρίσης που ανέκυψε πρόσφατα στο χρηματοπιστωτικό πεδίο εμφανίζεται από τους ειδικούς αναλυτές ως στενά οικονομική, δηλαδή ως έχουσα αυτοφυή αίτια που δεν συνδέονται με το ευρύτερο κοσμοσυστημικό περιβάλλον. Συγχρόνως, διαπιστώνεται ότι η κρίση νομιμοποίησης, που κατατρύχει το πολιτικό προσωπικό και τον θεσμικό του φορέα το κόμμα, μολονότι τις τελευταίες δεκαετίες εμφανίζει μια ραγδαία υποτροπίαση, αποφεύχθηκε επιμελώς να αγγίξει τη λογική του πολιτικού συστήματος, δηλαδή του κράτους. Όταν το 1996 σε διεθνές συνέδριο ανέπτυξα το θέμα «η κομματοκρατία ως πολιτικό σύστημα», προκειμένου να αναδείξω την συντελούμενη ιδιοποίηση του κράτους από το κόμμα και, μάλιστα, τη μετάλλαξη του κομματικού σε πολιτικό σύστημα, ο γάλλος συνάδελφος Pierre Avril μου αντέτεινε την παρατήρηση ότι η κριτική στο κόμμα οφείλει να ασκείται με τη δέουσα προσοχή διότι ισοδυναμεί με κριτική της δημοκρατίας. Ο Ολλανδός συνάδελφος, από την πλευρά του, διαπίστωνε περιχαρής ότι η χώρα του έλυσε το πρόβλημα της κομματικής ιδιοποίησης με τη συμμετοχή των ιδιωτών (επιχειρηματιών κλπ), στη λήψη των αποφάσεων του κράτους. Διερωτήθηκα μήπως με τη λύση αυτή αναιρείται η όποια, έμμεση έστω, αντιπροσωπευτική λογική του πολιτεύματος ή αν η κατάργηση της διαφθοράς συνδέθηκε είτε με τη νομιμοποίησή της είτε με τον προσεταιρισμό του κράτους από τους εμπλεκόμενους φορείς. Δεν έλαβα απάντηση.
Ωστόσο, εξακολουθώ να εμμένω στην άποψη ότι η κομματική ιδιοποίηση είναι αναπόφευκτη όταν το πολιτικό σύστημα δεν είναι θωρακισμένο εξ επόψεως ανταποκρισιμότητας προς την κοινωνία, όταν πιο συγκεκριμένα συντρέχει ένα καθεστώς ανισορροπίας μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής. Η ανταποκρισιμότητα αυτή επιβεβαιώνεται εξ ορισμού στην περίπτωση που το σύστημα είναι αντιπροσωπευτικό ή δημοκρατικό. Η παραδοχή αυτή είναι από μόνη της επαρκής για να αχθεί κανείς στο συμπέρασμα ότι το πολιτικό σύστημα της νεοτερικότητας εδράζεται σαφώς σε μια προ-αντιπροσωπευτική αρχή.
Έκτοτε, η ιδιοποίηση του κράτους μετέβαλε χαρακτηριστικά και δυναμική καθώς μια νέα παράμετρος, η αγορά εμφανίσθηκε με νέο πρόσωπο στο προσκήνιο. Όντως, η ιδιοποίηση του κράτους από το κόμμα σήμερα παρουσιάζει ορισμένες ιδιαιτερότητες, οι οποίες σε σύγκριση με το παρελθόν την διαφοροποιούν τόσο ως προς το εύρος όσο και ως προς την πολυσημία της. Το κόμμα εμφανίζεται να έχει εταίρους στην ιδιοποίηση: τη διοίκηση και, ιδίως, ένα ευρύ φάσμα της ιδιωτικής σφαίρας, με σημαίνουσα την αγορά.
Και στις δύο περιπτώσεις η διαπλοκή, η ιδιοποίηση και η διαφθορά αποτελούν συμφυή γνωρίσματα του συστήματος, που συνομολογούν ότι το ισοζύγιο μεταξύ κράτους, αγοράς και κοινωνίας έχει συλλήβδην ανατραπεί σε βάρος της κοινωνίας ή, αλλιώς, υπέρ του κράτους, δηλαδή των συντελεστών του και των εταίρων τους στην αγορά. Το ερώτημα, επομένως, υπό τις παρούσες συνθήκες, δεν είναι πως θα αποϊδιοποιηθεί το κράτος, αλλά πώς αυτό μαζί με τη σύνοικη ιδιοποίηση θα επιδείξει και μια σχετική ανταποκρισιμότητα στις προσδοκίες της κοινωνίας.
Σπεύδω ευθύς εξαρχής να ανακοινώσω την κατακλείδα του συμπεράσματός μου ότι η λεγόμενη προοδευτική νεοτερικότητα, προκειμένου να αποκαταστήσει την ανταποκρισιμότητα του κράτους με την κοινωνία, παρεισάγει το επιχείρημα της ηθικής δεοντολογίας, της ηθικής, εν προκειμένω, δέσμευσης της πολιτικής εξουσίας να μεριμνά για την επίλυση των προβλημάτων της κοινωνίας. Σε καμιά περίπτωση όμως δεν αντιμετωπίζει το ενδεχόμενο να μεταβάλει την κοινωνία σε πολιτική κατηγορία, να μεταλλάξει επομένως το πολιτικό σύστημα, ώστε να αποκτήσει αντιπροσωπευτικό πρόσημο.
2. Οι ανωτέρω επισημάνσεις αφήνουν να εννοηθεί ότι, κατά την εκτίμησή μου, η οικονομική κρίση που διέρχεται σήμερα ο κόσμος αποτελεί εκδήλωση και, συνεπώς, απόρροια των δομικών χαρακτηριστικών του συστήματος της νεοτερικότητας, της φάσης δηλαδή που διέρχεται η εποχή μας.
Η τρέχουσα άποψη αποδίδει την κρίση στην υπερβολική αυτονομία που απέκτησε η αγορά, στο όνομα της αυτορύθμισης. Η αυτορύθμιση εξέθρεψε την ανευθυνότητα ορισμένων από τους συντελεστές της με συνέπεια την αρρυθμία της αγοράς και, εντέλει, την απορύθμιση.
Συγχρόνως, τα μέτρα που ελήφθησαν από τις κυβερνήσεις για τη σταθεροποίηση των αγορών ορίσθηκαν ως σοσιαλιστικά, θυμίζοντάς μας ότι ο σοσιαλισμός εξακολουθεί να προσεγγίζεται ως ταυτολογία του κρατισμού, της οικονομικής επέκτασης της ιδιοκτησίας του κράτους. Εξού και άλλοι βιάστηκαν να αναγγείλουν το τέλος του καπιταλισμού.
Το δίλημμα, ωστόσο, που εγείρεται με αφορμή την κρίση δεν αφορά στην απορύθμιση της αγοράς αυτή καθεαυτή, αλλά στο γεγονός ότι στη σχέση μεταξύ κράτους και αγοράς επήλθε μια καίρια ανατροπή της ισορροπίας υπέρ της αγοράς. Να υποθέσουμε άραγε ότι οι κυβερνήσεις θα αντλήσουν το αναγκαίο δίδαγμα από την κρίση και θα επαναφέρουν σε κάποιο βαθμό τον ρόλο του κράτους ή, μήπως, η παρέμβασή τους θα είναι απλώς σωστική του συστήματος και, κατά τούτο, μεταβατική προς τη κατεύθυνση της αποκατάστασης της «ομαλής» λειτουργίας της αγοράς;
Σπεύδω να επισημάνω ότι το δίλημμα κράτος ή αγορά συνέχεται με το διακύβευμα δυνάμει του οποίου επιχειρείται η ερμηνεία της κρίσης και η αναζήτηση μέτρων θεραπείας. Στο διλημματικό αυτό διακύβευμα –κράτος ή αγορά – διαπιστώσαμε, εντούτοις, ότι απουσιάζει η αιτιολογία του, ο σκοπός ή ο λόγος της ύπαρξής τους, δηλαδή η κοινωνία. Χωρίς αυτήν δεν συντρέχει λόγος ύπαρξης ούτε του κράτους ούτε της αγοράς.
Θα προσθέσω, επίσης, ότι η απουσία της κοινωνίας συνδυάζεται με μια άλλη σημαίνουσα απουσία, που είναι εκείνη του πολιτικού συστήματος. Για τη νεοτερικότητα το πολιτικό σύστημα δεν υπάρχει ως τέτοιο, αυτοτελώς, αποτελεί ουσιαστικά ταυτολογία του κράτους. Γι’ αυτό και μιλάμε είτε για τις πολιτικές του κράτους, είτε για το κράτος εν γένει προκειμένου να αναφερθούμε στο πολιτικό σύστημα. Θεωρείται αδιανόητος ο αποχωρισμός του πολιτικού συστήματος από το κράτος και συνεπώς μια διαφορετική θέσμισή του, πέραν του κράτους, όπως για παράδειγμα με όχημα την κοινωνία.
Οι προσεγγίσεις αυτές της έννοιας κράτος, και θα έλεγα της έννοιας οικονομία που ταυτίζεται επίσης εσφαλμένα με την αγορά, καθορίζουν και το πλαίσιο της προβληματικής για την ενγένει οργάνωση του κόσμου σήμερα.
Η φιλελεύθερη οπτική, στην οποία προσχώρησε αργότερα και η σοσιαλιστική ιδεολογία, σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης των προβλημάτων που συσσωρεύτηκαν τις τελευταίες δεκαετίες, προέκρινε την έννοια της διακυβέρνησης, σε συνδυασμό με την ανάκληση της χεγκελιανής αντίληψης της «κοινωνίας πολιτών» .
Η (νεο-)φιλελεύθερη εκδοχή της διακυβέρνησης προτείνει τον άτυπο συνεταιρισμό των εταίρων του κράτους με τις ομάδες πίεσης/συμφερόντων. Συγχρόνως, αξιώνει από το κράτος να εισαγάγει ως σκοπό της πολιτικής το συμφέρον της αγοράς και ως τρόπο λειτουργίας του τους νόμους της αγοράς . Ως κατακλείδα της αντίληψης αυτής η ιδιωτική οικονομία αφήνεται να αυτορυθμισθεί σε ό,τι αφορά στη λειτουργία της και στη σχέση της με την κοινωνία. Ο πολίτης, στο πλαίσιο αυτό, εξομοιώνεται με τον καταναλωτή (ή τον φορέα της εργασίας), δεν θεωρείται όμως θεσμικός εταίρος του κράτους και, πολύ περισσότερο, της οικονομίας.
Αυτή η έννοια της διακυβέρνησης διδάσκει ότι η συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική οφείλει να γίνει όχι ευθέως, αλλά με τη διαμεσολάβηση των ομάδων (της λεγόμενης «κοινωνίας πολιτών») και των κομμάτων, δηλαδή με τη συνεύρεσή τους στο επίπεδο της εξουσίας του κράτους.
Συμπληρωματικά προς την αντίληψη αυτή, δεν έχει πάψει να διακινείται και η άποψη ότι για να παίξει το κράτος τον πολιτικό του ρόλο πρέπει να διευρύνει το πεδίο της ιδιοκτησίας του. Η άποψη αυτή που, όπως είδαμε, συνδέθηκε με το σοσιαλιστικό πρόταγμα, δεν παύει να υιοθετείται και από την φιλελεύθερη θεωρία, η οποία συνδέει το εύρος της πολιτικής λειτουργίας του κράτους με το μέγεθος της ιδιοκτησίας του στα μέσα της παραγωγής. Στιγματίζοντας, όμως, ως σοσιαλιστική την, τουλάχιστον πέραν ορισμένου μέτρου, διεύρυνση της ιδιοκτησίας του κράτους στα μέσα παραγωγής, αξιώνει όπως αυτό περιορίζεται –και, συνακόλουθα, η πολιτική– σε ένα ρόλο ρυθμιστικό έως επικουρικό πάνω στην ιδιωτική ιδιοκτησία και την αγορά. Το λιγότερο κράτος συνδέεται με λιγότερη ιδιοκτησία του κράτους και όχι προφανώς με την ενγένει πολιτική του λειτουργία ή με το ανήκειν του πολιτικού του συστήματος. Το περισσότερο κράτος, από την πλευρά του, λογίζεται ως η κατακλείδα για τη συνάφειά του με το λαϊκό συμφέρον.
Ορισμένοι από τους Ευρωπαίους ηγέτες προέβαλαν την ανάγκη επανίδρυσης του οικονομικού συστήματος. Να δημιουργηθεί, είπαν, ένας καπιταλισμός που να υπηρετεί του πολίτες. Όπως όμως προκύπτει, τα μέτρα που προκρίνονται για την επίτευξη του σκοπού αυτού δεν αφορούν στην υπέρβαση του συστήματος με την εγκατάσταση έστω του κράτους σε ένα ρόλο επιδιαιτητή μεταξύ του δημοσίου και του ιδιωτικού συμφέροντος. Εστιάζονται αποκλειστικά στις υπερβολές που εκτιμάται ότι εξέθρεψαν την ανατροπή της ισορροπίας στο εσωτερικό της αγοράς και την, ως εκ τούτου, απορύθμισή της.

3. Το ερώτημα, ωστόσο, που εγείρεται είναι εάν το κράτος, δηλαδή η πολιτική τάξη, είναι σε θέση να εκπληρώσει πια τον ρυθμιστικό ρόλο που είχε στην εποχή της πολιτικής του κυριαρχίας και, μάλιστα, σε ένα περιβάλλον παγκοσμιοποίησης, όπου δεν ελέγχει τους εσωτερικούς συσχετισμούς και οι λειτουργίες του εξαρτώνται ευρέως από τον διεθνή παράγοντα.
Η διερώτηση αυτή συνδυάζεται με την άλλη παράμετρο που επικαλέσθηκα παραπάνω: τη διαρκώς ογκούμενη αμφισβήτηση των φορέων του κράτους, ιδιαίτερα δε του πολιτικού προσωπικού και του κομματικού συστήματος, εκ μέρους της κοινωνίας. Η κοινωνία προσάπτει, όντως, στους συντελεστές του κράτους ότι αντί να υπηρετούν την κοινωνία, διαπλέκονται με ισχυρά οικονομικά ή επικοινωνιακά ιδίως συμφέροντα/ομάδες, υποτάσσοντας τον δημόσιο χώρο στις προτεραιότητες αυτών των ιδίων και των συνεταίρων τους. Το κράτος μεταβάλλεται έτσι σε λάφυρο του κομματικού συστήματος και της αγοράς, απεμπολώντας τον προορισμό του.
Γιατί όμως να συμβαίνει αυτό αφού οι πολιτικοί άρχοντες ψηφίζονται από το λαό και όχι από τις δυνάμεις της διαπλοκής; Μια πρώτη απάντηση είναι ότι η βαρύτητα της ψήφου δεν ισοσταθμίζεται από τη βαρύτητα των δυνάμεων της διαπλοκής και ιδίως των «χορηγών» χρήματος ή επικοινωνίας. Δεν σημαίνει ότι η ψήφος υποκαθίσταται από τη θέληση των χορηγών, αλλά ότι το αποτέλεσμα της ψήφου εξαρτάται από την οικονομική δυνατότητα και την επικοινωνιακή εικόνα που το κόμμα και ο πολιτικός θα υφάνουν ενώπιον του ψηφοφόρου. Ακόμη και αν αγνοήσουμε προς στιγμήν το κίνητρο του πλουτισμού για τον πολιτικό, είναι δεδομένο ότι η εικόνα του και η επικοινωνία του με το λαό δεν είναι άμεση, δηλαδή αδιαμεσολάβητη.
Η μομφή λοιπόν εστιάζεται στο έλλειμμα αντιπροσώπευσης/ δημοκρατίας. Το κίνητρο εντούτοις του ελλείμματος αυτού έχει να κάμει με την αποτελεσματικότητα του κράτους, δηλαδή των πολιτικών του, στα πεδία του ενδιαφέροντος της κοινωνίας. Πιο συγκεκριμένα αφορούν σε ζητήματα όπως η αναδιανομή του οικονομικού προϊόντος, η προστασία της εργασίας και ενγένει η κοινωνική πρόνοια, το λεγόμενο «κράτος δικαίου». Δεν υπεισέρχεται επομένως η παράμετρος της δομικής διάστασης του συστήματος την οποία θα ήγειρε προφανώς η διέλευση της κοινωνίας από την ατομική στην πολιτική ελευθερία. Διότι στην περίπτωση αυτή, η ελευθερία θα οριζόταν στο πεδίο της πολιτικής με τον ίδιο τρόπο που γίνεται αντιληπτή στην ιδιωτική σφαίρα, δηλαδή ως αυτονομία και όχι δικαίωμα.
Παρόλ’αυτά, δεν μπορεί να αγνοηθεί ότι στη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής έχει επέλθει μια ουσιώδης μεταβολή. Άλλοτε, ο πολιτικός εξέπεμπε ένα σωτηριακό δηλαδή απελευθερωτικό μήνυμα προς την κοινωνία. Υποσχόταν στις μάζες να τους αποδώσει την ατομική ελευθερία ή, αργότερα, να τους την διασφαλίσει έναντι της απερχόμενης δεσποτείας και της ανερχόμενης αστικής τάξης. Ανελάμβανε επίσης να δημιουργήσει διά του κράτους τις προϋποθέσεις (έργα υποδομής, προστασία από τις τρίτες αστικές τάξεις κλπ.) που θα διευκόλυναν τα μέγιστα την «άνδρωση» της αστικής τάξης.
Το κράτος προσέφερε προστασία τόσο στο λαό όσο και στους αστούς. Ωστόσο, η συνάντηση της κοινωνίας με το κομματικό σύστημα (και το πολιτικό προσωπικό) γινόταν, οπωσδήποτε, εξωθεσμικά και συγκεκριμένα με τη διαμεσολάβηση της ιδεολογίας ή της ταξικής τους αναφοράς. Οι μεν αστοί/φιλελεύθεροι ψήφιζαν τα φιλελεύθερα κόμματα, οι δε φορείς της εργασίας και εξαρτημένοι από την εργοδοσία ψήφιζαν κατά το μάλλον ή ήττον σοσιαλιστικά. Ενόσω η σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής συντηρούσε μια στοιχειώδη ισορροπία στο επίπεδο των πολιτικών του κράτους, το διακύβευμα ως προς τον (μη αντιπροσωπευτικό) χαρακτήρα του πολιτικού συστήματος δεν είχε λόγους να ταράξει τον πρωτο-ανθρωποκεντρικό ναρκισσισμό της νεοτερικότητας.
Το σχήμα αυτό ίσχυσε και ήταν ως ένα βαθμό αποτελεσματικό στην εποχή της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό (στις κοινωνίες εν ελευθερία). Σήμερα η κοινωνία έχει απεξαρτηθεί από το δεσποτικό της παρελθόν, ο λαός χειραφετήθηκε υπό μια έννοια πολιτικά, απέκτησε εντέλει εμπειρία ανθρωποκεντρικής ζωής. Ως εκ τούτου, δεν επιζητεί την απελευθέρωσή του από τα κοινωνικά δεσμά της φεουδαρχίας -η οποία εξέλειπε-, αλλά τη διατήρηση της εργασιακής του εξάρτησης, την μη απόρριψή του από την οικονομική διαδικασία. Τέλος, ο αστός, έχοντας επίσης χειραφετηθεί έναντι του κράτους, αξιώνει εφεξής να εκπέσουν τα κρατικά εμπόδια ώστε να κινείται άνετα (τα κεφάλαιά του, το εργατικό δυναμικό κλπ.) στο σύνολο κοσμοσύστημα. Με άλλα λόγια, αξιώνει την αναμόρφωση της λογικής που διέπει τη λειτουργία του κράτους και, συγχρόνως, μια νέα ισορροπία που θα συνεκτιμά αναλόγως τη βαρύτητά της γνώμης του στις επιλογές του. Η λογική της αστικής τάξης είναι ότι ό,τι είναι καλό γι’ αυτήν είναι καλό και για την κοινωνία. Άρα ο σκοπός της αγοράς οφείλει κατ’αυτήν να γίνει και σκοπός του κράτους.
Ανάμεσα στις παραμέτρους που κάνουν εφικτή την πραγματική ανασύνταξη της σχέσης μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής σημαίνουσα θέση κατέχει το αναδυόμενο νέο τεχνοδικτυακό επικοινωνιακό περιβάλλον. Το περιβάλλον αυτό βραχυπρόθεσμα διευκόλυνε την αγορά να επωφεληθεί και να καλύψει το «κενό εξουσίας» τόσο στο ενδοκρατικό όσο και στο διακρατικό/κοσμοσυστημικό πεδίο. Μεσοπρόθεσμα όμως προόρισται να δημιουργήσει τις αντικειμενικές προϋποθέσεις όπου θα εγκατασταθεί στο επίπεδο της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας η νέα συνάντηση της κοινωνίας με την πολιτική και, εντέλει, η λειτουργία του πολιτικού συστήματος.
Εκδήλωση του φαινομένου αυτού αποτελεί η μετάλλαξη ήδη της πολιτικής συμπεριφοράς των πολιτών. Από τη μαζική πολιτικοποίηση του πρόσφατου μόλις παρελθόντος οδεύουμε σαφώς προς την πολιτική ατομικότητα. Διαπιστώνουμε ότι η σχέση του πολίτη με τον πολιτικό γίνεται ολοένα και περισσότερο διαλεκτική με όρους διαπραγμάτευσης από εκχωρητική, αγελαία και σωτηριακή που ήταν προηγουμένως. Ο πολίτης, στο πλαίσιο αυτό, δεν λειτουργεί εντούτοις συλλογικά. Διαπραγματεύεται κατά μόνας την ψήφο του με τον πολιτικό, γίνεται πελάτης του. Γεγονός που πρέπει να αποδοθεί όχι στον άκρατο υποτίθεται ατομικισμό που τον διακρίνει, αλλά στην απουσία του αναγκαίου θεσμικού υπόβαθρου που θα έκανε εφικτή τη σύνθεση της βούλησης των μελών της κοινωνίας και, κατ’επέκταση, την υποβολή του πολιτικού προσωπικού σ’αυτήν.
Την ίδια στιγμή, ο συνδυασμός αυτός του συστήματος της νεοτερικότητας -που συνάδει με το πρωτο-ανθρωποκεντρικό της στάδιο- με το αναδυόμενο τεχνοδικτυακό επικοινωνιακό περιβάλλον, συνέβαλε ώστε η διαχείριση του πεδίου της πολιτικής να μετατοπισθεί κατά το ουσιώδες στους συντελεστές των «μέσων ενημέρωσης». Μετατόπιση η οποία δημιουργεί από μόνη της μια μείζονος σημασίας δυσμορφία του πολιτικού συστήματος, αφού μεταβάλει τα «μέσα» από διαμετακομιστές της πολιτικής σε πρωτογενείς παραγωγούς της. Η πολιτική, στο πλαίσιο αυτό, από φαινόμενο που συγκροτεί και λειτουργεί την κοινωνία, γίνεται προϊόν προς κατανάλωση, οι δε πολίτες μετατρέπονται σε απλούς καταναλωτές του προϊόντος της πολιτικής.

4. Καταλήγουμε ότι το κόμμα μόλις κατάφερε να καταλάβει και να ελέγξει δίκην μονοπωλίου το κράτος διαπίστωσε ότι αυτό δεν ήταν αρκετό για να μονοπωλήσει την πολιτική του λειτουργία. Βρέθηκε να κατέχει μια εκρηκτικής ισχύος εξουσία, θεσμικά αυτονομημένη και ουσιαστικά ανεξέλεγκτη, χωρίς να διαθέτει την προϋπόθεση να τη διαχειρισθεί με πρόσημο το δημόσιο συμφέρον. Προϋπόθεση η οποία θα αποτελούσε εντούτοις το αντισταθμιστικό επιχείρημα κατέναντι των διεκδικητών της πολιτικής βούλησης του κράτους. Μετέωρο ανάμεσα στην ανάγκη της ψήφου και στον πειρασμό της ιδιοποίησης, το κόμμα προσαρμόσθηκε στις μεταλλάξεις της οικονομίας, του επικοινωνιακού περιβάλλοντος και, εντέλει, των συσχετισμών στο επίπεδο του κράτους. Το πολιτικό προσωπικό απομακρύνθηκε από το κοινωνικό πεδίο με αποτέλεσμα το σύστημα της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους να μεταβληθεί σε σύστημα κομματικής κυριαρχίας επί του κράτους και δι’ αυτού επί της κοινωνίας. Το ζήτημα για το πολιτικό προσωπικό θα είναι εφεξής πώς να συνδυάσει τη λειτουργία του κράτους ως μηχανισμού πελατείας μέσω του οποίου αναμένει να χειραγωγήσει την κοινωνία και ως δημόσιου αγαθού το οποίο θα διαπραγματευθεί με τους διαπλεκόμενους εταίρους προκειμένου να αποκτήσει την χρειώδη οικονομική και επικοινωνιακή επιφάνεια. Ώστε, η αρχή της αυτονομίας του κράτους, που διέρχεται από τη μη αντιπροσωπευτική θεμελίωση του πολιτικού συστήματος, είναι υπόλογη για τον εκφυλισμό του σε μηχανισμό ιδιοποίησης της δημόσιας σφαίρας και ιδίως της πολιτικής διαδικασίας.

4. Από τις έως εδώ επισημάνσεις επιβεβαιώνεται η αρχική μου υπόθεση ότι η αμφισβήτηση και η κριτική που απευθύνεται στο πολιτικό προσωπικό ή στα στελέχη των επιχειρήσεων που εξέθρεψαν την αρρυθμία της αγοράς δεν αγγίζει το σύστημα. Δεν αποκλείεται η συζήτηση να εστιάζεται κάποιες φορές στο πώς το υπάρχον σύστημα της πολιτικής και της οικονομίας θα λειτουργήσει επωφελώς και/για την κοινωνία. Ωστόσο, η κοινωνία των πολιτών ή της εργασίας δεν υπεισέρχεται ως συντελεστής του. Ούτε όμως και η κοινωνία φαίνεται να αμφισβητεί τη μονοσήμαντη διαλεκτική της σχέσης (κράτος/πολιτική έναντι οικονομίας/αγοράς και αντιστρόφως) ή να διεκδικεί έναν θεσμικό λόγο σ’ αυτήν.
Εκείνο που προσάπτει η κοινωνία στο κράτος είναι η μη ανταποκρισιμότητα των πολιτικών του προς τις προσδοκίες και το συμφέρον της. Στην πραγματικότητα με το αίτημά της αυτό η κοινωνία θέτει, όπως ήδη υπαινίχθηκα, σε ηθικές βάσεις το έλλειμμα αντιπροσώπευσης. Το όποιο όμως αίτημα, με τον τρόπο που τίθεται, έρχεται σε αντίθεση με τη λογική του πολιτεύματος. Αξιώνει από το πολιτικό προσωπικό να παραβεί τον Θεμελιώδη Χάρτη και να συμπεριφερθεί ως αντιπρόσωπος της κοινωνίας, ενώ ο ίδιος αυτός Χάρτης προνοεί ρητά ότι δεν επιθυμεί το σύστημα να είναι αντιπροσωπευτικό, ούτε θεσμικά ούτε ως προς τον σκοπό του.
Θα επιμείνω προκειμένου να γίνω πιο σαφής στο ζήτημα αυτό διότι εκτιμώ πως αποτελεί την καρδιά του σημερινού προβλήματος, που οδήγησε εξάλλου και στην ανατροπή της ισορροπίας ανάμεσα στο κράτος, την αγορά και την κοινωνία. Η μη αντιπροσωπευτική σημειολογία του κράτους προκύπτει από πολλά. Θα επικαλεστώ μόνο τρία στοιχεία που αναιρούν την αντιπροσωπευτική αρχή:
α) Το σύγχρονο κράτος ως φορέας της πολιτικής κυριαρχίας κατέχει κατά τρόπο αδιαίρετο όχι μόνο την ιδιότητα του εντολοδόχου αλλά και του εντολέα.
(β) Η κοινωνία ταξινομείται στην ιδιωτική σφαίρα, με μοναδικό πολιτικό ρόλο τη νομιμοποίηση με την ψήφο της του πολιτικού προσωπικού στην εξουσία του κράτους. Η κοινωνία δηλαδή δεν συγκροτεί πολιτική κατηγορία και, επομένως, δεν διαθέτει θεσμική υπόσταση ώστε να διαμορφώσει την πολιτική της βούληση.
(γ) Ως σκοπός του κράτους προκρίνεται η προαγωγή του γενικού συμφέροντος που συνάδει με το δημόσιο ή το εθνικό συμφέρον, όχι όμως με το κοινό συμφέρον της κοινωνίας. Επιπλέον, το γενικό, το εθνικό ή το δημόσιο συμφέρον καθορίζονται αυθεντικά, σε πρώτο και τελευταίο βαθμό, ως προς το περιεχόμενό τους από το κράτος. Όλα τα συντάγματα προνοούν ότι από την εκλογή του ο πολιτικός αυτονομείται από την κοινωνία, λειτουργεί κατά τη βούλησή του, «αντιπροσωπεύει το έθνος». Το έθνος όμως, λαμβάνει μέριμνα ώστε να ερμηνευθεί ως «κατασκευή» του κράτους. Δεν αναγνωρίζεται ο πρωτογενής του χαρακτήρας προκειμένου να ορισθεί ως το ταυτοτικό γινόμενο της κοινωνικής συνείδησης. Και αυτό διότι έτσι μόνο θα δικαιολογηθεί η αξίωση του κράτους να ενσαρκώνει το πολιτικό σύστημα.
Το γεγονός αυτό γίνεται εμφανές όταν διαπιστώνει κανείς ότι το κόμμα, εκτιθέμενο στις εκλογές προτείνει προγράμματα δράσης στην κοινωνία, τα οποία μετά τις εκλογές τα εγκαταλείπει με την ίδια ευκολία που τα δημιούργησε. Ο επίσημος λόγος της νεοτερικότητας ερμηνεύει την ανακουλουθία αυτή ως φυσική συνέπεια της ασυμβατότητας των επιλογών/αναγκών της κοινωνίας με το γενικό/εθνικό συμφέρον, το οποίο εξειδικεύεται ως το αποτέλεσμα της αδυναμίας της κοινωνίας να συλλάβει την πολυπλοκότητα του πολιτικού διακυβεύματος και να εναρμονίσει τις ιδιοτελείς επιδιώξεις της μ’αυτό. Ο πραγματικός λόγος όμως είναι η ολιγαρχική σημειολογία της άρχουσας τάξης η οποία επιθυμεί διακαώς οι πολιτικές του κράτους να διαμορφώνονται σε συνάφεια με το ειδικό βάρος του συμφέροντός της. Ο λόγος αυτός συνδέεται εντούτοις με την επισήμανση ότι μέτρο για την αμφισβήτηση ή μη του κράτους αποτελούν οι πολιτικές του και όχι προφανώς η δομή του πολιτικού συστήματος, δηλαδή η ελευθερία. Στο μέτρο που το σύνολο κοσμοσύστημα σήμερα δεν γνωρίζει παρά το προσιδιάζον στην πρωτο-ανθρωποκεντρική του φάση πολιτικό σύστημα, διαπιστώνεται ότι το φαινόμενο αυτό είναι καθολικό. Όταν ο τωρινός αμερικανός αντιπρόεδρος Ντικ Τσένι, ρωτήθηκε γιατί υποστηρίζει τον πόλεμο στο Ιράκ αφού η πλειοψηφία δεν τον εγκρίνει απάντησε: «και λοιπόν;».
Η αμφισβήτηση της μη αντιπροσωπευτικής λειτουργίας του συγχρόνου πολιτικού συστήματος, χωρίς να συνοδεύεται από έναν αναστοχασμό της ελευθερίας -που θα επέφερε ο ορισμός της ως αυτονομίας και όχι ως δικαιώματος- εξηγεί από την άλλη γιατί το όλο ζήτημα τίθεται με ηθικούς/δεοντολογικούς όρους. Διαφορετικά, θα συνοδευόταν από την αυτονόητη παραδοχή ότι για να αποκτήσει ένα πολιτικό σύστημα αντιπροσωπευτικό πρόσημο οφείλει να εκχωρήσει την ιδιότητα του εντολέα στην κοινωνία. Να συγκροτηθεί η κοινωνία σε δήμο, δηλαδή σε πολιτειακά συντεταγμένο εταίρο του κράτους, αφού μόνον έτσι θα αποκτήσει πολιτική βούληση, και να αναλάβει η ίδια να καθορίζει τις πολιτικές οι οποίες έτσι θα εναρμονισθούν με το κοινό συμφέρον.
Δεν είναι του παρόντος να σταθούμε περισσότερο στην αιτιολογία της απόρριψης της αντιπροσωπευτικής αρχής από τη νεοτερικότητα. Θα πω μόνο ότι όλες οι σχετικές θεωρίες (της «πολυπλοκότητας», του «καταμερισμού των έργων», των «ειδικών» που κατέχουν το αντικείμενο, της μεγάλης κλίμακας του σύγχρονου κόσμου κ.α.) υποκρύπτουν γνωσιολογική άγνοια και μια προσπάθεια μετάθεσης του προβλήματος. Διαπιστώνεται όντως μια καθολική συμφωνία να αποκαλείται δημοκρατικό ένα προ-αντιπροσωπευτικό στη βάση του πολιτικό σύστημα, όπως το σημερινό, διότι έτσι μόνο δικαιολογείται η εγγραφή όλων στη χορεία των θιασωτών της δημοκρατίας. Η ίδια η Αριστερά, που επικαλείται την ταύτισή της με τον λαό, επιδιώκει την κηδεμονία του όχι την απελευθέρωσή του. Αισθάνεται την ίδια αποστροφή με τον φιλελευθερισμό στην ιδέα να αποδοθεί στο σώμα της κοινωνίας των πολιτών ακόμη και αυτή η ιδιότητα του εντολέα. Εξού και θεωρεί το έθνος -την ταυτοτική συνείδηση της κοινωνίας- και όχι το κυρίαρχο κράτος/σύστημα ως εχθρό της ελευθερίας. Με απλούστερη διατύπωση, όπως και ο φιλελευθερισμός, η Αριστερά δεν εξέρχεται από το πολιτειακό σχήμα που κληροδότησε στον μετα-φεουδαλικό κόσμο το «παλαιό καθεστώς» της ευρωπαϊκής ηπείρου.

5. Αυτό που έχει σημασία να υπογραμμισθεί εδώ είναι ότι το προ-αντιπροσωπευτικό πολιτικό σύστημα και το ομόλογο κομματικό σύστημα αντανακλούσαν και, ως εκ τούτου, εξυπηρετούσαν με συνέπεια τη φάση της μετάβασης από τη φεουδαρχία/δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό. Θεμελιώδης αρχής του προτάγματος αυτού αποτέλεσε η παραδοχή ότι τόσο το πολιτικό σύστημα όσο και το οικονομικό σύστημα συγκροτούνται με πρόσημο την ιδιοκτησία. Ο ιδιοκτήτης (το νομικό πλάσμα του κράτους ή ο κάτοχος των μέσων παραγωγής) κατέχει επίσης το σύστημα της πολιτικής ή της οικονομίας και όχι οι συντελεστές του (οι εργαζόμενοι ή οι πολίτες) . Στην πραγματικότητα το ανήκειν του (οικονομικο-κοινωνικού και πολιτικού) συστήματος στην ιδιοκτησία αποτελεί κληρονομιά της νεοτερικότητας από την προγενέστερη δεσποτεία, που κλήθηκε να την εναρμονίσει με τη νέα κοινωνία, της οποίας τα μέλη απέκτησαν ήδη ανθρωποκεντρική υπόσταση, έγιναν δηλαδή ελεύθερα στο ιδιωτικό πεδίο.
Το σύστημα της ιδιοκτησίας αποδέχεται ως συνομιλητές μόνο τους ιδιοκτήτες: την αγορά και το κράτος. Στην εποχή της μετάβασης το κράτος ήρθε συχνά αντιμέτωπο με την ιδιωτική σφαίρα. Αρχικά με το παλαιό δεσποτικό καθεστώς και αργότερα με την ιδιωτική (πρωτο-ανθρωποκεντρική) αγορά. Αυτό μπορεί να αποδοθεί στο γεγονός ότι την περίοδο αυτή η μεν κοινωνία συναντιόταν με την πολιτική στο επίπεδο της ιδεολογίας ή της ταξικής συνάφειας, η δε αγορά ήταν ακόμη εθνικά οροθετημένη και σε προφανή αδυναμία να αμφισβητήσει ευθέως την πρωτοκαθεδρία του κράτους.
Στις μέρες μας, όμως, κράτος και αγορά συμπλέουν σε μια αγαστή συνεργασία η οποία, παρά τις συγκυριακές της διακυμάνσεις ή τις αντιθέσεις των συντελεστών τους έχει ως πρόσημο το κοινό τους συμφέρον: τον εγκιβωτισμό της κοινωνίας στην ιδιωτική σφαίρα, δηλαδή τον αποκλεισμό της από τη διοίκηση του (οικονομικού και πολιτικού) συστήματος, ώστε να το νέμονται αδιατάρακτα. Το γεγονός ότι τόσο η αγορά όσο και το κράτος συμφωνούν να συναντώνται μέσω των συντελεστών τους –δηλαδή του πολιτικού/κομματικού προσωπικού και των ομάδων συμφερόντων– μακράν της κοινωνίας, αποκαλύπτει το είδος και το βάθος του σημερινού προβλήματος, αλλά και την κατεύθυνση της εξέλιξης.
Η κατεύθυνση αυτή δεν είναι προφανώς εκείνη που προέκριναν οι πολιτικοί θεράποντες του συστήματος -δηλαδή η παρέμβαση του κράτους- για την αποκατάσταση της εσωτερικής ισορροπίας της αγοράς. Η ισορροπία αυτή θα ανακτηθεί με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Το κόστος όμως θα κληθεί, αναπόφευκτα, να καταβάλει προεχόντως το κοινωνικό σώμα. Σε κάθε περίπτωση, η εμμονή στην ιδιοκτησιακή συγκρότηση του συστήματος –ιδίως σε ό,τι αφορά στο ανήκειν του πολιτικού συστήματος στο κράτος– προόρισται απλώς να οδηγήσει στη γιγάντωση των ανισοτήτων και της αμφισβήτησης και, οπωσδήποτε, να προετοιμάσει το έδαφος για την επόμενη κρίση. Και τούτο διότι υπό τις κρατούσες συνθήκες η εξισορρόπηση της εξουσίας του κράτους με τη δύναμη της αγοράς είναι ανέφικτη.

6. Για να επιτευχθεί αυτό και, περαιτέρω, για να εναρμονισθεί η δημόσια διακυβέρνηση με το συμφέρον της κοινωνίας προϋποτίθεται η μεταβολή των πολιτικών συσχετισμών, οι οποίοι ανετράπησαν δραματικά υπέρ των κατόχων του οικονομικού συστήματος και του κράτους. Κατά τούτο, η αποκατάσταση των συσχετισμών υπέρ της κοινωνίας δεν μπορεί να διέλθει πια μέσα από το αυτόνομο κράτος/κόμμα, καθώς, όπως είδαμε, υπό τις παρούσες συνθήκες η εξωθεσμική τους συνάντηση αντίκειται στη λογική του πράγματος.
Η συνάντηση αυτή θα ήταν εφικτή μόνο στο εσωτερικό του πολιτικού συστήματος, η οποία όμως προϋποθέτει την αντιπροσωπευτική του υποστασιοποίηση. Η μεταβολή της κοινωνίας σε δήμο με την ανάληψη από αυτήν της ιδιότητας του εντολέα είναι η μόνη ικανή να θεραπεύσει το έλλειμμα αντιπροσώπευσης και να αναμορφώσει συγχρόνως τη δομή και τη λειτουργία του κομματικού συστήματος. Στο πλαίσιο αυτό, το κόμμα, από ενσαρκωτής της πολιτικής κυριαρχίας του κράτους και μέγας συντελεστής της ιδιοποίησής του, θα γίνει διαλακτής και τυπικός εντολοδόχος της κοινωνικής βούλησης.
Η σχέση μεταξύ κράτους και αγοράς θα ανασχηματισθεί επίσης ριζικά, αφού ο δήμος της κοινωνίας των πολιτών θα παρεμβληθεί ως άμεσος ρυθμιστής της αγοράς, δηλαδή ως ο καταστατικός παράγων που διαμορφώνει το κανονιστικό περιβάλλον και τους όρους λειτουργίας της οικονομίας. Το ζήτημα, στο πλαίσιο αυτό, θα είναι όχι η διεύρυνση της ιδιοκτησίας του κράτους, αλλά η εναρμόνιση και του κράτους και της αγοράς με το συμφέρον της κοινωνίας/δήμου. Όχι η κρατικοποίηση της οικονομίας, αλλά η κοινωνικοποίηση του πολιτικού συστήματος, η οποία θα επέλθει με την περιένδυση της κοινωνίας με την ιδιότητα του δήμου/εντολέα. Είναι εμφανές ωστόσο ότι η εξέλιξη αυτή, μολονότι δεν προβάλει, όπως είδαμε, ως προϋπόθεση τον αναστοχασμό της ελευθερίας από την πλευρά της κοινωνίας, θα θέσει επί τάπητος το διακύβευμά της. Κα τούτο διότι μόνον έτσι θα διασφαλισθεί η ιδεολογική θωράκιση του αντιπροσωπευτικού προτάγματος.
Η μετάλλαξη αυτή της σχέσης μεταξύ πολιτικού συστήματος και κράτους θα αποτελέσει, από μιαν άλλη άποψη, την απάντηση στο διακύβευμα της «παγκοσμιοποίησης», όπου η μεν αγορά γίνεται ολοένα και περισσότερο οικουμενική, ενώ η πολιτική παραμένει εθνική, με αποτέλεσμα το κοσμοσυστημικό κανονιστικό πλαίσιο να διαφεύγει από την αρμοδιότητα του κράτους και να αφήνεται στα χέρια των διακρατικών σχέσεων ηγεμονίας. Οι σχέσεις αυτές με υπομόχλιο την λεγόμενη «κοινωνία πολιτών» και το πρόταγμα της «διακυβέρνησης», εισάγονται στο εσωτερικό πεδίο του κράτους, επιβαρύνοντας με τη σειρά τους τον κανονιστικού χαρακτήρα της πολιτικής διαδικασίας και, περαιτέρω, την αποξένωση του κράτους από την κοινωνία.
Με άλλα λόγια, η αποκατάσταση της ισορροπίας στην αγορά θα είναι διαφορετικής τάξεως εάν γίνει με βάση το γινόμενο της σχέσης της με το κράτος/σύστημα ή εάν θα διέλθει από την πολιτειακή συγκρότηση και, κατ’επέκταση, τη βουλησιακή χειραφέτηση της κοινωνίας. Η υπεισέλευση της κοινωνίας στην πολιτική διαδικασία θα έχει ως αποτέλεσμα την επαναφορά των πολιτικών του κράτους σε τροχιά απεξάρτησης από την αγορά και, ως εκ τούτου, τον αναπροσανατολισμό του σκοπού της πολιτικής με γνώμονα το κοινό συμφέρον. Ώστε, με την πολιτειακή συγκρότηση της κοινωνίας των πολιτών, η ευθύνη για τον καθορισμό της έννοιας και του συμφέροντος του έθνους θα περιέλθει μερικώς τουλάχιστον σ’αυτήν, αντί να αποτελεί αποκλειστική αρμοδιότητα του κράτους/συστήματος.

7. Θα μπορούσε να αντιτείνει κανείς το αντικειμενικώς ανέφικτο μιας τέτοιας εξέλιξης, τους κινδύνους που συνεπάγεται η εξάρτηση της πολιτικής από την «απαίδευτη» κοινωνία ή, έστω, την απορία του για το πώς της μετάλλαξης της κοινωνίας σε δήμο. Σπεύδω να υπογραμμίσω ότι όντως η εξέλιξη αυτή δεν είναι εφικτή στις μέρες μας. Δεν είναι εφικτή όχι για τους λόγους που επικαλείται η νεοτερικότητα (η κλίμακα, η πολυπλοκότης, η κατανομή των έργων, η κοινωνική αχειραφεσία κλπ), αλλά επειδή το πρωτο-ανθρωποκεντρικό στάδιο που διέρχεται ο κόσμος σήμερα δεν επιτρέπει καν τη γνωσιολογική υιοθεσία και, περαιτέρω, την προταγματική αναδοχή του αιτήματος. Η αντιπροσώπευση ως πολιτικό σύστημα δεν αποτελεί αίτημα της κοινωνίας στις μέρες μας. Θα έλεγα μάλιστα πως δεν υπεισέρχεται επίσης ως ζήτημα στο πεδίο του διαλογισμού της νεοτερικής σκέψης. Η νεοτερικότητα βαυκαλίζεται ότι πέτυχε το ακατόρθωτο: να συγκεντρώσει στο σύστημά της δυο φύσει ασύμβατες πολιτείες, την αντιπροσωπευτική και τη δημοκρατική, τη στιγμή που αυτό είναι απλώς προ-αντιπροσωπευτικό.
Από την άλλη, δεν πρέπει να νομισθεί ότι για να ανατραπεί η αγαστή συνεύρεση του κράτους με την αγορά και να αποκατασταθεί η ανταποκρισιμότητα της πολιτικής εξουσίας με το κοινό συμφέρον απαιτείται η πλήρης μεταφορά της ιδιότητας του εντολέα στην κοινωνία των πολιτών και, συνακόλουθα, η άμεση συγκρότησή της σε δήμο. Θα μπορούσε να επικαλεσθεί κανείς ορισμένες ήπιες μορφές θεσμικής συνάρτησης της πολιτικής από την κοινωνία, οι οποίες θα διελάμβαναν μια αντιπροσωπευτική προσομοίωση και όχι τη μετάλλαξη του πολιτικού συστήματος.
Αναφέρω ενδεικτικά κάποια παραδείγματα: (α) την καθιέρωση ενός περιοδικού, ανά εξάμηνο, απολογιστικού ελέγχου του πολιτικού προσωπικού από έναν «δειγματοληπτικό δήμο» συγκείμενο από συγκεκριμένο αριθμό κληρουμένων εκπροσώπων της εκλογικής του περιφέρειας. Ο δήμος αυτός θα ήταν σκόπιμο να έχει επίσης την αρμοδιότητα να εγκαλεί τον πολιτικό ή να τον αναπέμπει στο εκλογικό σώμα σε περίπτωση που θα έκρινε το έργο του ανεπαρκές.
(β) Τη δημιουργία ενός «τεχνοδικτυακού δήμου» (αρκεί ένα δημοσκοπικό δείγμα 3.000 πολιτών) που θα επιλέγεται δειγματοληπτικά από πολίτες του συνόλου της επικράτειας και «θα βουλεύεται» αποφαινόμενος για τα ζητήματα της ημερήσιας διάταξης της κυβέρνησης και της βουλής, θα εγείρει ζητήματα ή θα ελέγχει τους φορείς της κρατικής εξουσίας και τις πολιτικές τους. Κρίνεται αναγκαίο η πρόνοια αυτή να καλύπτει και τα κόμματα σε ό,τι αφορά στα προγράμματα που υποβάλουν κατά τις εκλογές και στις θέσεις ή προτάσεις τους στην περίοδο της διακυβέρνησης. Συγχρόνως δε θα ήταν σκόπιμο να υποχρεούνται τα κόμματα και, οπωσδήποτε, η κυβέρνηση να υποβάλουν απολογιστικά πεπραγμένα στον «τεχνοδικτυκό δήμο» και ασφαλώς την πρόθεσή της να αποστεί από τις δεσμεύσεις της, προκειμένου αυτός να διατυπώσει γνώμη. Σε κάθε περίπτωση, η γνώμη του «τεχνοδικτυακού δήμου» δεν χρειάζεται στο παρόν στάδιο να είναι δεσμευτική. Είναι προφανές όμως ότι το πολιτικό και ηθικό διακύβευμα της γνώμης του θα έχει εξαιρετική βαρύτητα στην πολιτική διαδικασία.
(γ) Την αναγνώριση στον πολίτη εννόμου συμφέροντος για την πολιτική και, κατ’επέκταση, δικαιώματος να αναφέρεται στη δικαιοσύνη για πολιτικές από τις οποίες βλάπτεται.
(δ) Την ολοσχερή κατάργηση της ασυλίας, που εισάγει ουσιαστικά το ανεύθυνο του πολιτικού για την πέραν της πολιτικής δράση του, και την υπαγωγή της πολιτικής λειτουργίας στη δικαιοσύνη σε ό,τι αφορά στην αντιστοιχία της με το κοινό συμφέρον.
(ε) Τέλος, την εξαίρεση των ΜΜΕ από την αρχή του ανήκειν του συστήματος στην ιδιοκτησία, με την εισαγωγή στη λειτουργία τους κανόνων δημοκρατικής νομιμότητας.
Η έκπληξη με την οποία ο αναγνώστης είναι βέβαιο ότι θα συνοδεύσει το άκουσμα των ιδεών αυτών, παρόλον ότι θα μπορούσε να συμφωνήσει με την αιτιολογία της κρίσης που διέρχεται ο σύγχρονος κόσμος, προϊδεάζει ότι οι νεοτερικές κοινωνίες θα συνεχίσουν μεσοπρόθεσμα να βιώνουν το παλαιό καθεστώς και να αναζητούν λύσεις που απλώς θα ανακυκλώνουν το πρόβλημα. Η λύση, επομένως, θα έλθει τη στιγμή που ο νεοτερικός άνθρωπος θα αντιληφθεί ότι ουτοπικό είναι το πρόταγμα που δεν αντιστοιχείται με την κοσμοσυστημική τυπολογία και όχι αυτό που απλώς εγγράφεται στην προοπτική της εξέλιξης.

Σάββατο, 10 Οκτωβρίου 2009

Τί νομιμοποιεί την Ελληνική συνέχεια; (από τό "Η Δημοκρατία ως Ελευθερία", τού Γιώργου Κοντογιώργη)


"....Η ανεύρεση της δημοκρατίας σε όλες τις φάσεις του συστήματος τών πόλεων/κοινών της ελληνικής οικουμένης καί, προπάντων, στην οθωμανική περίοδο εγείρει σειρά από πολυσήμαντα ερωτήματα:
Τί εξηγεί την αναγνώριση της δημοκρατίας των κλασσικών χρόνων στό πλαίσιο του οικουμενικού κεκτημένου και, μάλιστα με όρους ταυτολογίας;
Τί συνεπάγεται η διαπίστωση αυτή για την τυπολογία των πολιτικών συστημάτων;
Τί αλλάζει ως πρός:
τη διευκρίνιση του περιεχομένου της συνέχειας και των μεταλλάξεων της ελληνικής κοσμοσυστημικής εξέλιξης,
την περιοδολόγηση της παγκόσμιας ιστορίας,
τη ματάβαση του νεότερου κόσμου στον ανθρωποκεντρισμό και, τελικά,
ως πρός την άποψη που έχει ο "νέος άνθρωπος" για τη θέση του στόν ιστορικό χρόνο και χώρο;
Αν όντως κάτι νομιμοποιεί κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο την ελληνική συνέχεια, αυτό είναι η αδιάκοπη επιβεβαίωση των καταστατικών παραμέτρων του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας και , στό πλαίσιο αυτό ,
η ενσάρκωση της ουσίας του από τις ελληνικές κοινωνίες ή, ορθότερα, από τις κοινωνίες του ελληνικού πολιτισμκού κύκλου.
Η κοσμοσυστημικά διατεταγμένη ανθρωποκεντρική συνέχεια του ελληνισμού όχι μόνον δεν διερράγη, όπως στην περίπτωση της δυτικής Ρώμης και, κατ΄επέκταση, της δυτικο-ευρωπαϊκής της περιφέρειας, ώστε να περιέλθει σε δεσποτική τροχιά,
αλλά εξακολούθησε, μεταλλασσόμενη, να βιώνει τα ίδια θεμέλια, ακόμη και όταν συνέβαινε να υποβάλλεται σε καυεστώς πολιτικής κατάκτησης από υπέρτερες, εξ επόψεως συμπαγούς ισχύος, δεσποτικές δυνάμεις. ..."

Γ. Κοντογιώργη: "Η Δημοκρατία ως Ελευθερία", Παττάκης, 2007, σελ.99.

"Η Δημοκρατία ως Ελευθερία. Δημοκρατία και αντιπροσώπευση". Τού Γιώργου Κοντογιώργη


Από τό οπισθόφυλλο τού βιβλίου:

Η δημοκρατία ορίζεται στο βιβλίο αυτό ως το ταυτολογικό ισοδύναμο της καθολικής ελευθερίας.
Κατά τούτο η δημοκρατία απάδει προς την ιδιοκτησιακή συγκρότηση του κοινωνικο-οικονομικού καί πολιτικού συστήματος, επειδή δημιουργεί σχέσεις εξουσίας που απομειώνουν στο οικείο πεδίο την ελευθερία.
Η δημοκρατία αντίκειται στό αντιπροσωπευτικό καί, μάλιστα, στο προ-αντιπροσωπευτικό σύστημα πού βιώνει ο κόσμος στίς μέρες μας.
Η προσέγγιση της δημοκρατίας ως ελευθερίας συνεπάγεται τη σαφή διαφοροποίηση του πολιτικού συστήματος από τό κράτος. Όταν τό κράτος ενσαρκώνει το πολιτικό σύστημα, η πολιτεία είναι ως εκ φύσεώς της μή δημοκρατική.
Η δημοκρατική αρχή επαγγέλεται την ενσάρκωση της πολιτείας από το κοινωνικό σώμα των πολιτών. Γι΄αυτό και η δημοκρατία προϋποθέτει την κατάργηση του καταμερισμού των κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών έργων που επάγεται "συμβάσεις" εξουσίας και, συνακόλουθα, της διαφοροποίησης του πολιτικού απο το κοινωνικό. Αναδεικνύει επίσης την ταυτοτική πολυσημία των ομάδων οι οποίες καλούνται να συγκροτηθούν με πρόσημο την αυτονομία.
Η προσέγγιση της δημοκρατίας ως ελευθερίας αποκαλύπτει ότι προτάγματα της νεοτερικότητας, όπως εκείνα της "κοινωνίας πολιτών", της "διακυβέρνησης", της "συμμετοχικής δημοκρατίας" κ.ά., είναι προφανώς μη δημοκρατικά, καθώς δεν αναιρούν και μάλλον ενισχύουν τη θεμέλια βάση του κρατούντος προ-αντιπροσωπευτικού συστήματος.
Ο συγγραφέας παρακολουθεί τις εφαρμογές της δημοκρατικής αρχής στο πλαίσιο του ελληνικού κοσμοσυστήματος αλλά και την προοπτική της ενόψει της μετάβασης στην τεχνοδικτυακή εποχή.
Υπό την έννοια αυτή, φαινόμενα όπως η "παγκοσμιοποίηση" αποτιμώνται σε συνάφεια με το καθολικό ανθρωποκεντρικό γινόμενο και όχι με γνώμονα την ιδεολογική επιλογή του κόσμου της νεοτερικότητας που ηγεμονεύει.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2009

Μήν τα χάσετε ! Τά "αληθινά σενάρια" στόν Πόντο. Στήν ΕΤ 3.


Προσκύνημα στον Εύξεινο Πόντο

Στις αλησμόνητες πατρίδες ταξίδεψε η εκπομπή της ΕΤ3 «Αληθινά Σενάρια», του Νίκου Ασλανίδη. Η εκπομπή, ακολούθησε το προσκυνηματικό ταξίδι των συλλόγων «Ελληνικό Σωματείο Διάσωσης και Διάδοσης της Πολιτιστικής μας Κληρονομιάς Οι Μωμόγεροι» και «Φάρος Ποντίων», που πραγματοποιήθηκε 12 με 22 Αυγούστου 2009.


Το α΄ μέρος θα προβληθεί στην ΕΤ3 την Πέμπτη 8 Οκτωβρίου στις 20:45 μ.μ. (επανάληψη Κυριακή 12 Οκτωβρίου, 11:00 π.μ.).

Το β΄μέρος θα προβληθεί την Πέμπτη 15 Οκτωβρίου στις 20:45 μ.μ. (επανάληψη Κυριακή 18 Οκτωβρίου).


Μην τα χάσετε!

Παρασκευή, 2 Οκτωβρίου 2009

Γιώργος Κοντογιώργης, Το διακύβευμα της μικρασιατικής καταστροφής


Γιώργος Κοντογιώργης,
Η προετοιμασία της μικρασιατικής καταστροφής
1.Η μικρασιατική καταστροφή έχει επικρατήσει να ερμηνεύεται ως ένα αυτοτελές επεισόδιο της νεοελληνικής ιστορίας, σημαντικό οπωσδήποτε, αφού σημάδεψε το τέλος του μικρασιατικού ελληνισμού.
Γι αυτό και οι ερμηνείες της επικεντρώνονται στις ευθύνες των πολιτικών και στρατιωτικών πρωταγωνιστών που διαχειρίσθηκαν την υπόθεση, στο εφικτό και στο σκόπιμο του εγχειρήματος, στην αξιολόγησή του υπό το πρίσμα της πολιτικής των Δυνάμεων (ως ιμπεριαλιστικό/αποικιακό) ή της αρχής των εθνοτήτων κλπ.

Σε ό,τι με αφορά θα υποστηρίξω πως οι ρίζες της μικρασιατικής καταστροφής ανάγονται στις σταθερές που δημιουργήθηκαν από τις απαρχές της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους, ενώ οι ιδεολογικές και πραγματολογικές της προεκτάσεις, δεσπόζουν και σήμερα, στην πολιτική και διανοητική ζωή του τόπου. Θα επιχειρήσω να καταδείξω ότι η μικρασιατική καταστροφή υπήρξε το αποτέλεσμα του τρόπου της απελευθέρωσης και, κατ’επέκταση, της συγκρότησης του νεοελληνικού κράτους υπό το πρίσμα πραγματικοτήτων που δεν προσιδίαζαν στα ποιοτικά χαρακτηριστικά και τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας της εποχής. Γεγονός που έμελλε αναπόφευκτα να το μεταβάλει από κράτος, διαχειριστή της ελευθερίας της ελληνικής κοινωνίας, σε κράτος νομέα του εθνικού συμφέροντος, δηλαδή σε κράτος πολιτικής κατοχής.
Θα υποστηρίξω επίσης ότι η αποσπασματική προσέγγιση του μικρασιατικού ζητήματος αφήνει κατά μέρος διαστάσεις του οι οποίες συνέχονται τελικά με την ουσία του, δηλαδή με το διακύβευμά του.
Η μικρασιατική καταστροφή αναδεικνύει έναν μείζονα συμβολισμό, ο οποίος περιέχει θεμελιωδώς μια ελληνική πτυχή, αλλά και μια διάσταση κοσμοϊστορικού γεγονότος: συμβολίζει το τέλος ενός ελληνισμού, ο οποίος από τους κρητομυκηναϊκούς χρόνους συγκροτήθηκε ως ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα -που ενσάρκωσαν οι ελληνικές κοινωνίες των πόλεων/κοινών- και την επισφράγιση της ολοκληρωτικής μετάβασης στο εθνοκρατικού τύπου ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα που έμελε να κυριαρχήσει στο σύνολο του πλανήτη.
Η συνάντηση του ελληνισμού με τον κόσμο της Εσπερίας διέρχεται ακριβώς από τη διαδικασία της μετακένωσης του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού στις ευρωπαϊκές κοινωνίες και στη μετάλλαξή του από τη μικρή στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα.
Από την άποψη αυτή, η μικρασιατική καταστροφή σηματοδοτεί επίσης την κατάληξη της «προσαρμογής» του ελληνικού κόσμου στις συνθήκες της νέας εθνοκρατικής κοσμοσυστημικής τάξης.
Η διαδικασία αυτή, που αρχίζει πολύ πριν από την Ελληνική Επανάσταση, διέρχεται από έναν συνυπαρξιακό δυισμό μεταξύ του οικουμενικού ελληνισμού και του εθνοκρατικού του μορφώματος και κλείνει με το ξερίζωμα των ελληνικών κοινωνιών της Μικρασίας.
Θα χρειασθεί ακριβώς ένας αιώνας για να αποδομηθεί οριστικά ο κοσμοσυστημικός ή οικουμενικός ελληνισμός.
Η πορεία προς την αποδόμηση των κοσμοσυστημικών παραμέτρων του ελληνισμού, θα αποτελέσει μια εξαιρετικά επώδυνη διαδικασία γιατί, πέραν των δραματικών της προεκτάσεων, θα σημάνει επίσης την δραματική του συρρίκνωση και συνάμα την ολοκληρωτική ανθρωποκεντρική του οπισθοδρόμηση.
Όντως, το μεν νεοελληνικό κράτος –το νεοτερικό κράτος εντέλει- θα αποδειχθεί τραγικά ελλειμματικό σε ό,τι αφορά στις ελευθερίες που ήταν έτοιμο να συνομολογήσει στην κοινωνία, η δε μικρασιατική καταστροφή έμελλε να θέσει τον ελληνισμό οριστικά στο περιθώριο του διεθνούς συστήματος.
Την ώρα που οι νικητές του μεγάλου πολέμου ανασχεδίαζαν τον χάρτη του διεθνούς συστήματος με κεντρικό συντελεστή τον ελληνισμό, οι δυνάμεις της κομματοκρατίας αγωνίζονταν μέχρις εσχάτων για τη διατήρηση της πολιτικής τους ηγεμονίας που διερχόταν ιστορικά από το δόγμα της «μικράς πλην εντίμου Ελλάδος».
Η εξέλιξη αυτή «προς την μικράν πλην έντιμον Ελλάδα» θα συντελεσθεί σε δυο στάδια: το πρώτο αποδίδει η παταγώδης αποτυχία του προτάγματος της Ελληνικής Επανάστασης.
Δεν έχει προσεχθεί ότι το πρόταγμα της Επανάστασης, όπως διατυπώθηκε από τους πρωτουργούς του (τον Ρήγα, τη Φιλική Εταιρία, τον Υψηλάντη κλπ) απέβλεπε ουσιαστικά στην πολιτική ανασύνταξη του ελληνισμού με την υποκατάσταση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δηλαδή με πολιτειακό όχημα την οικουμενική κοσμόπολη και συνεκτική συνιστώσα την ιδέα του έθνους-κοσμοσυστήματος.
Το δεύτερο στάδιο άρχεται με τη διακήρυξη της Μεγάλης Ιδέας, η οποία προτάσσει ως ζητούμενο το έθνος-κράτος που παρήγαγε η δυτική Ευρώπη κατά την έξοδό της από τη φεουδαρχία. Στο κράτος αυτό θα ενσωματωνόταν τα εδάφη στα οποία κατοικούσαν, κατά το ουσιώδες, ελληνικοί (ή ελληνίζοντες) πληθυσμοί.
Η διαφορά μεταξύ των δυο αυτών εθνικών προταγμάτων -της οικουμενικής κοσμόπολης και του εθνοκρατικού της Μεγάλης Ιδέας- είναι καθόλα θεμελιώδης: το ένα, εδράζεται στην ελληνική σταθερά που συμπυκνώνει η κοσμοσυστημική συγκρότηση του ελληνισμού και, συνακόλουθα, η ιδέα του έθνους-κοσμοσυστήματος.
Το έθνος αυτό περιλαμβάνει όλους όσους συμμετέχουν της ελληνικής (ανθρωποκεντρικής) παιδείας, που εγκολπώνονται επομένως μια κοινή ιστορία, έναν κοινό τρόπο του βίου, κοινές αξίες και, επέκεινα, ένα κοινό μέλλον.
Το ελληνικό έθνος-κοσμοσύστημα, κατά τον Ρήγα, τον Νεόφυτο Δούκα, τους Φαναριώτες, την εκκλησία και φυσικά τους πρωτουργούς της Επανάστασης, περιλαμβάνει στους κόλπους του όλους τους λαούς της Βαλκανικής και της Μικρασίας -κατά ορισμένους και μια φωτισμένη μερίδα των Τούρκων- που συστεγάζονται στο αξιακό του σύστημα ή που εμπίπτουν, υπό μια άλλη έννοια, στην «πολιτειακή» δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Οι κοινωνίες του έθνους αυτού καλούνται να στεγασθούν στο (προσαρμοσμένο στις νέες συνθήκες) πολιτειακό πρόταγμα της οικουμενικής κοσμόπολης, υπό την οποία έζησε ο ελληνισμός από τους ελληνιστικούς χρόνους, στον ιστορικό ζωτικό του χώρο.
Το κράτος της κοσμόπολης συγκροτείται στη βάση μιας πολυ-πολιτειακής αντίληψης, που έχει ως υπόβαθρο το σύστημα των κοινών/πόλεων και κεντρικό ενοποιό της επικράτειας πολιτικό σύστημα.
Με διαφορετική διατύπωση, η πολιτεία της οικουμενικής κοσμόπολης συνδυάζει τη δημοκρατική κοινωνία των πόλεων/κοινών με ένα επίσης δημοκρατικά αρθρωμένο κεντρικό πολιτικό σύστημα.
Ώστε, το κράτος της κοσμόπολης δεν ενσαρκώνει το πολιτικό σύστημα, δεν είναι πολιτικά κυρίαρχο, αντιμετωπίζει την κοινωνία ως συστατικό του μέρος, δεν την εγκιβωτίζει στην ιδιωτική σφαίρα.
Σε καμιά περίπτωση οι Έλληνες της οθωμανοκρατίας –ενοίς και οι Έλληνες της Μικρασίας- δεν είχαν κατά νουν να απομιμηθούν το ημι-δεσποτικό κράτος που ρίζωνε δειλά-δειλά στις δυτικο-ευρωπαϊκές κοινωνίες ούτε πολλώ μάλλον να διακινδυνεύσουν την θέση τους στον κόσμο για να απολήξουν στο κράτος της Πελοποννήσου και των «περιχώρων» του.

Το πρόταγμα που εγκολπώνεται η Μεγάλη Ιδέα, αντιλαμβάνεται το έθνος κατά το ιδίωμα που άρχισε να αναδεικνύεται την περίοδο αυτή μεταξύ των ανθρωποκεντρικών θυλάκων της εξερχόμενης από τη φεουδαρχία Δυτικής Ευρώπης.
Αντιμετώπιζαν δηλαδή το έθνος ως ταυτολογικά ισοδύναμο του κράτους.
Ώστε, η μετάβαση από το έθνος-κοσμοσύστημα στο έθνος-κράτος καταγράφονται δυο τουλάχιστον θεμελιώδεις αλλαγές που θα αποδειχθούν καταλυτικές για το μέλλον του ελληνισμού:
η μια, αφορά στον αναστοχασμό του έθνους, το οποίο εφεξής θα προσλαμβάνεται με καθαρά εθνοτικούς όρους.
Η άλλη, προκρίνει, αντί της πολυ-πολιτειακής κοσμόπολης, το ενιαίο και πολιτικά κυρίαρχο κράτος και, μάλιστα, το ομόλογο ημι-δεσποτικό πολιτειακό μόρφωμα της απόλυτης μοναρχίας, το οποίο εισάγει ως προϋπόθεση τον εξοβελισμό της κοινωνίας από το πολιτικό σύστημα.
Στην πραγματικότητα, από το έθνος της (χειράφετης) κοινωνίας θα οδηγηθούμε στο έθνος (προσάρτημα) του κράτους.

Η διακήρυξη της Μεγάλης Ιδέας ως του νέου εθνικού σκοπού του νεοελληνικού κράτους δεν θα εξαλείψει το ζήτημα που ανέδειξε η συνύπαρξή του με τον οικουμενικά διατεταγμένο ελληνισμό.
Η συζήτηση για το εθνικό κέντρο (την Κωνσταντινούπολη ή την Αθήνα) μαρτυρεί δυο τινά:
ότι ο ελληνισμός της οικουμένης διατηρεί μια καίρια παρουσία στο έδαφος τριών αυτοκρατοριών -της οθωμανικής, της ρωσικής, της αυστρουγγρικής- ενώ την ίδια στιγμή το νεοελληνικό κράτος έθνος αδυνατεί να δημιουργήσει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα απέναντί του -να πείσει ότι έχει τη βούληση και είναι ικανό- να αναλάβει την ηγεσία του και να τον εκφράσει.
Και, συγχρόνως, ότι το νεοελληνικό/νεοτερικό κράτος, καθώς υπολείπεται σαφώς σε σχέση με την ανθρωποκεντρική επιφάνεια της ελληνικής κοινωνίας, θα οικοδομηθεί πέραν αυτής, χωρίς αντιστοιχία με τις κοινωνικο-οικονομικές, πολιτικές και εθνικές της προσδοκίες.
Η άρχουσα τάξη θα εκλάβει το κράτος ως λάφυρο και θα το χρησιμοποιήσει αναλόγως για να ηγεμονεύσει της ελληνικής κοινωνίας.
Η τελευταία, εγκιβωτισμένη εντέλει στο πολιτειακό του σύστημα, θα καταδικασθεί σε ένα ασφυκτικό καθεστώς χειραγώγησης και καθυστέρησης.
Με βάση τα πεπραγμένα του, δεν θεωρώ υπερβολική τη διατύπωση ότι το ελληνικό εθνικό κράτος θα λειτουργήσει εντέλει ως κράτος πολιτικής κατοχής επί της κοινωνίας, με όχημα την κομματοκρατία και την πελατειακή εξατομίκευση.
Θα μεταβληθεί όμως σε ξένο σώμα και έναντι του οικουμενικού ελληνισμού, ο οποίος θα αξιολογηθεί ως μείζων απειλή για την άρχουσα τάξη.
Αρκεί να υπενθυμίσω, εν είδει επιχειρήματος, τον νόμο περί των ετεροχθόνων.
Για τις Δυνάμεις το κράτος αυτό θα αποτελέσει επί μακρόν το ιδεώδες υπομόχλιο για την αποδόμηση του οικουμενικού/κοσμοσυστημικού ελληνισμού, ο οποίος λειτουργούσε ανταγωνιστικά στα συμφέροντα τους, δηλαδή για τη διείσδυσή τους στην ευρύτερη περιοχή.
Η επισήμανση αυτή έχει κεφαλαιώδη σημασία διότι εξηγεί γιατί στον πολιτικό λόγο της άρχουσας τάξης –της κομματοκρατίας- προβάλει ως σταθερά η σαφής διάσταση μεταξύ του διακηρυγμένου εθνικού προτάγματος –της Μεγάλης Ιδέας- και της πολιτικής πράξης.
Η διακήρυξη της Μεγάλης Ιδέας υπηρέτησε αποκλειστικά εσωτερικούς πολιτικούς σκοπούς και, συγκεκριμένα, την πολιτική νομιμοποίηση μιας άρχουσας τάξης, η οποία σε καμιά περίπτωση δεν πίστεψε ή, μάλλον, δεν θέλησε να υπηρετήσει την εθνική ολοκλήρωση.
Το κράτος της πολιτικής κυριαρχίας προσέφερε στους νομείς του ένα αποκλειστικό προνόμιο που δεν το διέθεταν προφανώς κατά τη διάρκεια της οθωμανοκρατίας διότι προσέκρουε στο ανάχωμα των κοινών/πόλεων, όπου ο κοινός λαός κατείχε μια συστατική θέση στην πολιτεία.
Οι φορείς της απεχθούς, όπως την χαρακτηρίζει ο Βικέλας, βουλευτοκρατίας, γνώριζαν καλά ότι εάν ο οικουμενικός ελληνισμός ενσωματωνόταν στον κορμό του νεοελληνικού κράτους –εάν δηλαδή επεκτείνονταν τα εδαφικά του όρια ώστε να συμπεριλάβει τα μεγάλα αστικά κέντρα του ελληνισμού- η θέση που θα άρμοζε στο «ύψος» τους θα ήταν ανάλογη ενός προέδρου αγροτικής ή ορεινής κοινότητας.



Έχει ενδιαφέρον να σταθούμε για λίγο στα γεγονότα που οδήγησαν στην τραγωδία του «1897».
Υπό την πίεση της ελληνικής κοινωνίας, η οποία ήταν εμποτισμένη με την ιδέα της εθνικής ολοκλήρωσης, σύσσωμη η πολιτική ηγεσία (πρωτοστατούντος του θρόνου) κήρυξε τον πόλεμο στην Οθωμανική αυτοκρατορία με τη βεβαιότητα ότι οι Δυνάμεις θα σταματούσαν αυτοστιγμεί τις εχθροπραξίες και έτσι αυτές μεν θα εισέπρατταν το κόστος, οι δε τη δόξα.

Είναι ιστορικά βεβαιωμένο ότι το ελληνικό κράτος εισήλθε στον πόλεμο χωρίς να έχει επεξεργασθεί πολιτικές για την εθνική ολοκλήρωση ούτε φυσικά να έχει μεριμνήσει το αυτονόητο, να υφάνει στρατηγικές συμμαχίες με τις Δυνάμεις που θα επέτρεπαν την εμπραγμάτωσή της.
Αντιθέτως, οι νομείς του χρησιμοποίησαν τις Δυνάμεις ως άλλοθι για να αιτιολογήσουν το ανέφικτο του εγχειρήματος.
Από πουθενά δεν προκύπτει, επίσης, ένα σχέδιο συστράτευσης, και κατ’επέκταση, προετοιμασίας ανάλογης με το μέγεθος του εγχειρήματος, του κράτους και του οικουμενικού ελληνισμού για τον κοινό σκοπό.
Η ίδια η χώρα, 70 περίπου χρόνια μετά την απελευθέρωσή της, δεν διέθετε στρατόπεδο εκπαίδευσης, ο οπλισμός ήταν αρχέγονος, οι στρατιώτες πολεμούσαν ρακένδυτοι και ξυπόλυτοι, οι αξιωματικοί δεν γνώριζαν καν να ιππεύσουν στα άλογα.
Δημ. Βικέλας μαρτυρεί ότι στο μέσον του πολέμου ο αρμόδιος υπουργός των ναυτικών ασχολείτο προσωπικά με την καταγραφή των ρουσφετιών της εκλογικής του πελατείας και αγνοούσε που ευρίσκετο ο στόλος.

Η περίοδος από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους έως το τέλος του 19ου αιώνα συμπυκνώνει τον απολογισμό μιας πρωτοφανούς κατασπατάλησης των δυνάμεων του ελληνισμού.
Το κράτος αυτό ζούσε ως παράσιτο κατατρώγοντας τις σάρκες του ελληνισμού, ο οποίος εντούτοις, τουλάχιστον μέχρι την πρώτη δεκαετία του β’ ημίσεως του 19ου αιώνα, εμφανιζόταν ως ο μόνος κληρονόμος της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Δεν έδειξε να «συγκινείται» ούτε μετά τη δραματική στροφή της Ρωσίας προς τον πανσλαβισμό και την υποκίνηση εθνικών κινημάτων στα Βαλκάνια, η οποία μετέβαλε άρδην τους συσχετισμούς σε βάρος του ελληνισμού, θέτοντας σε κίνδυνο και αυτήν ακόμη την ύπαρξή του.
Ο Ντοστογέφσκυ, είκοσι χρόνια μετά την απόσχιση της Βουλγαρίας από την «πολιτεία» του Οικουμενικού Πατριαρχείου (το 1876), θα αποδώσει με πολύ παραστατικό τρόπο την απώλεια της ιστορικής ευκαιρίας του ελληνισμού να μεταβάλει την οικονομική, πολιτισμική και πνευματική του υπεροχή σε πολιτική ηγεμονία στην ευρύτερη περιοχή: «…πέρασε πια ο καιρός όπου οι Γραικοί, λαός απείρως λεπτότερος από τους χονδροειδείς/απολίτιστους γερμανούς, λαός με ασυγκρίτως περισσότερα κοινά στοιχεία από ό,τι οι εντελώς ανόμοιοί μας Γερμανοί, λαός πολυπληθής και αφοσιωμένος, […..] θα μπορούσαν να είχαν επικρατήσει στα πολιτικά πράγματα της Ρωσίας»…
Εντούτοις, μετά τη στροφή της Ρωσικής πολιτικής προς τον πανσλαβισμό και την φιλοδοξία της να παίξει αυτοτελώς, δηλαδή χωρίς τους Έλληνες, έναν ηγεμονικό ρόλο στην περιοχή, αφού διευκρινίζει ότι «ο σλαβισμός χωρίς τη Ρωσία θα εξαντλείτο στην πάλη του με τους Έλληνες» δηλώνει απερίφραστα: «Το να αφήσουμε [εφεξής] την Κωνσταντινούπολη κληρονομιά μονάχα των Ελλήνων, είναι πλέον αδύνατον. Δεν μπορούμε να τους παραχωρήσουμε ένα τόσο σημαντικό σημείο της οικουμένης….» ούτε προφανώς την ηγεσία της ορθοδοξίας.
Τα γεγονότα του 1897 ήρθαν να επιβεβαιώσουν κάτι χειρότερο: ότι οι κάτοχοι του κράτους ήσαν έτοιμοι να διακινδυνεύσουν όχι μόνο την ύπαρξη του οικουμενικού ελληνισμού αλλά και να επαναφέρουν και αυτές ακόμη τις απελεύθερες χώρες των Ελλήνων υπό την οθωμανική κυριαρχία.




Η δυναμική που οδήγησε στο κίνημα του 1909 εκκολάφθηκε σταδιακά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα μεταξύ των Ελλήνων που διέκριναν ότι τα σύννεφα των βαλκανικών εθνικισμών θα οδηγούσαν αναπότρεπτα στην ουσιαστική ακύρωση της Μεγάλης Ιδέας.
Διευκρινίζω ευθύς εξ αρχής ότι το μικρασιατικό εγχείρημα αποτελεί την τελευταία πράξη της προσπάθειας για τη μερική ανατροπή του αποτελέσματος της κατάκτησης που ολοκληρώθηκε το 1453.
Κατά τούτο, στο μέτρο που εγγράφεται ως στοιχείο του προτάγματος της εθνικής ολοκλήρωσης αποτελεί την συνέχεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821.
Από την άλλη, το αποτέλεσμα του εγχειρήματος αυτού αποδίδει τα όρια της αναγεννητικής απογείωσης που πέτυχαν να κινητοποιήσουν οι δυνάμεις που μάχονταν την κομματοκρατία.
Όρια που συνέχονται με εσφαλμένες οπωσδήποτε επιλογές (πχ η διατήρηση του θρόνου, οι εκλογές του Βενιζέλου κ.α.), οι οποίες επέτρεψαν στον παλαιοκομματικό κόσμο να ανασυνταχθεί και να ορθώσει το ανάστημά του ενάντια στην ίδια την πολιτική της εθνικής ολοκλήρωσης (ο Μεταξάς, ο Γούναρης κ.α.) και όχι μόνο στις δυνάμεις που διακινούσαν το πρόταγμά της.
Τη στιγμή που ο Ελευθέριος Βενιζέλος, με τους διπλωματικούς χειρισμούς του και την απόβαση στα μικρασιατικά παράλια, μεγιστοποιούσε την ικανοποίηση των ελληνικών συμφερόντων και διαφαινόταν σαφώς ότι οι δυνάμεις που εξέφραζαν το έθνος της κοινωνίας θα εξασφάλιζαν την εσωτερική πολιτική ηγεμονία, οι φορείς της κομματοκρατίας και ο θρόνος (με τη συνηγορία και της κομμουνιστικής Αριστεράς) διακήρυσσαν την ιδεολογία της «μικράς πλην εντίμου Ελλάδος», την επιστροφή «οίκαδε» και βύθιζαν τη χώρα σε ένα μέχρι θανάτου διχασμό.

Ο Διχασμός δεν εκφράζει, όπως διδάσκεται, αντίθετες πολιτικές, αποδίδει την αντίθεση δυο κόσμων:
του κράτους της κομματοκρατίας που κατείχε και λυμαινόταν την ελληνική κοινωνία
και των δυνάμεων που προέτασσαν την ανασύνταξη του εθνικού κράτους έτσι ώστε οι πολιτικές του να παρακολουθούν εκ του σύνεγγυς τις κοινωνικές, οικονομικές και εθνικές προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας.

Αξίζει να προσεχθεί η διαφορά στην αντιμετώπιση του εθνικού προτάγματος από τις δυνάμεις της κομματοκρατίας: Πριν από το 1909 διακινούσαν το πρόταγμα της Μεγάλης Ιδέας διότι έλεγχαν μονοσήμαντα το κράτος και, επομένως, τις πολιτικές που θα οδηγούσαν σε μια μη ελεγχόμενη ενσωμάτωση νέων χωρών στην ελληνική επικράτεια.
Προφανώς η στάση τους αυτή υπαγορευόταν από το γεγονός ότι δεν ήθελαν μια Ελλάδα που δεν θα έλεγχαν οι ίδιοι. Εξού και οι εδαφικές επεκτάσεις που συνέβησαν κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα ήσαν λελογισμένες και ιδίως αποτέλεσμα της συγκυρίας, όχι μιας οργανωμένης προσπάθειας του κράτους.
Από τη στιγμή όμως που το κράτος περιήλθε στις δυνάμεις της εθνικής ανασύνταξης δεν δίστασαν να αποκηρύξουν ευθέως την εθνική ολοκλήρωση και να καλέσουν την τραυματισμένη από την μακρόχρονη πολεμική προσπάθεια ελληνική κοινωνία να εγκαταλείψει το εθνικό εγχείρημα.

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο ελληνισμός στη Μικρά Ασία ηττήθηκε στο εσωτερικό μέτωπο του κράτους.
Το πολεμικό μέτωπο κατέρρευσε από την εσωτερική υπονόμευση του εγχειρήματος, όχι από τις «λεγεώνες» του Κεμάλ.
Παρόλον ότι το εσωτερικό μέτωπο είχε διαρραγεί και το όλο εγχείρημα υπονομευόταν συστηματικά από τις δυνάμεις της κομματοκρατίας, συνομολογείται, ουσιαστικά από όλους, η εφικτότητα του εγχειρήματος.
Η απορία που διατυπώνουν οι σύγχρονοι μελετητές εστιάζεται ακριβώς στο γιατί της ελληνικής ήττας για να καταλήξουν ότι υπήρξε το αποτέλεσμα της πολιτικής επικράτησης των δυνάμεων της κομματοκρατίας και του θρόνου.
Ο τότε βρετανός πρωθυπουργός Λόυδ Τζώρτζ θα συμπυκνώσει με ευθύβολο τρόπο την πραγματικότητα: «Τίποτε λιγότερο της προδοσίας από την ελληνική πλευρά, ή ανικανότητας που ισοδυναμεί με προδοσία, δεν θα ήταν δυνατόν να καταστήσει τους Τούρκους της Ανατολίας ικανούς να επιδράμουν στη Σμύρνη και να ρίξουν τους Έλληνες στη θάλασσα!».



4.Όλα τα στοιχεία δείχνουν ότι το εγχείρημα της εθνικής ολοκλήρωσης στη Μικρασία ήταν αντικειμενικά εφικτό και, οπωσδήποτε, πολύ πιο εύκολο από το αντίστοιχο εγχείρημα της Επανάστασης του 1821.
Το Οθωμανικό κράτος είχε πια εκπέσει εντελώς, δεν συγκρινόταν με την ακόμη κραταιά οθωμανική αυτοκρατορία των αρχών του 19ου αιώνα.
Ο Κεμάλ δεν απευθυνόταν ακόμη σε μια ομοιογενή εθνοτικά και εθνικά προσανατολισμένη τουρκική κοινωνία και ομολογημένα δεν διέθετε επαρκείς δυνάμεις για να αντιμετωπίσει την ελληνική στρατιωτική παρουσία.
Ακόμη και σήμερα το ερώτημα «γιατί οι ελληνικές δυνάμεις που υπερτερούσαν αριθμητικά και δεν ήταν πολύ χειρότερα εξοπλισμένες από τα στρατεύματα του Κεμάλ, οδηγήθηκαν σ’αυτή την καταστροφική ήττα» , δεν μπορεί να απαντηθεί με στρατιωτικούς όρους.
Το κυριότερο ωστόσο είναι ότι οι διεθνείς συσχετισμοί ήσαν σαφώς ευνοϊκοί για την Ελλάδα της μικρασιατικής εκστρατείας, πράγμα που δεν ήταν για την ελληνική επανάσταση.
Ο Κεμάλ ήταν δραματικά απομονωμένος στο διεθνές πεδίο, κατά τρόπο που διαφαίνετο σαφώς ότι η εμμονή του στην αμφισβήτηση της συνθήκης των Σεβρών θα οδηγούσε στην αναθεώρησή της επί τα χείρω για την τουρκική πλευρά.
Οι Δυνάμεις είχαν πια αποφασίσει τη διάλυση και όχι την ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας και μάλιστα είχαν επιλέξει την Ελλάδα ως τον προνομιακό συντελεστή και μεγάλο επικαρπωτή της νέας τάξης.
Η Ελλάδα της Συνθήκης των Σεβρών ήταν εντολοδόχος της Αντάντ για την εφαρμογή της και προορίζετο να αναλάβει ρόλο περιφερειακής δύναμης στη νοτιοανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο.
Επιπλέον, ο ελληνισμός του 1919 είχε ως αφετηρία του εγχειρήματός του ένα εθνικό κράτος, δεν ενεργούσε ως απόβλητος, επαναστατικώ δικαίω, στο εσωτερικό του κράτους-κατακτητή. Πράγμα που σημαίνει ότι δια του κράτους είχε την ευχέρεια να κινητοποιήσει με συντεταγμένο τρόπο και τους ελευθερούμενους πληθυσμούς.
Το εγχείρημα της εθνικής ολοκλήρωσης διέθετε, τη φορά αυτή, διεθνή νομιμοποίηση, καθόσον εντασσόταν στο πλαίσιο της αρχής των εθνοτήτων, δεν βρισκόταν αντιμέτωπο με την κυρίαρχη οπτική μιας Ιεράς Συμμαχίας, όπως το 1821.
Τέλος για πρώτη φορά ο οικουμενικός ελληνισμός, αντιμέτωπος με την απειλή της γενοκτονίας και τα εθνικιστικά κινήματα στη Βαλκανική, αντιμετώπιζε τόσο θετικά την προοπτική της ενσωμάτωσής του στον κορμό του εθνικού κράτους.
Στον αντίποδα, θα έλεγα ότι το μικρασιατικό εγχείρημα ήταν και αναπόφευκτο. Έγινε αναπόφευκτο από τη στιγμή που η επικράτηση των Νεοτούρκων συνδυάσθηκε με τη στρατηγική επιλογή να εφαρμοσθεί μια γενικευμένη πολιτική εθνοκάθαρσης και, ενδεχομένως, γενοκτονίας.
Η πολιτική αυτή είχε ήδη, πριν από την ελληνική επέμβαση στη Μικρασία, δημιουργήσει ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τον μικρασιατικό και τον θρακικό ελληνισμό.
Ο τελευταίος όφειλε εφεξής να επιλέξει είτε την εξορία είτε την φυσική του εξόντωση.
Θα προσέθετα, μάλιστα, ότι η ενσωμάτωση στον εθνικό κορμό του οικουμενικού ελληνισμού θα ήταν σωστική για το ίδιο το ελληνικό κράτος, δεδομένου ότι θα μετέβαλε άρδην την φυσιογνωμία του.
Όντως, ο ελληνισμός της Μικρασίας και της Θράκης διέθετε ακμαία αστικά κέντρα, μια αστική, κοινωνική, πνευματική και πολιτισμική ιδιοσυστασία με οικουμενικά χαρακτηριστικά, ανθρωποκεντρικά ολοκληρωμένους θεσμούς και φυσικά μια κορυφαία θέση στον ευρύτερο γεωπολιτικό χώρο.
Η προοπτική αυτή δεν ήταν άγνωστη στις δυνάμεις της εθνικής ανάταξης του ελληνισμού, των οποίων η μνήμη ανακαλούσε την τραγωδία του 1897 και την υπέρβαση του 1909, με ορατά ήδη τα αποτελέσματα της ενσωμάτωσης των νέων χωρών στον εθνικό κορμό κατά τους πολέμους του 1912-13.

Όσοι επικαλούνται το ανέφικτο του εγχειρήματος προκειμένου να εξαγνισθούν οι πρωταίτιοι της καταστροφής με την αποκατάστασή τους, προσάπτουν στο Βενιζέλο την ευθύνη της διαχείρισης στο διεθνές πεδίο.
Παρακάμπτουν εντούτοις το ουσιώδες, ότι δηλαδή ο Βενιζέλος υπήρξε ο αρχιτέκτονας του της Συνθήκης των Σεβρών.
Εννοώ μ’αυτό ότι ναι μεν η διεθνής συγκυρία ήταν ευνοϊκή για τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, όμως αυτό ουδόλως σημαίνει ότι εντολοδόχος του διακυβεύματος και επικαρπωτής της κληρονομιάς θα ήταν νομοτελειακά η Ελλάδα. Η επιλογή της Ελλάδας να πρωταγωνιστήσει στο εγχείρημα αυτό και ως εκ τούτου να ικανοποιήσει τα «δίκαια ελληνικά συμφέροντα», όπως συνήθιζε να λέει ο Βενιζέλος, οφείλεται αποκλειστικά σ’αυτόν.
Ο Βενιζέλος έπεισε με την πολιτική του τις Δυνάμεις ότι η Ελλάδα μπορεί να καλύψει το κενό που θα άφηνε η οθωμανική αυτοκρατορία και κατά τρόπο που θα εξυπηρετούσε πλήρως τα συμφέροντα τους στην ευρύτερη περιοχή.
Παραβλέποντας το γεγονός αυτό οι «επικριτές» του θα υποστηρίξουν ότι ο Βενιζέλος δεν φρόντισε να λάβει επαρκείς εγγυήσεις από τις Δυνάμεις.
Πέραν του ότι ο ισχυρισμός αυτός συλλαμβάνεται να αγνοεί πως διαμορφώνεται το πλέγμα των διεθνών σχέσεων, θα έλεγα ότι το μόνο που δεν αντιτείνει στον Βενιζέλο είναι ότι δεν αξίωσε από τις Δυνάμεις να απελευθερώσουν εκείνες τον μικρασιατικό ελληνισμό και να τον αποδώσουν ασφαλή στο ελληνικό κράτος.
Δεν συνειδητοποιούν όμως ότι με το επιχείρημα αυτό προσάπτεται, κατ’αναλογίαν, στον Υψηλάντη ότι κήρυξε την επανάσταση χωρίς να λάβει προηγουμένως «επαρκείς» εγγυήσεις από τη Ρωσία και τις άλλες Δυνάμεις, στον Κολοκοτρώνη ότι προσήλθε σ’αυτήν με την ίδια «ανευθυνότητα» και ούτω καθεξής.
Υπό το πρίσμα αυτό, η ευθύνη των Υψηλάντη και Κολοκοτρώνη είναι εν προκειμένω μεγαλύτερη από εκείνη του Βενιζέλου, αφού αυτοί μεν εξέθεταν τον ελληνισμό σε απείρως μεγαλύτερη θα έλεγα χωρίς όρια δοκιμασία και με δεδομένη την αντίθεση των Δυνάμεων της εποχής, ενώ ο τελευταίος διέθετε τουλάχιστον κράτος ελληνικό, ικανό να υποστηρίξει το εγχείρημά του σε μια στιγμή που η οθωμανική εξουσία έπνεε τα λοίσθια.

Συμπέρασμα:
Τελικά, η επιλογή της μη διακινδύνευσης που υποκρύπτει το επιχείρημα των εγγυήσεων οδηγεί στο αδήριτο συμπέρασμα ότι θα ήταν φρονιμότερο για τον ελληνισμό να είχε παραμείνει υπόδουλος.
Η άποψη αυτή συναντάται σήμερα με μια σχετική επιστροφή των νοσταλγών της οθωμανικής πολιτικής στέγης με το επιχείρημα ότι έτσι θα διασωθεί ο ελληνισμός από την αδηφάγα και υλιστική Δύση ή και από τον εαυτό του.
Αξίζει στο σημείο αυτό να σταθούμε για λίγο στο ζήτημα της διαχείρισης του μικρασιατικού ζητήματος.
Όντως μέχρι την αποχώρηση του Βενιζέλου από την εξουσία ουδεμία υπαναχώρηση του διεθνούς παράγοντα επισημαίνεται, παρά τις αλλαγές που σημειώνονται στο εσωτερικό πολιτικό σκηνικό των Δυνάμεων.
Μάλιστα, όπως όλα δείχνουν, οι Δυνάμεις και ιδίως η Αγγλία, έτειναν να προσχωρήσουν στη στρατηγική επιλογή του Βενιζέλου να συμπράξουν για την αντιμετώπιση του κεμαλικού κινήματος.
Το σχέδιο του Βενιζέλου προς την κατεύθυνση αυτή ήταν πολυσήμαντο: συνδύαζε την ανάληψη στρατιωτικών επιχειρήσεων με μια ριζική αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών εις βάρος της Τουρκίας που αναμενόταν να οδηγήσει είτε τη συνθηκολόγηση είτε την υποταγή του Κεμάλ στις επιταγές των Δυνάμεων.
Το σχέδιο αυτό προϋπέθετε τη συνέργεια των Δυνάμεων, πράγμα που καθόλες τις ενδείξεις ο Βενιζέλος την είχε ήδη επιτύχει.
Τι προέβλεπε το σχέδιο αυτό;
Την ανάληψη συνδυασμένης επιχείρησης του ελληνικού στρατού ο οποίος μέσα σε ένα μήνα θα καταλάμβανε την Άγκυρα (προσωρινά για έξι μήνες προκειμένου να οργανωθεί η νέα τουρκική διοίκηση) και τον Πόντο, με την κάλυψη των μετόπισθεν από τους Βρετανούς, οι οποίοι θα συνέβαλαν και στην οικονομική στήριξη του εγχειρήματος.
Η επιχείρηση αυτή θα οδηγούσε στη δημιουργία δυο νέων κρατών -του Πόντου και της Κωνσταντινούπολης/Στενών- τα οποία μαζί με τις πρόνοιες της Συνθήκης των Σεβρών θα ύφαιναν ένα ασφυκτικό περιβάλλον για τον Κεμάλ, θα τον υποχρέωναν να συμβιβασθεί και θα ακύρωναν για το μέλλον κάθε απειλή από το νέο τουρκικό κράτος.
Είναι προφανές ότι ο Βενιζέλος αντιμετώπιζε το μικρασιατικό εγχείρημα με γεωπολιτικούς και όχι με στενά στρατιωτικούς όρους. «Τα στρατιωτικά ζητήματα, έλεγε, είναι κατ’εξοχήν πολιτικά ζητήματα»… «Εγώ, θα υποσημειώσει, δεν υπολόγισα ποτέ στις δυνάμεις του στρατού για να κρατήσομε τα σύνορά μας, αλλά στις συμμαχίες και στα γενικά ευρωπαϊκά συμφέροντα..» .



5.Στον αντίποδα, η επάνοδος στην εξουσία της παράταξης, που μάχονταν την πολιτική επιλογή του Βενιζέλου, θα ανατρέψει άρδην τα στρατηγικά δεδομένα πάνω στα οποία είχε στηριχθεί η εντολή των συμμάχων προς την Ελλάδα και, θα έλεγα, η απόφασή τους να οικοδομήσουν μια νέα διεθνή τάξη στην περιοχή με τη διάλυση της οθωμανικής αυτοκρατορίας.
Εφεξής οι Δυνάμεις είχαν απέναντι τους δεδηλωμένους εχθρούς, οι οποίοι παρόλες τις προσπάθειες να εξευμενίσουν τους συμμάχους δεν διέθεταν ούτε το ανάστημα ούτε την έξωθεν καλή μαρτυρία για να πείσουν ότι η Ελλάδα υπό την ηγεσία τους ήταν αξιόπιστος εκπρόσωπος των συμφερόντων τους.
Θα ήταν, επομένως, παράλογο, υπό το πρίσμα των διεθνών σχέσεων, να αναμένει κανείς να συνεχίσουν να υποστηρίζουν μια δυνάμει εχθρική προς τα συμφέροντά τους Ελλάδα, σε μια κατεξοχήν στρατηγική περιοχή του πλανήτη.
Όπως θα παρατηρηθεί, «οι σχέσεις ήταν τόσο κακές, ώστε οι κυβερνήσεις της Γαλλίας και της Βρετανίας απαγόρευσαν ακόμη και τις κοινωνικές σχέσεις των πρέσβεών τους στην Αθήνα με τα Ανάκτορα, ενώ ούτε η τυπική επίδοση των διαπιστευτηρίων προς τον Κωνσταντίνο έγινε ποτέ» .
Συγχρόνως, η διεθνής απομόνωση της Ελλάδας θα την αποστερήσει την αναγκαία εξωτερική οικονομική βοήθεια ενώ οι νέοι της ιθύνοντες θα αποδειχθούν εντελώς απαράσκευοι για το μέγεθος του εγχειρήματος.
Πρώτη τους ενέργεια, αμέσως μετά την κατάληψη της εξουσίας, ήταν να αντικαταστήσουν τους έμπειρους αξιωματικούς με άλλους πιστούς στο καθεστώς. Τέλος, πρέπει να συνεκτιμηθεί το γεγονός ότι οι αντίπαλοι του Βενιζέλου δεν διέθεταν την αναγκαία για τις περιστάσεις ηθική νομιμοποίηση, προκειμένου να ηγηθούν του εγχειρήματος αφού μέχρι τότε διακήρυσσαν το δόγμα της «μικράς πλην εντίμου Ελλάδος» και καλούσαν το λαό να εγκαταλείψει το μέτωπο.
Στο πλαίσιο αυτό, η απόφαση της προέλασης προς την Άγκυρα, η υιοθέτηση δηλαδή της στρατηγικής του Βενιζέλου χωρίς τη συνδρομή ουδεμίας εκ των προϋποθέσεων που είχε θέσει ο Μεγάλος ηγέτης, προδιέγραφε με ακρίβεια την καταστροφή.
Αυτή καθεαυτή όμως η απόφαση επιβεβαιώνει την αρχική μου υπόθεση ότι τόσο η εναντίωση αρχικά στο πρόταγμα της εθνικής ολοκλήρωσης όσο και η υιοθέτησή του στη συνέχεια υπαγορεύθηκε από εσωτερικούς καθαρά ιδιοτελείς λόγους.

Για να κατανοήσουμε τη σταθερά αυτή των δυνάμεων της κομματοκρατίας, αρκεί να σταθούμε καταληκτικά στη διαχείριση του αδιεξόδου που δημιούργησαν και εντέλει της καταστροφής.
Ενώ επί Βενιζέλου οι διαβουλεύσεις των Δυνάμεων είχαν ως πρωταγωνιστή τον κρητικό πολιτικό, εφεξής γίνονται με την απουσία της Ελλάδας.
Μετά την δυσμενή τροπή των γεγονότων επανειλημμένα ο Βενιζέλος έδωσε πολιτική κάλυψη σε λύσεις που θα είχαν διαφυλάξει το ουσιώδες των ελληνικών συμφερόντων.
Αρχικά, με την πρότασή του να συμπτυχθεί το μέτωπο στην ευρύτερη περιφέρεια της Σμύρνης αντί της αδιέξοδης πορείας προς την Άγκυρα.
Την άνοιξη του 1921, με την πρόταση της διάσκεψης των Δυνάμεων στο Λονδίνο για τη μερική αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών.
Με το νέο σχέδιο ειρήνευσης που επεξεργάσθηκαν οι Σύμμαχοι στο Παρίσι τον Ιούνιο του 1921 που προέβλεπε την αποχώρηση του ελληνικού στρατού από τη Μικρασία και την αποστρατιωτικοποίηση της Ανατολικής Θράκης.
Τέλος, τον Μάρτιο του 1922, όταν πια η Ελλάδα ευρισκόμενη ενώπιον πλήρους αδιεξόδου εναπέθετε «τας τύχας της… εις τας χείρας της Αγγλίας», η διάσκεψη των Δυνάμεων στο Παρίσι προέκρινε την εγκατάλειψη της Σμύρνης και σχεδόν του ημίσεως της Ανατολικής Θράκης, η κυβέρνηση Γούναρη αρνήθηκε να αναλάβει το κόστος της απόφασης.

Έως την τελευταία στιγμή, η ελληνική ηγεσία στις απεγνωσμένες εκκλήσεις των Μικρασιατών για την λήψη μέτρων προστασίας ή για ασφαλή αποχώρηση από τις εστίες τους, παρείχε τη διαβεβαίωση ότι ο στρατός δεν θα εγκατέλειπε τη Μικρασία και ότι η Σμύρνη δεν κινδύνευε.
Εντούτοις, η διαταγή για την οπισθοχώρηση του στρατού δεν περιελάμβανε την υποστήριξη του άμαχου πληθυσμού γύρω από τη Σμύρνη και τα παράλια ή την ασφαλή εκκένωσή τους από τον άμαχο πληθυσμό.
Η ελληνική διοίκηση μερίμνησε για την ασφαλή επιβίβαση του στρατού και της πολιτικής ηγεσίας στα πλοία, ενώ εγκαίρως προειδοποιούσε τον Έλληνα αρμοστή στη Σμύρνη «να μην επιτρέψει τη δημιουργία προσφυγικού ζητήματος στην Ελλάδα», εγκαταλείποντας «τους χριστιανούς της Ιωνίας, Έλληνες και Αρμένιους», στους Τούρκους εθνικιστές του Κεμάλ


6. Η ήττα του ελληνισμού στο μικρασιατικό μέτωπο έκλεισε το κεφάλαιο της εθνικής ολοκλήρωσης.
Για πρώτη φορά το ελληνικό έθνος θα συμπέσει με τα όρια του ελληνικού κράτους και παράλληλα, θα τεθούν τα θεμέλια μιας καθαρά εθνοκρατικής ιδεολογίας για τον ελληνισμό .
Από τότε και μέχρι σήμερα ο ελληνικός πολιτικός λόγος που ανάγεται στο εθνικό ζήτημα θα υποστηρίξει τη διατήρηση του «στάτους κβο» που διαμορφώθηκε στη διάρκεια του μεσοπολέμου.
Κατά τούτο, το εγχείρημα για την αναθεώρηση της ιστορίας που θα κορυφωθεί από τη δεκαετία του 1990, δεν εξηγείται ως αντίδραση στο όποιο νεο-εθνικιστικό πρόταγμα που διακατέχει την ελληνική κοινωνία ούτε, πολλώ μάλλον, την άρχουσα τάξη.
Το διακύβευμα του εγχειρήματος, ιδίως δε ο τρόπος που εγείρεται, η όλη επιχειρηματολογία του, μαρτυρεί αντιθέτως ότι το κίνητρο των φορέων του είναι στοχευμένο προς την ιστορική σταθερά της άρχουσας τάξης που ταυτίσθηκε με τη νομή του κράτους.
Δεν είναι συμπτωματικό επομένως ότι οι διακινητές της ιδέας για την αναψηλάφηση της ιστορίας εγγράφονται στη λογική της ιστορικής κομματοκρατίας που προσεγγίζει την κοινωνία ως έναν ανεπιθύμητο ιδιώτη στα πεπραγμένα του κράτους.
Προσέγγιση η οποία υπαγορεύει την αποκοπή της κοινωνίας από τις ιστορικές της αναφορές και την αποδοχή ενός ρόλου στο διεθνές πεδίο που δεν θα την κινητοποιεί πολιτικά ώστε να παρενοχλεί το κεκτημένο της άρχουσας τάξης

Αναφέρω ενδεικτικά ορισμένες από τις θέσεις της «εκσυγχρονιστικής» ιστοριογραφίας:

Πρώτον, επιλέγει να αντιμετωπίσει τη μικρασιατική καταστροφή ως ένα αυτοτελές συμβάν που προέκυψε από τον ελληνοτουρκικό ανταγωνισμό για τον έλεγχο της Μικρασίας και να αγνοήσει το διακύβευμα: τον κοσμοσυστημικό συμβολισμό του μικρασιατικού ελληνισμού, όπως ακριβώς και τη σχέση του με την κοσμοϊστορία του ελληνισμού.
Δεύτερον, παραβλέπει την κομβική θέση της μικρασιατικής καταστροφής στη μετάβαση του ελληνισμού από το έθνος-κοσμοσύστημα στο έθνος- κράτος και, μάλιστα, τη σημασία του γεγονότος ότι η ελληνική κοινωνία ενοποιείται για πρώτη φορά υπό την στέγη του κράτους-έθνους.
Τρίτον, αποκαλύπτει ότι η απόφαση της «εκσυγχρονιστικής» ιστοριογραφίας να εναρμονίσει το ελληνικό ιστορικό παρελθόν με την ιστορική εξέλιξη της Εσπερίας, εμπεριέχει δόλο, αφού αποβλέπει στη νομιμοποίηση, δηλαδή στη δικαίωση του βαθιά ανελεύθερου κράτους της πολιτικής κυριαρχίας και των επιλογών του, κατέναντι μιας κοινωνίας, η οποία βαρύνεται κατ’αυτούς -λόγω της «καθυστέρησής» της σε σχέση με την Εσπερία και των ιστορικών της καταβολών (της οθωμανοκρατίας και του Βυζαντίου)-, για τις κακές επιδώσεις του.
Τέταρτον, η ίδια αυτή επιλογή επέβαλε στις επιστήμες του κράτους να ιστορούν και να αξιολογούν τον ελληνισμό με βάση τα πεπραγμένα του κράτους, αγνοώντας επιδεικτικά τη συντριπτική παρουσία του οικουμενικού ελληνισμού έως την μικρασιατική καταστροφή.
Άλλωστε, η ανάδειξη της διαφοράς θα ήγειρε αυτόχρημα ζήτημα ευθυνών για την αποδόμηση του οικουμενικού ελληνισμού και προφανώς για την αποτυχία του προτάγματος της εθνικής ολοκλήρωσης.
Πέμπτον, η ίδια επιλογή υπαγορεύει την μηρυκαστική εμμονή της «εκσυγχρονιστικής» ιστοριογραφίας να αρνείται την ύπαρξη του εθνικού γεγονότος πριν από τη συγκρότηση του νεοτερικού κράτους, επομένως και την ύπαρξη του ελληνικού έθνους, το οποίο δηλώνεται εξ αποφάσεως ότι αποτελεί κατασκευή του κράτους.
Υπό την έννοια αυτή, ο ελληνισμός της Μικρασίας αντιμετωπίζεται και σήμερα υπό το πρίσμα της «ελληνοφωνίας» του και όχι της εθνικής του ταυτότητας.

Έκτον, αναπόφευκτη συνέπεια της προσέγγισης αυτής είναι η διδασκαλία της αντίληψης ότι το μικρασιατικό εγχείρημα δεν εγγράφεται στο διακύβευμα της εθνικής ολοκλήρωσης.
Δεν δικαιολογείται δηλαδή δυνάμει της αρχής των εθνοτήτων, αλλά συνιστά μια κατ’εξοχήν επιθετική ενέργεια αποικιακού/ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα της Ελλάδας.
Αν όμως η Ελλάδα ήταν επιτιθέμενη στο μικρασιατικό μέτωπο γιατί να μη δεχθούμε ότι ήταν επίσης επιτιθέμενοι όλοι όσοι καθόλη τη διάρκεια της τουρκοκρατίας αμφισβητούσαν την εθνική υποτέλεια και προφανώς οι πρωτουργοί της Επανάστασης;
Μόλις πρόσφατα πανεπιστημιακός καθηγητής ισχυρίσθηκε ότι οι Έλληνες και όχι οι Τούρκοι διέπραξαν γενοκτονία στη Μικρασία.

Η σταδιοδρομία της διελκυστίνδας αυτής συνδέεται, στις μέρες μας, με μια διπλή, μείζονος σημασίας, πρόθεση: Να εναρμονισθεί η οπτική της ελληνικής ιστορίας με την οπτική της άρχουσας τάξης για το κράτος.
Με τον τρόπο αυτό ελπίζεται ότι η ελληνική κοινωνία θα συναινέσει, σε τελική ανάλυση, στις επιλογές του κράτους, αντί των επιταγών του έθνους.
Τούτο εξηγεί γιατί οι θεράποντες της «εκσυγχρονιστικής» ιστοριογραφίας διακινούν με επίταση το επιχείρημα ότι το έθνος και όχι το κράτος είναι εχθρός της ελευθερίας.
Εν προκειμένω, η ελευθερία που επικαλούνται δεν έχει ως υποκείμενο την κοινωνία, αλλά την άρχουσα τάξη που επιμένει να θεωρεί ότι αυτή δια του κράτους και όχι η κοινωνία δικαιούται να ορίζει αυθεντικά την έννοια του εθνικού συμφέροντος.
Υπό την έννοια αυτή, η απέχθεια προς την κοινωνία και την ιστορία της, που εκφράσθηκε και έναντι των θυμάτων της μικρασιατικής τραγωδίας, αποδίδει μια πρωτογενώς αυταρχική λογική που συνδέεται οργανικά με την ιδεολογία της κομματοκρατίας, δηλαδή μιας αντίληψης για το έθνος που εξυπηρετεί παραδειγματικώς το κράτος νομέα/κάτοχο της κοινωνίας αντί ενός κράτους διακινητή/θεράποντος των προσδοκιών και των συμφερόντων της.
Είναι φανερό ότι η σταθερά που καθόρισε τις πολιτικές χρήσεις του κράτους και της εθνικής ιδεολογίας από τη συγκρότησή του και προδιέγραψε τη μικρασιατική καταστροφή, εξακολουθεί μεταλλαγμένη να υπαγορεύει την προβληματική για τη σχέση μεταξύ κοινωνίας και πολιτικής και σήμερα στη χώρα.

Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι οι θιασώτες της λογικής αυτής προκρίνουν αφενός την ενοχοποίηση της κοινωνίας για την χωρίς προηγούμενο κρίση και απαξίωση του ελληνικού κράτους και αφετέρου, την σύνταξή τους με τον εθνικισμό του άλλου (του σκοπιανού για το όνομα, του τουρκικού για το Αιγαίο και την Κύπρο κλπ) ως τρόπου για να αποτραπεί η απειλή της πλειοψηφίας της κοινωνίας δηλαδή του «σκοτεινού» μέρους του έθνους για τις ελευθερίες των εσωτερικών μειοψηφιών και της ειρήνης στην περιοχή!!..
Το τίμημα της συμφιλίωσης και της ειρήνης στην περιοχή εμφανίζεται ως μια μονομερής υποχρέωση της Ελλάδας και, σε κάθε περίπτωση, διέρχεται από την ‘άνευ όρων’ -δηλαδή με την χωρίς αντάλλαγμα- εναρμόνιση της εξωτερικής πολιτικής της χώρας με τις επιλογές του ηγεμόνα.

Στις ανωτέρω επισημάνσεις, περιορίζομαι κλείνοντας να προσθέσω ότι στο λιμάνι της Σμύρνης δεν ετάφη μόνο ο μικρασιατικός ελληνισμός αλλά κυρίως η δυνατότητα μιας πολιτικής που θα επανέφερε την Ελλάδα στο προσκήνιο του διεθνούς συστήματος και θα δημιουργούσε τους όρους της επιβίωσής της.
Οι σημερινές εξελίξεις στην περιοχή αναδεικνύουν με πολύ γλαφυρό τρόπο το γεγονός αυτό.
Υπό τις παρούσες συνθήκες εκτιμώ ότι δεν αρκεί πια η διατήρηση της ιστορικής μνήμης.
Απαιτείται η ανάκτηση της ιστορίας έτσι ώστε να αποδοθεί στην κοινωνία η προοπτική μιας ανάταξης του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού και ενός σκοπού για το μέλλον.
Η ελληνική κοινωνία αποκομμένη από το παρελθόν της θα είναι τελικά μια ασπόνδυλη κοινωνία χωρίς προορισμό, έρμαιο των καταστάσεων, φθίνουσα και περιδεής.

Το διακύβευμα, επομένως, για την ελληνική πολιτική ζωή είναι η υπέρβαση της ιστορικής της σταθεράς, δηλαδή της κομματοκρατίας και εντέλει του κράτους νομέα της κοινωνίας.
Ο ελληνισμός ως παρελθόν δεν αποτελεί απλώς ιστορία. Διδάσκει το μέλλον, μπορεί να εμπνεύσει τις εξελίξεις και αυτό είναι που τρομάζει πολλούς, ενοίς και τους διακινητές της κατεστημένης αντίληψης για το κράτος της νεοτερικότητας.