Δευτέρα, 31 Μαΐου 2010

Τα Εθνικά αδιέξοδα κι η επιζητούμενη, στις μέρες μας, οικουμενικότητα της πολιτικής

Η ανατροπή του σκηνικού

Βιάστηκαν πολλοί οικονομολόγοι, δημοσιογράφοι και πολιτικοί να προεξοφλήσουν το τέλος του κύκλου της κρίσης του 2008.
Τη στιγμή που η διεθνής οικονομική φιλολογία είχε μετατοπισθεί στο θέμα της ανάκαμψης, κι η Ελλάδα μονοπωλούσε τα διεθνή μέσα, ως η μόνη κατ’ εξαίρεση χώρα που αντιμετώπιζε κρίση, (αυτή η εντύπωση δίνονταν όλο το τελευταίο διάστημα), επανήλθαν ξαφνικά τα πράγματα στις πραγματικές τους διαστάσεις. Ξανάρχισαν οι συζητήσεις για την κρίση της διεθνούς οικονομίας, για τους νέους κινδύνους που την απειλούν, για νέα μέτρα.
Εν τω μεταξύ η διεθνής οικονομική κρίση, που βρίσκεται σε εξέλιξη, από χρηματοπιστωτική, στην αρχική της μορφή, έχει μετεξελιχθεί (μέσω της ύφεσης) σε δημοσιονομική κρίση και κρίση δανεισμού των Εθνικών Κρατών.
Το επίκεντρο της κρίσης έχει κι αυτό μετατοπισθεί από τις ΗΠΑ στην Ευρώπη.
Ταυτόχρονα κλιμακώνεται, λόγω ύφεσης, ο εμπορικός ανταγωνισμός που παίρνει τη μορφή νομισματικής κρίσης ανάμεσα στο Ευρώ, το Δολάριο και το Γιουάν.

Η οικονομικές κρίσεις του συστήματος μπορούν να παίρνουν διάφορες μορφές (χρηματοπιστωτικές, νομισματικές, χρηματιστηριακές, δημοσιονομικές, ενεργειακές, τραπεζικές, εμπορικές κλπ).
Είμαστε στην συνέχεια της κρίσης του 2008 και πιο συγκεκριμένα στη φάση της ύφεσης, που την ακολούθησε, και που εκδηλώνεται με νέες μορφές .
Η κρίση δανεισμού είναι καθαρή συνέπεια της γενικής ύφεσης και είναι ένα ευρύτερο φαινόμενο που δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Εντοπίζεται σε αυτή τη φάση κύρια στο χώρο της Ευρώπης και ιδιαίτερα στη περιφέρεια της (όχι μόνο νότια, όπως υποστηρίζεται, αλλά και ανατολικά και βόρεια και δυτικά) με τάση να μεταφερθεί και στην κεντρική Ευρώπη (αλλά και στην Αμερική).
Το πρόβλημα επόμενα της Ελλάδας είναι μέρος ενός γενικότερου προβλήματος και σε αυτή τη βάση γίνεται προσπάθεια να αντιμετωπισθεί. Αυτό το νόημα έχει και η σύμπραξη Ε.Ε. και ΔΝΤ (και όχι η έλλειψη τεχνογνωσίας κι άλλα τέτοια). Εξ ου και η υποστήριξη Ομπάμα στο πλαίσιο σταθερότητας της Ελλάδας, αλλά και το ύψος του πακέτου (το υψηλότερο στην ιστορία). Όλα συνηγορούν στη μεγάλη σημασία που δίνεται στην αντιμετώπιση της κρίσης δανεισμού της Ελλάδας. Μέσω αυτής επιδιώκεται να ανακοπεί η επέκταση της κρίσης δανεισμού, η πρόκληση αλυσιδωτών φαινομένων “ντόμινο”, όπως αποκαλούνται, στον σκληρό πυρήνα του διεθνούς καπιταλιστικού συστήματος.
Η σπουδαιότητα της Ελληνικής περίπτωσης προκύπτει απ’ ευθείας από την συμμετοχή της στην Ευρωζώνη. Χωρίς αυτήν η Ελλάδα θα είχε παραπλήσια αντιμετώπιση με την Ιρλανδία, την Ρουμανία, την Λετονία κλπ. Η συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη την καθιστά σημαντικό κρίκο (αδύναμο αλλά σημαντικό) στην αλυσίδα της παγκόσμιας δομής των ανεπτυγμένων καπιταλιστικών χωρών.

Σήμερα στην Ελλάδα, και στην συγκεκριμένη φάση που διέρχεται η παγκόσμια οικονομία, παίζεται ένα ζήτημα έλεγχου της κρίσης δανεισμού. Αν θα παραμείνει σε ελεγχόμενα πλαίσια ή θα επεκταθεί . Παίζεται ένα ζήτημα που σχετίζεται με την σταθερότητα του συστήματος. Για αυτό και υπάρχει συστράτευση των πάντων γύρω από το ζήτημα.
Βέβαια η προσπάθεια έλεγχου των συνεπειών της κρίσης δανεισμού, σε αυτή τη φάση, δεν περιορίζεται μόνο στην υποστήριξη της Ελλάδας. Περιλαμβάνει κι άλλες οικονομικές παρεμβάσεις πολύ μεγαλύτερης κλίμακας. Ήδη η Ε.Ε, σε συνεργασία (και πάλι) με το ΔΝΤ, αποφάσισε την ενίσχυση του μηχανισμού στήριξης με το πρωτοφανές ποσό (για τα Ευρωπαϊκά δεδομένα) των 750 δις. Ευρώ και έπονται κι άλλα μέτρα.
Το Ελληνικό πρόβλημα υπεισέρχεται και επηρεάζει και την διεθνή νομισματική σταθερότητα καθώς μια ενδεχόμενη χρεοκοπία μιας χώρας της Ευρωζώνης, με τα σημερινά δεδομένα, θα αδυνάτιζε τη θέση του Ευρώ σε σχέση με το Δολάριο. Από την άλλη, η κρίση Δολάριου - Γιουάν αφορά τις εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών κι αποτελεί, κατά τις ΗΠΑ το κρίσιμο ζήτημα για την έξοδο από την ύφεση της Αμερικάνικης οικονομίας. Άσχετα αν αυτό ισχύει ή όχι η νομισματική αστάθεια και οι ανταγωνισμοί θα συνεχιστούν όσο η ύφεση παρατείνεται και δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα καμιά προοπτική εξόδου από αυτήν.

Προς έναν νέο ολοκληρωτισμό.

Είμαστε υπό καθεστώς διεθνούς καταναγκασμού. Μας επιβάλλονται καταστάσεις, που φαίνεται αδύνατον να μπορούμε να αποφύγουμε. Είναι μια ανυπέρβλητη νέα πραγματικότητα, που δεν αφορά μόνο εμάς. Μια σειρά από διεθνείς οικονομικοί παράγοντες παρεμβάλλονται συνεχώς, τροποποιούν και επικαθορίζουν, την οικονομική μας θέση . Το διεθνές χρηματο-πιστωτικό σύστημα («οι αγορές»), η Ε.Ε., το ΔΝΤ, η Ευρωπαϊκή Κενρική Τράπεζα, οι οίκοι αξιολόγησης, τα χρηματιστήρια, τα spreads, τα CDS, η παγκόσμια τράπεζα, το Ευρώ το Δολάριο κλπ. Είναι ένα πλέγμα παραγόντων που συνδιαμορφώνουν, υπερεθνικά, με τις οικονομικές τους παρεμβάσεις τους τρόπους διαχείρισης της οικονομικής κρίσης, που επιβάλουν σε κάθε χώρα πλάνα οικονομικής προσαρμογής με ασφυκτικές διαδικασίες και χρονοδιαγράμματα.
Η φάση αυτή, της παγκόσμιας ολοκλήρωσης δεν μπορεί να ερμηνευτεί με τα παλιά πρότυπα σκέψης. Οι παγκόσμιοι οικονομικοί καταναγκασμοί έχουν πάρει το προβάδισμα σε σχέση με τους ταξικούς ανταγωνισμούς (που συνεχίζουν να υπάρχουν αλλά όχι με την σημασία που είχαν παλαιότερα).
Ο κόσμος έχει αλλάξει. Αλλάζει συνεχώς. Η συνειδητοποίηση της νέας πραγματικότητας παραμένει χαμηλή.
Όλες οι οικονομίες, στο μέλλον, πρόκειται να βρίσκονται, με κάποιο τρόπο, υπό επιτήρηση, υπό έλεγχο, από επικυρίαρχα κέντρα ισχύος . Η παγκοσμιοποίηση, η αλληλεξάρτηση των οικονομιών προχωρά, όπως και η οικοδόμηση των αναγκαίων θεσμών που θα την υπηρετούν και θα την εμπεδώνουν. Ήδη η Ε.Ε. έχει εγκαινιάσει μια στενή συνεργασία με το ΔΝΤ (που δεν υπήρχε παλαιότερα) και σχεδιάζει το επόμενο βήμα, της οικονομικής διακυβέρνησης. Και οικονομική διακυβέρνηση σημαίνει πολιτική διακυβέρνηση. Όλη η δημοσιονομική πολιτική των εθνικών κρατών θα περάσει πλέον σε Ευρωπαϊκό επίπεδο (προϋπολογισμοί, φορολογία, δημόσιες επενδύσεις, όπως και ο έλεγχος των οικονομικών υπουργείων, των στατιστικών υπηρεσιών, του λογιστήριου του Κράτους). Ταυτόχρονα σχεδιάζονται οικουμενικοί μηχανισμοί ελέγχου του τραπεζικού συστήματος, όπως και κάποιας μορφής οικουμενική διακυβέρνηση (μετεξέλιξη των G20) κλπ. κλπ.

Γίνεται φανερό ότι όλη αυτή η κατάσταση υπαγορεύει στα επί μέρους Εθνικά κράτη αντίστοιχες στρατηγικές συμμόρφωσης, προσαρμογής. Και μάλιστα με πολύ πιεστικό τρόπο. Ότι είναι πολύ δύσκολο, έως αδύνατο, για μια μεμονωμένη χώρα να αντισταθεί και να βγει έξω από αυτό το πλέγμα των διεθνών «υπερβατικών» καταναγκασμών.
Στη φάση της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης είναι αδύνατον να υπάρξουν σοβαρές Εθνικές διαφοροποιήσεις χωρίς τραγικές συνέπειες για την χώρα που θα διανοηθεί να τις αποτολμήσει. Πολύ περισσότερο στρατηγικές εξόδου από τον ενιαίο, παγκόσμιο καπιταλισμό. Το πρόβλημα της στρατηγικής επόμενα για το σύγχρονο κίνημα τίθεται με εντελώς άλλους όρους από ότι τον 19ο και 20ο αιώνα.
Και για μεν την Δεξιά απαντιέται αυτονόητα μέσα από πολιτικές προσαρμογής στα νέα Διεθνή δεδομένα . Για την Αριστερά όμως ;
Εδώ τα πράγματα συνεχίζουν να κινούνται με τους παλιούς όρους.
Οι βασικές προτάσεις που έχουν πέσει στο τραπέζι αναφέρονται στη δυνατότητα χάραξης μιας Εθνικής στρατηγικής εξόδου από το πλέγμα των διεθνών εξαρτήσεων: έξοδος από την Ε.Ε. και από το Ευρώ και παύση πληρωμών, σε ότι αφορά το χρέος. Υπάρχει κι άλλη δέσμη προτάσεων που υποτίθεται κινούνται πιο ρεαλιστικά, στο πνεύμα του εφικτού, όπως η επαναδιαπραγμάτευση του χρέους, η ανατροπή του Ευρωπαϊκού σύμφωνου σταθερότητας κι η κατάργηση του μνημονίου.
Όλα αυτά υπακούουν στον παλιό τρόπο σκέψης που επικεντρώνονταν στις αλλαγές που μπορεί να γίνουν σε μια ξεχωριστή χώρα. Τέτοια δυνατότητα πλέον δεν υπάρχει.
Το αντίβαρο στην οικουμενική αναδιοργάνωση των επικυρίαρχων δυνάμεων δεν μπορεί να ’ναι ένα μεμονωμένο εθνικό κίνημα αντίστασης. Ένα τέτοιο κίνημα, ότι όρους κι αν διαθέτει, με τις σημερινές συνθήκες, είναι βέβαιο ότι, σχετικά εύκολα, μπορεί να καταπνιγεί. Μόνο ένα καθολικό, παγκόσμιο κίνημα μπορεί να αντισταθμίσει τα πράγματα. Μέσα από τη σημερινή κατάσταση δεν θίγονται τα συμφέροντα μιας τάξης, ούτε μιας χώρας μόνο, αλλά το σύνολο των κοινωνιών.

Οι παλιοί συσχετισμοί δύναμης έχουν ανατραπεί. Κάθε εθνική προσπάθεια αλλαγής είναι ατελέσφορη και αναποτελεσματική. Ένας νέος διεθνισμός των κινημάτων γίνεται επίκαιρος και επιτακτικός.
Κάθε επί μέρους κίνημα θα πρέπει να ξεφύγει από τα στενά πλαίσια της εθνικής αντιπαλότητας με τις δυνάμεις που κινούνται στην κατεύθυνση της υλοποίησης και συμμόρφωσης προς τις εντολές της νέας παγκόσμιας ιθύνουσας τάξης. Θα πρέπει να αναχθεί στο επίπεδο μιας διεθνούς αντιπαράθεσης συμβάλλοντας, όσο μπορεί, στον συντονισμό και την ανασυγκρότηση ενός διεθνούς αντι-συστημικού κινήματος.
Η γενικευμένη οικονομική κρίση κι η ανισόμερη ανάπτυξη του καπιταλισμού προσφέρουν περιθώρια για την ενίσχυση των αποσταθεροποιητικών τάσεων και την επιβολή προοδευτικών αλλαγών προς όφελος των επικυριαρχούμενων λαών.

Το σύστημα, παρ’ όλη την τρομακτική ενίσχυση των μηχανισμών επιβολής της δύναμης του, παραμένει ευάλωτο και εκτεθειμένο σε ένα σύγχρονο παγκόσμιο κίνημα των δυναστευόμενων κοινωνιών. Χωρίς την επιζητούμενη συναίνεση συνεχίζει όσο ποτέ άλλοτε να νοιώθει ανασφαλές κι αβέβαιο για την βιωσιμότητά του. Όσο κι αν εξελίχθηκε και αν σταθεροποιήθηκε, συνεχίζει να αναπαράγει διαρκώς τους όρους της ανατροπής του (να αναγεννά τους νεκροθάφτες του). Μαζί με την τάση για όλο και μεγαλύτερη χειραγώγηση των κοινωνιών, για όλο και πιο ολοκληρωτικές μορφές υποταγής και ελέγχου, γεννά την πληροφορική σαν μια μοναδική παγκόσμια διαδικασία επικοινωνίας των ανθρώπων και έκφρασης των ελευθερωτικών - τους τάσεων.

Το μεγάλο επιζητούμενο σήμερα είναι η ανατροπή, διεθνώς, των δεδομένων στο χώρο των πολύμορφων κοινωνικών και πολιτικών κινημάτων. Πώς θα υπάρξει μια σοβαρή αποδέσμευση από την πολιτική κουλτούρα του παρελθόντος. Πώς θα πάψουν να δεσπόζουν οι παλιές ιδέες και τα παλιά στερεότυπα στην καθημερινή τους δράση. Πώς θα υπάρξει μια διαδικασία σύμπλευσης και διάρθρωσης όλων των ανομοιογενών καταστάσεων σε ένα ενιαίο απελευθερωτικό κίνημα. Πώς θα εκφρασθούν οι ρήξεις και που βρίσκονται τα κρίσιμα σημεία.

Με τα σημερινά δεδομένα θα πρέπει να αποδεσμευτούμε από την επικέντρωση της προσπάθειας σε μία μόνο χώρα. Αυτό αφορά τον προηγούμενο κύκλο των εξεγέρσεων του 19ο και 20ο αιώνα. Εξ’ άλλου η βαθύτερη αιτία της όξυνσης των προβλημάτων δεν προκύπτει από τις ιδιαίτερες εθνικές συνθήκες αλλά από την διεθνοποίησή τους στα πλαίσια της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης.
Δεύτερον θα πρέπει να αποδεσμευτούμε από τον ταξικό-εργατικό χαρακτήρα των κινημάτων. Ο σύγχρονος κόσμος της μισθωτής εργασίας (που ηττήθηκε στην προηγούμενη ιστορική φάση) είναι παρών και συνεχίζει να έχει, με την παρουσία του, βαρύνοντα ρόλο. Απέχει όμως από το να ορίζει μονοσήμαντα τον κοινωνικό χαρακτήρα των σύγχρονων κινημάτων.
Τρίτον η μετατόπιση της πολιτικής στα υπερεθνικά κέντρα ισχύος αποδυναμώνει τα πολιτικά συστήματα των επί μέρους χωρών, τα καθιστά αναχρονιστικά όπως και τα κόμματα εξουσίας, τα οποία αποστασιοποιούνται από τις κοινωνίες (και το πραγματικό γίγνεσθαι) και μετατρέπονται σε απλούς διεκπεραιωτές υπερεθνικών επιλογών. Η περίφημη αναμόρφωση του πολιτικού σκηνικού συνιστά ένα γενικό φαινόμενο (όχι μόνο Ελληνικό), που αφορά την κάθε χώρα ξεχωριστά, με πολύ όμως πιο περιορισμένη σημασία από αυτή που του αποδίδεται. Το Εθνικό πεδίο της πολιτικής υποβαθμίζεται, τα πολιτικά κόμματα αποχαρακτηρίζονται (όλα μετατρέπονται σε απλούς ιμάντες της πολύμορφης πλανητικής εξουσίας) το κενό εκπροσώπησης διευρύνεται. Τα διάδοχα νέα κόμματα πρόκειται να υστερούν αρκετά σε πολιτικότητα από τα σημερινά. Γραφικές πολιτικές φιγούρες, του σήμερα, στο χώρο της Αριστεράς θα παραμένουν, μεσοπρόθεσμα, να μας θυμίζουν την πολιτική κουλτούρα του χθες με τα μετωπικά κομματικά σχήματα, τον οικονομικό ακτιβισμό και τις Εθνοκεντρικές-τους εμμονές.

Ο κόσμος οδεύει προς έναν νέο ολοκληρωτισμό. Οι διαδικασίες της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης έχουν προχωρήσει τόσο, στο επίπεδο της οικονομίας, που πιέζουν για την διαμόρφωση των αντίστοιχων πολιτικών θεσμών. Η μεσολάβηση της οικονομικής κρίσης ευνοεί μια τέτοια εξέλιξη. Συμβάλει στην επίσπευση των αναγκαίων πολιτικών διεργασιών.
Τα κρίσιμα σημεία όπου δοκιμάζεται το όλο εγχείρημα είναι δύο: η νομιμοποιητική βάση του νέου υπερεθνικού πολιτικού εποικοδομήματος, ο τρόπος διασφάλισής του δηλ. μέσω μιας μορφής πολιτικής αποδοχής και συναίνεσης εκ μέρους των κοινωνιών, και δεύτερον η αποτύπωση στους θεσμούς των νέων υπό εξέλιξη διεθνών συσχετισμών (γεγονός που προκαλεί πολλές τριβές και καθυστερήσεις στην υλοποίηση των θεσμικών αλλαγών). Ζητήματα αρκετά πολύπλοκα και σύνθετα καθ’ ότι υπερβαίνουν κατά πολύ την πολιτική φιλοσοφία και οργάνωση των Δυτικών κοινωνιών. Ο πολιτικός φιλελευθερισμός, η αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, τα εθνικά κοινοβούλια και οι Κυβερνήσεις, η εθνική κυριαρχία, τα Συντάγματα, είναι έννοιες που πάνω τους στηρίχθηκε για τρεις και πλέον αιώνες το πολιτικό οικοδόμημα της Δύσης. Όλα αυτά μπαίνουν σε μια διαδικασία απαξίωσης, φαντάζουν ξεπερασμένα και αναχρονιστικά. Μια νέα πολιτική κουλτούρα προβάλει, οικουμενικής οργάνωσης της πολιτικής. Η Αριστερά δεν μπορεί να επιμένει να ορίζεται σε Εθνικά πλαίσια. Να αναζητεί εθνικές διεξόδους. Τέτοιες πλέον δεν υπάρχουν.

Το όλο ζήτημα έχει ξεφύγει από τα παλιά μέτρα και σταθμά. Την παλιά πολιτική θεωρία.
Το ότι η δυνατότητα εθνικών επιλογών έχει δραματικά περιορισθεί δεν σημαίνει ότι τα περιθώρια άσκησης πολιτικής για την αριστερά έχουν στενέψει. Αντίθετα. Ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο διεθνοποίησης της δράσης της.
Απέναντι στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και πολιτική είναι φανερό ότι υπάρχει μια εντελώς αναντίστοιχη κατάσταση που αδυνατεί να αντιπαρατεθεί. Κατακερματισμένες δυνάμεις, μεσ’ τα εθνικά όρια, κυριαρχούμενες από κόμματα και συνδικάτα με απαρχαιωμένη πολιτική κουλτούρα που αδυνατούν στοιχειωδώς να υπερβούν το φράγμα των διεθνών καταναγκασμών.
Η οικονομική κρίση ιδιαίτερα με την μορφή που εμφανίζεται στην Ευρώπη, σαν δημοσιονομική κρίση και κρίση δανεισμού των κρατών - μελών συνηγορεί και αυτή, με τον τρόπο της, σε μια εθνική εσωστρέφεια, στην ενίσχυση της τάσης για την αναζήτηση εθνικών λύσεων. Που όμως δεν υπάρχουν. Μόνο ένας πανευρωπαϊκά συντονισμένος αγώνας ή μιας ομάδας χωρών, με κεντρικά διατυπωμένα αιτήματα θα αντιστάθμιζε τα πράγματα. Θα αποκαθιστούσε μια στοιχειώδη ισορροπία δυνάμεων και θα άφηνε περιθώρια για θετικές ρυθμίσεις.

Οι αυταπάτες των Εθνικών λύσεων

Η πιο συχνή εκτίμηση, που ακούγεται τελευταία και που χαρακτηρίζει με τον καλύτερο τρόπο την αξία της ένταξης στο μηχανισμό στήριξης, είναι αυτή που υποστηρίζει ότι η Ελληνική πλευρά βασικά κέρδισε χρόνο. Που σημαίνει ότι δεν διασφάλισε τίποτα πέραν του πρόσκαιρου δανεισμού . Ότι όλα τα ενδεχόμενα, για το μέλλον της, παραμένουν ανοιχτά. Κι έτσι είναι.
Εν τω μεταξύ τα πράγματα προχωρούν με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Η ατζέντα της Ευρωπαϊκής και Διεθνούς επικαιρότητας αλλάζει από βδομάδα σε βδομάδα. Μετά την ενεργοποίηση του μηχανισμού στήριξης για την Ελλάδα ακολούθησε η έκτακτη ενίσχυσή του μηχανισμού με 750 δις Ευρώ, για το ενδεχόμενο υποστήριξης κι άλλων Ευρωπαϊκών οικονομιών, και τώρα μπαίνει στο τραπέζι το ζήτημα της αυστηροποίησης του συμφώνου σταθερότητας από την Γερμανική πλευρά.
Το σύμφωνο σταθερότητας ήταν αυτό που διασφάλιζε την σταθερότητα του Ευρώ. Η μη τήρησή του, κατά τους Γερμανούς, ήταν αυτό που οδήγησε στις δημοσιονομικές υπερβάσεις και στον δημόσιο δανεισμό, την κρίση δανεισμού και τον κίνδυνο αποσταθεροποίησης του Ευρώ. Μαζί με την αυστηροποίηση του συμφώνου σταθερότητας η Γερμανική πλευρά, για πρώτη φορά βάζει και ζητήματα κυρώσεων για τους παραβάτες που εκτός από τις διάφορες περικοπές σε προγράμματα χρηματοδότησης, περιλαμβάνουν και το ακραίο μέτρο της αποπομπής μιας χώρας από το Ευρώ και της περίφημης «ελεγχόμενης πτώχευσης».

Πέρα από αυτές τις εξελίξεις που τρέχουν σε Ευρωπαϊκό επίπεδο και ανεξάρτητα από εμάς, ας δούμε τι λύσεις συγκεκριμένες απασχολούν τον Ελληνικό πολιτικό και ακαδημαϊκό κόσμο.
- Αν εφαρμόσουμε το μνημόνιο στο ακέραιο το δημόσιο χρέος της Ελλάδας το 2013 θα υπερβαίνει το 150% του ΑΕΠ (από 115% που είναι σήμερα). Το βιοτικό επίπεδο θα έχει μειωθεί στην καλύτερη περίπτωση κατά 50%, η παρατεταμένη ύφεση θα έχει καταστρέψει μεγάλο μέρος της οικονομίας και η ανεργία θα έχει εκτιναχθεί στα ύψη.

-Αν «αγωνιστούμε» το Μνημόνιο να μην εφαρμοστεί, και πετύχουμε να ακυρώσουμε την εφαρμογή κάποιων μέτρων, σε σχετικά σύντομο διάστημα λίγων μηνών, το Ελληνικό Δημόσιο, (μη ανταποκρινόμενο στις δεσμεύσεις που έχει αναλάβει), θα αντιμετωπίσει θέμα πληρωμών. Δεν θα καταβληθούν οι συμφωνημένες δόσεις του δανείου, από την Ε.Ε. και το ΔΝΤ ή μέρος αυτών που θα αφορούν μισθούς και συντάξεις. Στη συνέχεια θα επιβληθούν επί πλέον μέτρα (αν θέλουμε να συνεχίσουμε στο πρόγραμμα στήριξης), άλλως θα πρέπει να απευθυνθούμε για δανεισμό στην αγορά και να γυρίσουμε εκεί που ήμασταν πριν μπούμε στον μηχανισμό στήριξης.

-Αν θελήσουμε να κηρύξουμε μονομερή παύση πληρωμών, σημαίνει ότι έχουμε βγει έξω από τον μηχανισμό στήριξης (ζήτημα όχι και τόσο απλό, καθ’ ότι συνεχίζουμε να είμαστε μέλος της Ευρωζώνης). Η παύση πληρωμών εννοείται ότι αφορά μόνο την αναχρηματοδότηση του δημόσιου χρέους και μάλιστα σε ότι αφορά μόνο τους ξένους πιστωτές (γιατί ένα 30% των δανειστών του Ελληνικού δημοσίου είναι οι Ελληνικές τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία). Η παύση πληρωμών βέβαια, στην προκειμένη περίπτωση υποτίθεται, δεν αφορά τους μισθούς και τις συντάξεις. Αν βέβαια η στάση πληρωμών αναφέρεται και στους εγχώριους θεσμικούς (τράπεζες και ασφαλιστικά ταμεία) τότε μιλάμε για χρεοκοπία του Ελληνικού τραπεζικού και ασφαλιστικού συστήματος. Αν αφορά μόνο τους ξένους τότε το ερώτημα είναι από πού πλέον θα μπορούμε να συνεχίσουμε να δανειζόμαστε καθ’ ότι η Ελληνική κοινωνία δεν ζει χωρίς δανεικά.

-Αν θελήσουμε να επαναδιαπραγματευτούμε το χρέος: Η επαναδιαπραγμάτευση αφορά δύο πράγματα: την απόλυτη μείωση του χρέους και την παράταση του χρόνου αποπληρωμής. Και στις δύο περιπτώσεις θα πρέπει να έχουμε εξαντλήσει τα περιθώρια τόσο της μείωσης των δαπανών του Δημοσίου, όσο και της αύξησης των εσόδων. Η επαναδιαπραγμάτευση είναι μια διαδικασία που γίνεται αποδεκτή μόνο σε περίπτωση αποδεδειγμένης αδυναμίας αποπληρωμής των χρεών. Η Ελληνική οικονομία, σήμερα, δεν είναι σε αυτή τη θέση. Ίσως αύριο βρεθεί. Αυτό θα το γνωρίζουν πρώτοι οι πιστωτές του Ελληνικού δημόσιου. Εκείνο που είναι βέβαιο είναι ότι η επαναδιαπραγμάτευση αποτελεί μια έσχατη διαδικασία. Δεν μπορεί να κινηθεί μονομερώς. Γίνεται όταν μια οικονομία έχει καταστραφεί. Τότε μόνο οι πιστωτές αποφασίζουν, στη βάση του ότι δεν μπορούν να επωφεληθούν άλλο,, από μια πιστώτρια χώρα, να προχωρήσουν στην αναγκαστική επαναδιαπραγμάτευση του χρέους (κι ότι μπορέσουν να πάρουν). Αλλά πρέπει να έχει προηγηθεί η καταστροφή.

-Αν θελήσουμε να βγούμε από το Ευρώ και την Ευρωζώνη. Τα πράγματα είναι ακόμα πιο περίπλοκα. Η επιστροφή στη δραχμή δεν μας παρέχει καμιά σοβαρή ανεξαρτησία κινήσεων. Τα δάνεια συνεχίζουν να υπολογίζονται σε Ευρώ.
Δεύτερον, η υποτίμηση της δραχμής, σαν εργαλείο που ενισχύει το στοιχείο της ανταγωνιστικότητας, λειτουργεί περιορισμένα, βραχυπρόθεσμα κι άρα δεν μας λύνει το ουσιαστικό πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας της Ελληνικής οικονομίας που είναι κατά βάσιν διαρθρωτικό πρόβλημα.
Τρίτον η Ελληνική οικονομία ήδη βρίσκεται μέσα σε μια διαδικασία αποπληθωρισμού δηλ. σε μια διαδικασία αντίστοιχη μιας νομισματικής υποτίμησης κι άρα η επιστροφή στη δραχμή δεν θα προσέφερε κάτι καινούργιο στο θέμα των τιμών.
Τέταρτον, και σημαντικότερο, η έξοδος από το Ευρώ θα καταδίκαζε την Ελλάδα σε μια περιθωριακή οικονομία με δυσβάσταχτες επιπτώσεις για το βιοτικό επίπεδο του λαού της.

Το Ελληνικό πρόβλημα είναι μέρος της διεθνούς κρίσης και ειδικότερα της Ευρωπαϊκής. Με τα σημερινά δεδομένα είναι μάταιο να αναζητείται Εθνική λύση. Να αναζητείται η δυνατότητα αυτοπροσδιορισμού, η δυνατότητα ανεξάρτητων επιλογών. Έτσι κι αλλιώς θα ασκηθεί, σύμφωνα με τις διεθνείς επιταγές, μια ορισμένη διαχείριση της κρίσης και η εφαρμογή του μνημόνιου αποτελεί κάτι τέτοιο. Ούτε η εφαρμογή, ούτε η μερική ή ολική κατάργησή του συνιστά διέξοδο. Όπως δεν συνιστούν κάτι τέτοιο και τα άλλα μέτρα που προτείνουν διάφοροι πανεπιστημιακοί.
Υπάρχει ένα Εθνικό αδιέξοδο που όμως δεν συνιστά ένα ανεξάρτητο φαινόμενο αλλά προκύπτει μέσα από την διεθνή αλληλεξάρτηση που έχουν σήμερα όλα τα οικονομικά φαινόμενα . Είναι μέρος της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Και η τύχη του εξαρτάται, σε τελική ανάλυση, από την συνολική έκβασή της. Μια επιδείνωση της διεθνούς κρίσης ή μια γενική οικονομική ανάκαμψη θα επηρέαζαν καθοριστικά το μέλλον της Ελληνικής οικονομίας. Αυτό αφορά την λεγόμενη « ενδοσυστημική» επίλυσή των οικονομικών κρίσεων, που κατά βάσιν αυτή ισχύει στον καπιταλισμό, και θα πρέπει να την έχουμε πάντα υπ’ όψιν. Το σύστημα μπορεί και να ξεπερνά τις κρίσεις του (όσο μπορεί βέβαια να το κάνει) και αυτό να επηρεάζει αποφασιστικά την πορεία των επί μέρους οικονομιών. Μπορεί όμως και να αναπαράγονται οι κρίσεις και οι υφέσεις επί μακρόν.
Υπάρχει επόμενα η περίπτωση μιας γενικής οικονομικής ανάκαμψης που θα βοηθούσε και την Ελλάδα, με κάποιο τρόπο, να ανακάμψει, με ανοιχτά ωστόσο τα ζητήματα των ελλειμμάτων και του χρέους. Πέρα από μια τέτοια εκδοχή, που δεν φαίνεται προς το παρόν στον ορίζοντα αλλά δεν αποκλείεται, σε όλες τις άλλες περιπτώσεις η κατάσταση της Ελληνικής οικονομίας θα επιδεινωθεί δραματικά.

Οι νέες προκλήσεις της πολιτικής.

Όλα τα δεδομένα διεθνώς συνηγορούν ότι η ανθρωπότητα περνά σε μια νέα ιστορική περίοδο. Ήδη η κρίση του 2008 καταγράφει μια σημαντική πορεία δύο περίπου ετών και έχει επιφέρει σημαντικότατες αλλαγές στην γενική ψυχολογία όλων ανεξαίρετα των κοινωνιών. Φαίνεται ότι αποτελεί το νέο ορόσημο. Αργά αλλά σταθερά αρχίζει να καταχτιέται μια νέα αυτογνωσία, να συνειδητοποιούνται τα οριακά σημεία στα ποία προσκρούει η όλη εξέλιξη. Που στο σύνολό τους πλέον έχουν ένα βασικό γνώρισμα: την ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΤΗΤΑ τους. Είτε πρόκειται για την οικονομία, είτε για το περιβάλλον, είτε για τις ενεργειακές πηγές, είτε για την πολιτική και τον πολιτισμό. Η ανθρωπότητα βρίσκεται μπροστά σε γενικευμένα προβλήματα, με παγκόσμια διάσταση που θα κρίνουν το μέλλον της.

Σε σχέση με τους παράγοντες που θα επηρεάσουν αυτή την εξέλιξη υπάρχει μια τεράστια ανισομέρεια .
Η συνεχής πορεία συγκέντρωσης – συγκεντροποίησης του κεφαλαίου έχει ήδη οδηγήσει στην διαμόρφωση παγκόσμιων κέντρων ισχύος που μέσα από μια διαδικασία ανταγωνισμού και συγκυριαρχίας χαράζουν μια αδιέξοδη - καταστροφική πορεία για το μέλλον της ανθρωπότητας. Επιβάλουν καταναγκασμούς, με μια έννοια υπερβατικούς, σε όλες ανεξαίρετα τις κοινωνίες, διεθνοποιούν τους θεσμούς και τους μηχανισμούς κυριαρχίας τους, απαλλοτριώνουν δικαιώματα και κατακτήσεις, οργανώνουν έναν νέο παγκόσμιο ολοκληρωτισμό.

Η ραγδαία αυτή μεταβολή των τελευταίων δεκαετιών δεν έχει να παρουσιάσει, στο επίπεδο που της αντιστοιχεί, σε παγκόσμιο δηλ. επίπεδο, αξιόλογες αντιστάσεις. Τα πολύμορφα κατά τόπους κινήματα δεν συναρθρώνονται σε ένα ενιαίο παγκόσμιο κίνημα. Παραμένουν εγκλωβισμένα στους παλιούς όρους της πολιτικής όταν τα δεδομένα (και οι συσχετισμοί) έχουν ριζικά ανατραπεί.
Στην ανάδειξη αυτής της παραμέτρου, ενός οικουμενικού κινήματος, της μόνης που μπορεί να επηρεάσει θετικά τις παγκόσμιες εξελίξεις επικεντρώνονται οι πολιτικές προκλήσεις της νέας εποχής.
Ό,τι εκδηλώνεται έξω από το διεθνοποιημένο πλέγμα εξουσίας, έξω από πατερναλιστικές οργανώσεις και κόμματα κατά τόπους, αποτελεί το πρόπλασμα αυτού του κινήματος. Το κίνημα αυτό δεν περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα εξουσίας σε κάθε χώρα ξεχωριστά, δεν επιδιώκει την νίκη και την επικράτησή του σε Εθνικό επίπεδο. Τέτοιες νίκες ισοδυναμούν με τις μεγαλύτερες αυταπάτες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Είναι η παλιά κουλτούρα των κινημάτων του περασμένου αιώνα.
Μια διεθνιστική αντίληψη των πραγμάτων είναι αυτή που μπορεί να προσδώσει, στις σημερινές συνθήκες, μιαν άλλη έννοια και ένα άλλο περιεχόμενο στην πολιτική.
Να οδηγήσει σε πλήθος επαναπροσδιορισμούς αλλά πρώτα απ’ όλα στον επαναπροσδιορισμό του κύριου πεδίου των σύγχρονων αναμετρήσεων, που ορίζεται κατηγορηματικά έξω από τα ασφυκτικά εθνικά πλαίσια. Από κει και πέρα η νέα πολιτική δεν μπορεί να συνίσταται μόνο σε αυτό. Θα χρειασθούν πλήθος τοποθετήσεων που θα αφορούν τόσο το ξεκαθάρισμα των λογαριασμών με την πολιτική κουλτούρα του παρελθόντος όσο και την ανάδειξη των νέων της χαρακτηριστικών.
Προς το παρόν επιμείναμε στο να καταδείξουμε το αδιέξοδο των πολιτικών σε εθνικό επίπεδο, το γενικότερο μπλοκάρισμά τους και την έλλειψη προοπτικών σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, και από την άλλη την ρεαλιστική και συνάμα ελπιδοφόρα οικουμενική διάσταση ενός σύγχρονου παγκόσμιου κοινωνικού και πολιτικού κινήματος.

Μήλιος Χρ

Κυριακή, 30 Μαΐου 2010

Οι ελίτ σκέφτονται αγγλοσαξονικά



Tου Nικου Γ. Ξυδακη

Ο,τι μας συμβαίνει είναι πρωτόγνωρο και σοκαριστικό, κι όχι επειδή είχαμε καλομάθει και γίναμε μαλθακοί, ούτε επειδή φταίνε καθ’ ολοκληρίαν οι παθογένειες του ελλαδικού κράτους και η οκνηροπονηρία του Ελληνος και τέτοια στερεοτυπικά. Οχι. Ο,τι συμβαίνει στην Ελλάδα τώρα και θα εξελίσσεται με σφοδρότητα μήνα με τον μήνα, είναι πρωτόγνωρο για όλη τη μεταπολεμική Ευρώπη. Η κρίση κρατικών χρεών, οι εγγενείς ασυμμετρίες στην Ε.Ε., η ταχύτατη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας, η ριζική αμφισβήτηση του κοινωνικού συμβολαίου, η εξουθενωτική πίεση στα μεσοστρώματα, η χειρουργική αφαίρεση του μέλλοντος, οι απειλές αποκλεισμού, ο μαζικός εκφοβισμός, η συλλογική ενοχοποίηση, όλα τούτα είναι πρωτόγνωρα για τους λαούς της μεταπολεμικής Ευρώπης, και ασφαλώς πρωτόγνωρα για τους Ελληνες της 36χρονης Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας.

Η επιχειρούμενη «λατινοαμερικανοποίηση» της Ευρώπης θέτει καινοφανή ερωτήματα στους πληττόμενους λαούς. Σε αυτά τα ερωτήματα είναι προφανές ότι δεν μπορούν πια να απαντήσουν οι πολιτικές ελίτ που κατέχουν σήμερα την εξουσία, διότι η σκέψη και η δράση τους είναι σχεδόν απολύτως ετερόφωτες και ετερόνομες· διότι αυτές ακριβώς οι ελίτ παρήγαγαν την παρούσα κρίση, είναι οργανικό μέρος της κρίσης· διότι τα διανοητικά εργαλεία τους είναι ξεπερασμένα. Τα εγχειρίδια Business Administration και Αssets Management των τεχνοκρατών που ασκούν πολιτικοοικονομική διαχείριση είναι απελπιστικά αστεία εφόδια για να αναμετρηθείς με τα σύνθετα γεωπολιτικά, ιστορικά και ανθρωπολογικά διακυβεύματα της πιο μεγάλης ίσως κρίσης του καπιταλισμού από το 1929. Η πολιτική τιμωρεί τους μάνατζερ, αλλά μαζί τιμωρεί πολύ επώδυνα και τα πλήθη που της γύρισαν την πλάτη.

Θα διακινδυνεύσω μια περιγραφή της ελληνικής περίπτωσης, με αφορμή την απουσία πρωτότυπων προσεγγίσεων και εννοιολογήσεων της κρίσης. Στον διαμορφωτικό 19ο αιώνα μεγάλα πνεύματα του ελληνισμού αναζήτησαν απαντήσεις κοιτώντας προς τη Δύση αλλά κυρίως προς τον χώρο τους και την παράδοσή τους. Συνέθεσαν πρωτότυπες, κοπιώδεις απαντήσεις, όχι πάντα λυσιτελείς, αλλά πάντα αυθεντικές, αυτόχθονες και τολμηρές: για το ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, πού πάμε, τι μπορούμε να κάνουμε — Σολωμός, Ζαμπέλιος, Παπαρρηγόπουλος, Κουμανούδης, Ροΐδης...

Μετά την ήττα του 1897, γεννήθηκε επίσης ένα νέο γηγενές πνεύμα, που εκφράστηκε πολιτικά, πνευματικά, καλλιτεχνικά, από τον Παλαμά έως τον Βενιζέλο. Στον μακρό 20ό αιώνα, μετά την καταστροφή του ’22, με ακόμη μεγαλύτερη ένταση, μια γενιά διανοουμένων, καλλιτεχνών και πολιτικών ανδρών στοχάστηκε με αυτόχθονες, αυθεντικούς όρους την ταυτότητα, τις δυνατότητες, την ιδιοσυστασία, τους δρόμους που ανοίγονται, άνδρες που επιχείρησαν μια ζεύξη του μοντέρνου με το παραδοσιακό, του διεθνούς με το εντόπιο, που είδαν τον εαυτό τους υπερήφανο και αυτοτελή. Μιλώ για τη λεγόμενη Γενιά του ’30, υπό ευρεία έννοια. Ο «κρατικός» Σεφέρης, ο υπερμοντέρνος Εγγονόπουλος, ο κεντρώος Θεοτοκάς, ο βυζαντινός Κόντογλου, ο αριστερός Δούκας, ο μυστικός Πικιώνης, ο ακατάτακτος Πεντζίκης, κ.ά., είδαν τον Ελληνα εαυτό με αγωνία και περηφάνια, σαν μέρος του Δυτικού όλου αλλά και σαν αυτόφωτο πρόσωπο. Η κληρονομιά τους είναι κληρονομιά υπερηφάνειας και αυθεντικότητας. Και κράτησε ζωντανό τον ελληνισμό του κρατιδίου μέσα από πολέμους, κατοχή, εμφύλιο, έως τη δικτατορία του ’67.

Στη μεταπολίτευση, αυτή η παράδοση πρωτογενούς σκέψης ατονεί — για πολλούς λόγους. Ατονεί σταδιακά, έως νεκρώσεως, ακόμη και η πνευματική σύνδεση των ελίτ με την ηπειρωτική Ευρώπη· παύει η τροφοδοσία από τη Γαλλία, την Ιταλία, τη Γερμανία. Οι ελίτ διαπαιδαγωγούνται πλέον αγγλοσαξονικά, μαθαίνουν να σκέφτονται αγγλοαμερικάνικα, να καθρεφτίζονται σε υπερατλαντικούς καθρέφτες, να μην αναγνωρίζουν εαυτούς στην παράδοση. Καθίστανται ανίκανες να σκεφτούν τον εαυτό τους και τον τόπο με όρους άλλους εκτός των κολεγιακών εγχειριδίων· ανίκανες να σκεφτούν τη γεωπολιτική και ιστορική Ελλάδα δυναμικά, με όρους αυτοτέλειας και ιστορικότητας. Οι ελίτ σήμερα παπαγαλίζουν αγγλοσαξονικά, βλέπουν την Ελλάδα μηχανικά, σαν case study, τη βάζουν σε excelάκια στο λάπτοπ· ορισμένως: τη βλέπουν απ’ έξω, σαν ξένοι, που μάλιστα ντρέπονται και λίγο για το μεσογειακό και βαλκάνιο χούι, ντρέπονται για τους φτωχούς και άξεστους γονείς τους. Ντρέπονται για τον άξεστο Μακρυγιάννη, τον Καραϊσκάκη, τον Καβάφη, τον Σεφέρη; Ναι, ντρέπονται, επειδή οι ίδιοι είναι άξεστοι, άμοιροι παιδείας, ημετέρας και θύραθεν, επειδή είναι ετερόφωτοι ή άφωτοι, επαρχιώτες της Δύσεως και όχι πρωταγωνιστές της.

Είπαμε, βλέπουν την Ελλάδα απέξω, με το κυάλι αντεστραμμένο, και τη σκέφτονται αγγλικά, δηλαδή τεχνικά και αποσπασματικά. Δεν βλέπουν τον κόσμο από εδώ προς τα εκεί· και δεν τον σκέφτονται ελληνικά, δηλαδή ιστορικά και καθολικά. Και η Ελλάδα βουλιάζει.

Πέμπτη, 27 Μαΐου 2010

Από το ελληνικό στο ευρωπαϊκό χάος


Bookmark and Share
http://www.livepedia.gr/images/3/3c/LorenzAttractor-01-wik.png
Άρνηση προστατευτισμού, καταστρεπτική λιτότητα, αδυναμία ρύθμισης

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Σε “χαοτική περιδίνηση”, εξ ορισμού απρόβλεπτης κατάληξης, μοιάζει να εισέρχεται η ΕE, έχοντας καθυστερήσει στην αντιμετώπιση του ελληνικού ζητήματος αρκετά για να αναδειχθούν στην επιφάνεια και να “σκάσουν” οι πολλές αντιφάσεις της. Η Ελλάδα έπαιξε περίπου ρόλο που παίζουν οι ελκυστές καταστροφής στη μαθηματική θεωρία του Χάους. Αν όμως δεν βρεθεί σημείο σταθεροποίησης στην περιδίνηση της ΕΕ, ρόλο του ελκυστή καταστροφής θα αναλάβει η Ένωση και η κρίση θα μεταφερθεί στο υπέρτερο επίπεδο, της παγκόσμιας οικονομίας και παγκοσμιοποίησης. Στο χειρότερο σενάριο, η σύγκρουση διεθνών τραπεζών και ΕΕ, εξαιτίας του άναρχου τρόπου που την χειρίζονται οι Ευρωπαίοι, μπορεί να έχει μοιραίες συνέπειες για ευρώ-ΕΕ.
Στις 10.5 η Γερμανία συγκατατέθηκε στο πακέτο για τη Νότιο Ευρώπη, αν πιστέψουμε την Ελ Παΐς, μόνο όταν ο Σαρκοζί απείλησε με γαλλική έξοδο από το ευρώ. Το ευρώ πήρε πάνω του, η σταθερότητα επέστρεψε, αλλά το Βερολίνο έκανε δεύτερες σκέψεις. Η Ντώυτσε Μπανκ άρχισε να προβλέπει ελληνική χρεοκοπία, οι Γερμανοί να ζητάνε αυστηροποίηση των δημοσιονομικών κανόνων, οι Γάλλοι να θέτουν το ερώτημα που θα πάει η οικονομία με τον στραγγαλισμό της ζήτησης, η γαλλογερμανική σύγκρουση να αναβιώνει σε επίπεδο Eurogroup, όταν εκλήθη να συγκεκριμενοποιήσει τη λειτουργία της στήριξης. Χαρακτηριστικό του κλίματος ήταν το πρωτοφανές σχόλιο του Τρισέ για την Μέρκελ. Καλύτερα, είπε, να μερικοί να το βουλώνουν!
Η Μέρκελ προτείνει μηχανισμό ελεγχόμενης πτώχευσης των χωρών-μελών της ευρωζώνης. Ταυτόχρονα, ενώ μέχρι τώρα κατηγορούσε περίπου τους Έλληνες συνταξιούχους των 500 ευρώ ως υπεύθυνους για την κρίση του παγκόσμιου καπιταλισμού, τρομοκρατημένη από τα αποτελέσματα και το αναδυόμενο τέρας των αγορών, παίρνει τα πρώτα μέτρα περιορισμού της βραχυπρόθεσμης κερδοσκοπίας. Οι αγορές της απαντάνε αμέσως, με πτώση του ευρώ και των γερμανικών ομολόγων. Η Γαλλία, που διαμαρτυρόταν έντονα για τις κερδοσκοπικές επιθέσεις, εξανίσταται για τα μέτρα του Βερολίνου και δηλώνει ότι η ίδια δεν θα πάρει! Το “O σώζων εαυτόν σωθήτω” μετατρέπεται από ελληνική σε ευρωπαϊκή κατάρα, σε ένα περιβάλλον που δικαιώνει το “Μωραίνει ο Θεός ον βούλεται απωλέσαι”.
Για τη Γερμανία το πρόβλημα είναι η δημοσιονομική απειθαρχία, προτείνει άγριες περικοπές δαπανών και αυστηρές ποινές. Θέλει όλη την πειθαρχία που χρειάζεται ένα καλό ευρωπαϊκό κράτος, κανέναν όμως από τους αντισταθμιστικούς, αναδιανεμητικούς μηχανισμούς που έχουν τα κράτη, όπως κοινή φορολογία και αναδιανομή. Θέλει όλα τα κέρδη, κανένα από τα κόστη της ευρωζώνης.
Η γενικευμένη λιτότητα κινδυνεύει όμως να έχει χειρότερα αποτελέσματα από το 1930, είναι κυκλική και όχι αντικυκλική πολιτική. Θα στραγγαλίσει τη ζήτηση απειλώντας τη δημοκρατία. Αντί να βγάλει την παγκόσμια οικονομία από την ύφεση, θα την οδηγήσει σε κραχ. Η τραπεζική επίθεση κατά των κοινωνιών άρχισε από την περιφέρεια της ΕΕ, πέρασε στην περιφέρεια της ευρωζώνης και θα φτάσει στο κέντρο της. Είναι χίμαιρα να πιστεύει το Βερολίνο ότι θα επιβιώσει εν μέσω ευρωπαϊκών ερειπίων!
Η Γαλλία ζητάει από το Βερολίνο να ρίξει στην αγορά τα πλεονάσματά του για να ξαναλειτουργήσει η οικονομία, αντί να αγοράζει χρεόγραφα. Είναι αλήθεια ότι χωρίς ζήτηση, η Ευρώπη θα καταρρεύσει. Αλλά είναι επίσης αλήθεια ότι σε συνθήκες έλλειψης προστατευτικών φραγμών, η ζήτηση κινδυνεύει να καταλήξει εκτός Ευρώπης! Η υποτίμηση του ευρώ είναι μέτρο προστατευτισμού, συγκυριακό όμως, πιθανότατα ανεπαρκές. Κανείς όμως δεν θέλει να ακούσει για προστατευτισμό!
Το λιγότερο που θάπρεπε να γίνει, όχι για να σωθεί το παρόν επίπεδο ευρωπαϊκής οικονομίας και ευημερίας, αλλά για να μη γνωρίσει η Ευρώπη κοινωνικοπολιτικές καταστροφές και ο πλανήτης μεγάλους πολέμους, θάταν η σχεδιασμένη επαναφορά λελογισμένου προστατευτισμού, ελέγχων, φορολόγησης ροών κεφαλαίων και εμπορευμάτων, μιας νέας βιομηχανικής και τεχνολογικής πολιτικής στην Ευρώπη, ίσως στραμμένης στη ρομποτική και την αυτοματοποίηση, φιλικής προς το περιβάλλον και τον εργαζόμενο, νέες πολιτικές συνοχής. Καμιά όμως μεγάλη πολιτική δύναμη στην Ευρώπη, ούτε καν η ριζοσπαστική αριστερά δεν το προτείνει. Είναι άλλωστε πολύ δύσκολο να υλοποιηθεί η ιδέα στο περιβάλλον 27 συναποφασιζόντων.
Ως αποτέλεσμα τουλάχιστο τεσσάρων δεκαετιών απορρύθμισης, σταδιακής κατάργησης όλων των κρατικών μοχλών παρέμβασης, αντί να ομαλοποιείται και να εξισώνεται, το παγκόσμιο σύστημα της παγκοσμιοποίησης, τείνει να διαρραγεί αναρχικά σε πόλους διαφορικής ισχύος. Αλλού χρήμα, αλλού κατανάλωση-ζήτηση, αλλού παραγωγή-εργασία. Κάθε πόλος επιχειρεί να μεγιστοποιήσει τα πλεονεκτήματά του, με αποτέλεσμα έκδηλη αδυναμία ρύθμισης.
Στην εξίσωση συμμετέχουν πολλοί “παίκτες”. Οι “στρατηγικές” τους είναι αποκλίνουσες, αλλά και μεταβάλλονται στη διάρκεια του «παιχνιδιού», αποσταθεροποιώντας τη λειτουργία του συστήματος και αποκαλύπτοντας την αδυναμία του να αυτορρυθμισθεί. ‘Ενας κολοσσιαίος παράγοντας που παραμένει σχετικά αόρατος και απρόβλεπτος είναι οι αγορές. Στην πραγματικότητα η συζήτηση περί αγορών είναι απάτη, αυτό που βλέπουμε δεν είναι αγορές, είναι μάλλον το τέλος των αγορών, με τη μορφή που χαρακτήρισε τον ανερχόμενο καπιταλισμό, ενός πλήθους δηλαδή αλληλοανταγωνιζόμενων παικτών! Οι διεθνείς τράπεζες, οίκοι αξιολόγησης και κάτοχοι-διαχειριστές χρηματιστικού κεφαλαίου, μετά από δεκαετίες απελευθέρωσης και αποφορολόγησης, απέκτησαν πολλαπλάσια ισχύ από τα κράτη, συγκροτήθηκαν σε τεράστιο ολιγοπώλιο και, όπως κάθε τόσο μεγάλη Ισχύς στην ιστορία έχουν ασφαλώς μακροχρόνιες πολιτικο-στρατηγικές και όχι μόνο οικονομικές επιδιώξεις.
Είναι ουσιαστικά οι δυνάμεις που έσπρωξαν τις ΗΠΑ στην επίθεση στο Ιράκ, ως αρχή στρατιωτικής κατάληψης του πλανήτη και δημιουργίας παγκόσμιας «Aυτοκρατορίας». Τα μέσα και το πεδίο σύγκρουσης άλλαξαν, όχι οι επιδιώξεις. Αν οι Αμερικανοί μπορούν να μετακινήσουν μερικές στρατιές σε διάστημα λίγων εικοσιτετραώρων, οι επονομαζόμενες αγορές μπορούν επίσης να κινητοποιήσουν πολλά δισεκατομμύρια δολάρια με καθαρά πολιτικές επιδιώξεις. Γι’ αυτό δεν βλέπουμε τις χαοτικές κινήσεις, που συνήθως χαρακτηρίζουν τις πραγματικές αγορές, όσο στοχευμένες επιθέσεις εναντίον ενός ευρωπαϊκού κράτους κάθε φορά. Ο τρόπος δράσης θυμίζει τους αστραπιαίους πολέμους με τους οποίους ο Γκουντέριαν κατέλαβε την Ευρώπη, προτού σπάσει τα δόντια του στη στέπα.
Δεύτερο, δεν υπάρχει ΕΕ. Δεν υπάρχει τρόπος, πεδίο σύνθεσης της πολιτικής βούλησης των ευρωπαϊκών λαών, των δημοκρατικών τους αποφάσεων στα 27 εθνικά θεσμικά επίπεδα που λειτουργεί υποτυπωδώς η δημοκρατία, των οικονομικών εξελίξεων και πολιτικών και των κεντρικών ευρωπαϊκών θεσμών. Το Μάαστριχτ είναι ένας κλειστός, εσωτερικά συνεκτικός αλγόριθμος, φτιαγμένος με κριτήριο την εγγύηση των κερδών του χρηματιστικού κεφαλαίου (και εμμέσως των γερμανικών εξαγωγών). Τηρούμενο οδηγεί σε πολιτικά ανέφικτες καταστάσεις, μαζικής φτωχοποίησης και πλήρους αποβιομηχάνισης. Είναι πολύ δύσκολο έως αδύνατο να μεταρρυθμιστεί. Αν αρχίσεις να τον παραβιάζεις ad hoc, όπως κάνει τώρα η ΕΕ, δυσκολεύεσαι να βρεις νέο σημείο σταθερότητας του συστήματος και παροξύνεις τις εσωτερικές αντιθέσεις και ανταγωνισμούς.
Το ευρώ έκανε πολύ ευκολότερο τον δανεισμό. ¨Όπως αποκαλύπτεται, έκανε πολύ ευκολότερη και την υποδούλωση των ευρωπαϊκών κρατών στους δανειστές τους, εκτός αν αρχίσουν να τους … απαλλοτριώνουν, όπως ο Ρούζβελτ. Το Μάαστριχτ σε συνδυασμό με τη διαρκή διεύρυνση και την παγκόσμια φιλελευθεροποίηση λειτουργεί ως εργαλείο ευρωπαϊκής αποβιομηχάνισης. Η υπεσχημένη σύγκλιση οικονομιών (Ντελόρ, 1986) δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ, ούτε όλη η Ευρώπη μπορεί να ζήσει από την παραγωγή υψηλής τεχνολογίας (ιδέες Μπλερ). Για να συναγωνιστούν οι Ευρωπαίοι κινέζικες επιχειρήσεις με μεροκάματο ένα ή δύο δολάρια, πρέπει να κατεβάσουν τελικά εκεί τα μεροκάματα, κάτι που δεν μπορεί να γίνει χωρίς πολέμους, καταστροφές και δικτατορίες. Το αποφύγαμε με δανεισμό, η μέθοδος όμως επιδείνωσε αντί να λύσει το πρόβλημα, αφού τα δάνεια δεν χρηματοδότησαν ανάπτυξη και μείωση ανισοτήτων. Για να κατέβει βίαια το κόστος εργασίας, όπως επιβάλλει η αρχή των συγκοινωνούντων δοχείων, όταν δεν παρεμβάλλεται κρατική παρέμβαση, πρέπει να καταστραφεί η ευρωπαϊκή δημοκρατία. Την τάση οργανώνουν οι ευρωπαϊκές συνθήκες, Μάαστριχτ και Λισσαβόνας, αναγορεύοντας τον ακώλυτο οικονομικό ανταγωνισμό, τον χωρίς εμπόδια και όρια φιλελευθερισμό, σε καταστατική αρχή της ΕΕ, απαγορεύοντας κάθε φορολογική και κοινωνική εναρμόνιση.
Η Γερμανία συμμάχησε με τις αγορές για να δώσει ένα μάθημα στην Ελλάδα, διαπιστώνοντας τώρα με τρόμο και αμηχανία ότι ο σύμμαχος είναι ένα επικίνδυνο τέρας. Αλλά ούτε οι αγορές μπορούν τελικά να επιβάλουν μαζική φτωχοποίηση. Θα χρειαστούν ισχυρές αστυνομίες και στρατοί, μια κατάλληλη ιδεολογία, ίσως και διεθνείς συρράξεις ή μεγάλες καταστροφές. Εκτός αν η προσέγγιση του Μεγάλου Κραχ προκαλέσει κινητοποίηση κοινωνιών και εναργείς πολιτικές παρεμβάσεις.
Δημοσιεύτηκε στον Κόσμο του Επενδυτή, 22.5.2010
Konstantakopoulos.blogspot.com

Print this post

Read more: http://infognomonpolitics.blogspot.com/2010/05/blog-post_3314.html#ixzz0p9vk0Scc

Δευτέρα, 24 Μαΐου 2010

Το περσικό σύμπλεγμα της Τουρκίας


απο τον ιστότοπο του Νίκου Λυγερού

Ν. Λυγερός

Η μονόπλευρη εξέταση της Τουρκίας δεν μας επιτρέπει ν’ ανακαλύψουμε το περσικό της σύμπλεγμα. Η Περσία είναι διαχρονικά η αυτοκρατορία του κέντρου. Κι υπήρξε σε πολλές περιπτώσεις το κέντρο βάρους κι άλλων αυτοκρατοριών, ακόμα και αυτής του Μέγα Αλέξανδρου.


Στον τομέα της θρησκείας, η Περσία παίζει ένα σημαντικότατο ρόλο κι αποτελεί παράδειγμα προς μίμηση για πολλούς λαούς του Ισλάμ. Στον τομέα του πολιτισμού, η Περσία είναι μία από τις κορυφές, όχι μόνο του ισλαμικού κόσμου αλλά και της ανθρωπότητας. Όλα αυτά τα αντικειμενικά στοιχεία είναι πολλά για έναν γείτονα. Κι όπως η μίμηση είναι το πρώτο στάδιο του θαυμασμού, δεν ξαφνιάζει κανέναν ειδικό η προσπάθεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να λειτουργήσει μ’ ένα διαφορετικό τρόπο βέβαια, αλλά πάνω στο ίδιο έδαφος.


Όμως για να γίνει αντάξια και να μπορέσει να υλοποιήσει το όνειρό της, δηλαδή να ξεπεράσει ακόμα και την εμβέλεια της Περσίας, δεν αρκεί να έχεις τις ίδιες διεκδικήσεις, πρέπει να έχεις τους ίδιους εχθρούς και βέβαια να τους εξοντώσεις πιο αποτελεσματικά. Στον τομέα της φρίκης, η Τουρκία κατάφερε να κάνει την καινοτομία με τη γενοκτονία. Σ’ αυτό το σημείο εμπλέκεται κι ο ελληνισμός. Ο Μαραθώνας, οι Θερμοπύλες κι η Σαλαμίνα είναι στίγματα που δεν ξέχασε η ανθρωπότητα. Το θέμα δεν είναι αν ήταν νίκες ή ήττες, αλλά μάχες πολιτισμού και στρατηγικής. Κι η ύπαρξη της Τουρκοκρατίας για 400 χρόνια δεν μπόρεσε να σβήσει αυτές τις μνήμες και τις θυσίες. Για την Τουρκία, η Ελλάδα είναι ασήμαντη και δεν αποτελεί παρά μόνον ένα πέρασμα, μία πρόσβαση στην Ευρώπη. Όμως για το σύμπλεγμά της είναι και παραμένει ένα ενοχλητικό σύμβολο.


Στην πραγματικότητα, την έχει μετατρέψει στο εξής νοητικό σχήμα. Η Ελλάδα είναι για την Ευρώπη, ότι ήταν οι Θερμοπύλες για την Αθήνα. Και για να γίνει ακόμα πιο κατανοητό σε όλους, η Ελλάδα είναι οι Θερμοπύλες της Ευρώπης. Γι’ αυτό το λόγο η πατρίδα μας έχει σημασία, όχι για το βαθύ κράτος, αλλά για τη συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, δηλαδή του Νεοθωμανισμού. Το να γίνει κατανοητό σε όλους είναι απλώς θέμα χρόνου, αλλά είναι ήδη μία πραγματικότητα. Το πρόβλημα του περσικού συμπλέγματος δεν είναι η ύπαρξή του αλλά οι επιπτώσεις του.



«Προωθείτε τον γενιτσαρισμό στη Θράκη»

εφημερίδα "Έθνος"

Ο καθηγητής Γ. Παύλος την επικρίνει για την εισαγωγή της τουρκικής σε όλα τα δημόσια σχολεία, απόφαση που υποβιβάζει την ελληνική σε δεύτερη γλώσσα και προειδοποιεί για κινδύνους

«Tον ασκό του Αιόλου» για τουρκοποίηση της εκπαίδευσης στη Θράκη και υποβιβασμό της ελληνικής σε δεύτερη γλώσσα ανοίγει το νέο πρόγραμμα «Εκπαίδευσης των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας» του υπουργείου Παιδείας.

Ο καθηγητής Γιώργος Παύλος (δεξιά) με τους πρωθυπουργούς Ελλάδας  και Βουλγαρίας και ομάδα παιδιών από τις δύο χώρες, τον περασμένο  Ιανουάριο.
Ο καθηγητής Γιώργος Παύλος (δεξιά) με τους πρωθυπουργούς Ελλάδας και Βουλγαρίας και ομάδα παιδιών από τις δύο χώρες, τον περασμένο Ιανουάριο.

Οπως καταγγέλλει ο αναπληρωτής καθηγητής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Γιώργος Παύλος, που εδώ και χρόνια εργάζεται για την εκπαίδευση των μουσουλμανοπαίδων, η ειδική γραμματέας Παιδείας Θάλεια Δραγώνα έχει αποτύχει να δώσει λύσεις στα καίρια προβλήματα της μειονοτικής εκπαίδευσης στη Θράκη, στερώντας από τον μουσουλμανικό πληθυσμό τη δυνατότητα συστηματικής εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, ενώ εισάγει... καινά δαιμόνια (δημοψηφίσματα κ.ά.), που εύκολα γίνονται «βούτυρο στο ψωμί» των πολιτικών επιδιώξεων του τουρκικού προξενείου.

Ο καθηγητής Γ. Παύλος, στο Προεδρικό Μέγαρο με τον κ. Κάρολο  Παπούλια.
Ο καθηγητής Γ. Παύλος, στο Προεδρικό Μέγαρο με τον κ. Κάρολο Παπούλια.

Επιστολή στην υπουργό
Τον Μάρτιο του 2010 το υπουργείο Παιδείας απηύθυνε πρόσκληση προς τα ΑΕΙ της χώρας για την υποβολή προτάσεων για την «Εκπαίδευση των παιδιών της μουσουλμανικής μειονότητας στη Θράκη» για τα έτη 2010-2013. «Ή εμείς έχουμε χάσει τα λογικά μας και παραλογιζόμεθα ή εδώ στη Θράκη συμβαίνουν παράλογα πράγματα» σημειώνει ο καθηγητής στην επιστολή του προς την υπουργό Παιδείας Αννα Διαμαντοπούλου.

«Στη Θράκη του 2010 το ελληνικό υπουργείο Παιδείας μελετά και σχεδιάζει επίσημα την εισαγωγή της τουρκικής σε όλα τα δημόσια σχολεία, δημιουργεί δίγλωσσα νηπιαγωγεία, για τα οποία δεν προνοεί κατά στον σχεδιασμό του τη χρήση των άλλων μητρικών γλωσσών της μειονότητας (πομακική και ρομά), προάγει διαφοροποιημένη παιδαγωγική, υποβιβάζει την ελληνική σε δεύτερη γλώσσα...

Για τα ανωτέρω το υπουργείο Παιδείας διαθέτει για τους επόμενους 36 μήνες 10 εκατομμύρια ευρώ, εν μέσω περικοπών συντάξεων, μισθών και νέων φορολογικών αυξήσεων. Δεν μπορούμε παρά να καταγγείλουμε αυτήν την προσβλητική για τη Δημοκρατία και την επιστημονική δεοντολογία μεθόδευση» τονίζει στην επιστολή του προς την Αννα Διαμαντοπούλου.

Μύδρους εξαπολύει στην ειδική γραμματέα Θάλεια Δραγώνα στην επιστολή που της απευθύνει ο καθηγητής κ. Παύλος. «Στις δηλώσεις σας, κατά την πρόσφατη επίσκεψή σας στην Ξάνθη, περί δίγλωσσων νηπιαγωγείων, ναι μεν μιλάτε για χρήση της μητρικής γλώσσας, αλλά διευκρινίζετε εφόσον αυτό ζητηθεί από τα ίδια τα μέλη της μειονότητας» σημειώνει.

«Πώς, όμως, θα ζητηθεί ό,τι ζητηθεί; Σίγουρα με κάποιον τρόπο αντικειμενικό και μετρήσιμο. Στο σημείο αυτό διαπράττετε μέγιστο και ιστορικό σφάλμα, που θα πυροδοτήσει ανήκουστες πλέον διεκδικήσεις στη Θράκη, έξω από κάθε λογική, δίκαιη και σύμφωνη προς το διεθνές δίκαιο διαχείριση μειονοτικών θεμάτων. Διότι, όπως γνωρίζετε πολύ καλά -ή θα πρέπει να γνωρίζετε- η μη τουρκόφωνη μουσουλμανική κοινωνία της Θράκης βρίσκεται εγκλωβισμένη -με την ανοχή της ελληνικής Πολιτείας δυστυχώς- στον ασφυκτικό κλοιό του τουρκικού Προξενείου Κομοτηνής, το οποίο λειτουργεί ως άτυπο τουρκικό υπουργείο Θράκης».

Σύμφωνα με τον καθηγητή κ. Παύλο, η κ. Δραγώνα «θέτει για πρώτη φορά τις βάσεις για τη μελλοντική νομιμοποίηση του δημοψηφίσματος ως μέσου έκφρασης των διαφόρων αιτημάτων από πλευράς της μουσουλμανικής κοινωνίας της Θράκης προς την ελληνική Πολιτεία, την οποία αν δεν την ακυρώσει άμεσα, ανοίγει τον δρόμο για τη σταδιακή και άτυπη διχοτόμηση της Θράκης, αρχής γενομένης από την εκπαίδευση...».

ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΦΙΛΙΑ
«Συνεργασία, αλλά όχι με όρους υποτέλειας»

Oι παρατηρήσεις του αναπληρωτή καθηγητή της Πολυτεχνικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θράκης έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, αφού ο Γιώργος Παύλος ήταν αυτός που σχεδίασε και υλοποίησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 το καινοτόμο «Πρόγραμμα Φροντιστηρίων Ενισχυτικής Διδασκαλίας», προσφέροντας δωρεάν μαθήματα στους μαθητές της μουσουλμανικής κοινωνίας στη Θράκη. Στο πρόγραμμα αυτό διετέλεσε επιστημονικός υπεύθυνος έως το 1997, οπότε και παραχώρησε τη λειτουργία τους στο καθ’ ύλην αρμόδιο υπουργείο Παιδείας.

«Πάντοτε ήμουν υπέρμαχος της ελληνοτουρκικής φιλίας και της γόνιμης συνεργασίας Ελλάδας - Τουρκίας, αλλά όχι με όρους υποτέλειας», εξηγεί στο «Εθνος της Κυριακής» ο Γ.Παύλος. «Προσωπικά δεν έχω τίποτε εναντίον του προσώπου της κ. Δραγώνα, κάτι το οποίο άλλωστε φανερώνει και η σιωπή μου επί 13 χρόνια, ενώ διαπίστωνα τα συνεχή της λάθη.

Θεωρώ όμως ότι είμαστε υποχρεωμένοι ως Ελληνες πολίτες αλλά και ως επιστήμονες, γνωρίζοντες από κάθε άποψη και σε βάθος τα θέματα της Θράκης, να ζητήσουμε από την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό της χώρας, αλλά και ολόκληρο τον πολιτικό κόσμο και την ελληνική κοινωνία να προστατεύσουν τη Θράκη από ενέργειες που θα στοιχίσουν ακριβά και θα οδηγήσουν σε μη αντιστρεπτά φαινόμενα. Βρισκόμαστε άλλωστε προ μεγάλης εκπλήξεως και απορίας, διότι φθάσαμε να αγωνιζόμαστε να προασπίσουμε τη Θράκη από το ελληνικό υπουργείο Παιδείας, ωσάν να πρόκειται περί ενός υπουργείου ξένου προς την Ελλάδα και τα ελληνικά συμφέροντα!».

Επιστολές
Ενθαρρύνετε τη δημιουργία κράτους εν κράτει

Δριμύ κατηγορώ απευθύνει ο καθηγητής κ. Παύλος στη Θάλεια Δραγώνα μέσω της επιστολής του.

«Παραβιάσατε και παραβιάζετε βασικές δημοκρατικές, παιδαγωγικές και διαπολιτισμικές αρχές, εγκλωβίζοντας την ελληνική Πολιτεία σε ένα νέο αδιέξοδο και μη αντιστρεπτό δρόμο, που αργά ή γρήγορα θα καταλήξει σε καταστροφικές για τη Θράκη και την Ελλάδα συνέπειες.

Ενθαρρύνετε την ανάπτυξη ενός ανθελληνικού και αντιευρωπαϊκού τουρκικού εθνικισμού στη Θράκη και αποδυναμώσατε τη γνήσια ελληνο-τουρκική φιλία μεταξύ των δύο λαών. - Στερήσατε με τους λανθασμένους σας σχεδιασμούς το σύνολο της μουσουλμανικής νεολαίας από τη δυνατότητα συστηματικής εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας και παροχής ενισχυτικής διδασκαλίας.

-Με τις πρόσφατα δρομολογημένες μεθοδεύσεις σας συνεχίζετε έμμεσα να συμβάλλετε και να ανέχεστε την αυταρχική τουρκοποίηση όλης της μουσουλμανικής κοινωνίας της Θράκης. -Εχετε δημιουργήσει συνθήκες μονοπωλίου στα εκπαιδευτικά πράγματα της περιοχής, αποκλείοντας δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς που δεν ευθυγραμμίζονται με τις δικές σας ιδεολογικές επιλογές και προκαταλήψεις», καταγγέλλει ο καθηγητής κ. Παύλος.

Υπόνοιες αφήνει ο καθηγητής και για τα προηγούμενα προγράμματα της Θ. Δραγώνα στην περιοχή. «Με δική σας ευθύνη σχεδιάστηκαν και υλοποιήθηκαν από το 1997 έως σήμερα 3 εθνικά προγράμματα ΕΠΕΑΕΚ του υπουργείου Παιδείας ύψους μερικών δεκάδων εκατομμυρίων ευρώ, και ενώ θα μπορούσατε να έχετε δώσει πραγματικές λύσεις στο γλωσσικό και εκπαιδευτικό πρόβλημα των μουσουλμάνων της Θράκης, αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε πιο πίσω και από εκεί που ξεκινήσαμε» σημειώνεται στην επιστολή.

ΜΑΡΙΑ ΨΑΡΑ

Κυριακή, 23 Μαΐου 2010

Κάτι πραγματικά πρωτότυπο και διαφορετικο: Το βιβλίο "Κρίση και Από-κριση", του Δημήτρη Τζουβάνου


Από τις πιό σοβαρές προσεγγίσεις για το τι και το πώς της διεξόδου.Παραθέτω ενα απο τα σημαντικότερα κεφάλαια: Τι αφορά το "άλλο πολιτικο σύστημα" της διεξόδου;

13. Η αναγκαια πολιτικη αλλαγη.

Η οριακη οικονομικη κατασταση, αλλα και τα βαθυτερα αδιεξοδα της φιλελευθερης Αναπτυξης, δεν μπορουν να απαντηθουν πλεον στο εδαφος της οικονομίας, μεσω δηλ. «οικονομικων μετρων». Δε μπορουν να απαντηθουν με τροπο ουσιαστικα ανατακτικο, δηλ. περαν μιας εγκατεστημενης πλεον βιοτικης κατιούσας. Δεν είναι ζητημα απλως επωδυνων «μετρων», για τα οποια οι γνωστοι εξωθεσμικοι καλλιεργουν ηδη την προοπτικη μιας «κυβερνησης εθνικης ενοτητας». Είναι ζητημα μιας οικονομικης και συνολικοτερης πολιτικης, για την οποια ολοκληρο το πολιτικο συστημα εχει καταδειξει τα οριά του.

Το πολιτικο μας συστημα δεν εχει ωστοσο εξαντλησει τα τυπικα φιλελευθερα ορια ωρίμασής του, μοιαζει ακόμα εκσυγχρονιστέος επαρχιώτης, κι εχει ζωή απ' αυτή την αποψη, αφου εχει δρόμο. Αλλ' απ' την άλλη ποιο, εστω βελτιωμενο κι ωριμο, φιλελευθερο αλότριο συστημα θα μπορουσε να δώσει λύσεις στα πιεστικά πλέον προβλήματα της ελληνικης κοινωνίας ; Κανένα εκει που ειμαστε πια, η πορεία θα είναι κατιούσα ( βλ. Κ.12 ). Αυτό όμως, καθόλου δε σημαίνει αυτόματα, ότι ένα κραμα βελτιωσεων και κατιουσας δεν είναι κοινωνικα αποδεκτο, αναμεσα στα αναθέματα, οσο τουλαχιστον μια άλλη λυση πιο αποδεκτη κι αξιοπιστη θα λειπει. Αυτό αλλωστε ορίζει και τη στρατηγικη του συστηματος, δηλ. την αναγκαστικη και μονοδρομη οριακη βελτιωση κι επιβίωση - καλοδεχουμενη να ‘ναι, και γρηγορα να ξεπεραστει.
Το τοπίο αυτό της ταχειας εκσυγχρονιζομενης κατιούσας που η χωρα μπαίνει, είναι γόνιμα επιρρεπές στο παραπέρα. Για να καρποφορησει ομως, χρειάζεται αυτό το παραπέρα να πάρει μορφή, μορφη πολιτικη και άξια για το κοινωνικο του Σωμα, ικανη να το μορφοποιησει - αναβαθμισει σε Σωμα αυτοσυνειδητό, δηλ.υπεθυνο και ικανο να ορίσει κι όχι να «δεχτει» αναγκαιες κοινωνικες αλλαγες.

Δεν είναι άλλη αυτή η μορφη από ένα νέο δημοκρατικο πολιτικο συστημα, πολυκομματικο και συμμετοχικο, ένα βημα αποφασιστικο πέρα απ' τη φιλελεύθερη κι αλλότρια ρεμπούμπλικά μας. Και δεν είναι μακρυα η χωρα από μια τετοια δυνατοτητα, αντιθετα είναι μπροστα από ολες τις άλλες στον αναπτυγμενο κόσμο, τόσο γιατι η κατιουσα προς τα εκει πιέζει, αλλα και γιατι η κοινωνικη συνειδηση, μ' ολες τις αντιφάσεις της κι ανάμεσα σε αλλότριους μύθους, προς τα εκει προσανατολίζεται κι ελπιζει. Δεν είναι όμως ξεκαθαρα πεισμένη η διανόησή της για όλα αυτά, αντιφατικη και σαστισμένη η ιδια, κλεισμένη κι αυτή στους δικούς της μύθους. Και είναι αυτό κρισιμο, γιατι μια οργανική διανόηση, οσο και μια ανταρτικη νεολαία, είναι απαραίτητοι καταλύτες. Θα επεκταθουμε ετσι λίγο, εδώ, εστω και πλατειάζοντας.

Η αναγκη βαθειας πολιτικης αλλαγης, συνειδητοποιειται ολο και περισσοτερο στην ελληνικη κοινωνία, η οποια και επι χρονια την εχει αναζητησει στα συστημικα ορια, όχι λογω ανωριμότητας, αλλα λόγω ωριμότητας, αρνουμενη δηλαδη τα (ψευδο)αντι-συστημικα κι εμμένοντας στην εκ των ενδον διαρρηξή τους. Εστω με ελπιδες σε υπερβατικες υποσχεσεις, εστω με στηριξη σε εκχωρημενες υπερβατικες αποπειρες, και φυσικα με αντιφάσεις - χωρίς οδηγους αλλωστε. Δεν είναι αυτά ελλείμματα ωριμότητας, αλλα ωριμη απόρριψη του σάπιου κι ανεπαρκούς που παριστανει τη λυση, αυτου πού φανερά η ψυχή του αναδίδει συστημίλα χειρίστου ειδους, εστω κι αν εκει στεγάζονται - κι ασφυκτιουν - και πολυτιμα στοιχεια της κοινωνικης συνειδησης.
Δεν εχει βεβαιως η κοινωνία μια συνεκτικη θεωρηση για όλα αυτά, ουτε την απ-αλλοτριωμένη υπερ-πολιτικη ιδεολογία που θα επέτρεπε αυτή τη θεώρηση, ουτε εχει φυσικα προσδιορισει τα ειδικοτερα πολιτικα βηματα που απαιτουν οι ωριμες πολιτικές κατευθύνσεις της. Δεν εχει η κοινωνία μια τετοιου ειδους ιδεολογοπολιτικη ωριμότητα, κι ως προς αυτά δεν προηγειται πολύ των κομματων και πολιτικών ομαδων. Εχει όμως τον αδρο προσανατολισμο σε ριζοσπαστικες συστημικες αλλαγες, πάντα όμως πέρα από τυχοδιωκτισμούς, μετωπισμους και σοβιετισμούς, οντας στο σημειο αυτό πολύ μπροστά απ' την αριστερα συμπασα. Μπροστά, αλλα κι απέναντι στην αριστερα, η οποία μεσα από γυαλιά ψευδο-μαρξιστικα, διαβαζει στον ανω προσανατολισμο, την ιδεολογοπολιτικη «ανωριμότητα» της κοινωνίας κι όχι δική της βαθειά αλλοτρίωση και υστέρηση.
Κι όμως, ενας τετοιος κοινωνικός προσανατολισμος εντείνεται συνεχως, αναζητωντας την πρακτικη διεξοδο, στο ριζοσπαστισμο και τη μεταβατικη δυναμη ενός δημοκρατικού - κοινωνικου πολιτικου συστήματος, που ασφαλως ξεπερνάει την αριστερα. Αρκει εδώ η αναγνωση των εκλογικων συμπεριφορων, γενικων κι εσωκομματικων, καθως και τα πολυμορφα δημοσκοπικα στοιχεια για να καταδειχτει η πραγματικοτητα αυτή.

Στις πολιτικές ελλείψεις της κοινωνιας για τα παραπέρα σχετικα βηματα, τη βασικη αποτελει η αγνοια της αναγκης και δυνατοτητας να πραγματοποιησει αμεσα ένα σημαντικο δημοκρατικο-συμμετοχικο αλμα, περα απ' την εκχωρητικη φιλελευθερη ρεπούμπλικα. Η αγνοια της αναγκης και δυνατοτητας, να προδιαγραψει και να απαιτησει αμεσα, το αντιστοιχο πολιτικο συστημα, κι ακομα η αγνοια ότι είναι αυτό το ιδιο που θα την καταστησει αποτελεσματική μπροστα στις μεγάλες της ευθύνες, αυτες που ηδη εχει κι αποποιειται, και που στο νέο πολιτικο συστημα θα αναλάβει θεσμικα.
Κι αυτό ακριβως είναι το κεντρικο ζητημα του αναγκαιου πολιτικου της προσανατολισμου, πλαϊ στα αναγκαια βήματα γενικότερης ιδεολογικης χειραφέτησης.

Το ζητημα αυτό απαιτει ειδικοτερες καταθεσεις κι επεξεργασιες, σκληρη κριτικη του φιλελευθερου συστηματος, αλλα και σκληρη κριτικη στα αδιεξοδα και παρωχημενα της αριστερας, η οποία και παρεμποδιζει την ανω ιδεολογοπολιτικη χειραφετηση της κοινωνιας. Κριτικη από μια θεση που κατανοει ότι οι ανάγκες κατεδαφισης του πολιτικο-κομματικου τοπίου και οι αναγκες αναβάθμισής του δεν είναι διαδοχικές αλλα ταυτόχρονες, κι ετσι αντίθετες με τους αριστερούς μονοκομματισμούς και μετωπισμούς. Όλα αυτά βεβαια, προ-απαιτουν με τη σειρα τους τα αναγκαια βηματα περαιτερω ιδεολογοπολιτικης χειραφέτησης, του διασπαρτου πρωτοπόρου κοινωνικου δυναμικού.

Οι παραπανω πολιτικες κατευθύνσεις, είναι και οι μονες που μπορουν να αντιμετωπισουν ειδικότερα και την οικονομικη κριση της χωρας. Και εδώ όμως υπαρχει σημαντικο ελλειμμα κοινωνικης συνειδησης.
Το αιτημα για μια «σωστη» αλλα κι «αξιοπιστη» οικονομικη πολιτικη σημερα, είναι παγκοινωνικο και μάλιστα ξεπερνα σε μεγαλο βαθμο το αιτημα για «αποτελεσματικα οικονομικα μετρα». Τι σημαινει όμως αυτό, στην ευρύτερη κοινωνικη συνειδηση; Ας πουμε, να κανουν ολοι σωστα τη δουλειά τους, να μην κλέβουν κτλ. Μ' ολες τις ειδικότερες ενστασεις για τις ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις κτλ η συνταγη αυτή εχει κάποια αξία παρέχοντας ορισμένους πραξεολογικους μπούσουλες για τον καθένα, καθως και καποια κριτηρια αξιολογησης των κυβερνησεων. Το βασικο της προβλημα ωστοσο είναι ότι παραμένει ευχολογική. Αυτό δεν σημαίνει γενικως ανεφάρμοστη - παντα ένα μερος της ευχής είναι εφαρμόσιμο, υπο πίεση εστω - αλλα ότι παραμένει, φιλελεύθερη, ρεπουμπλικανική, αλλότρια, εκχωρητική. Σημαίνει δηλαδη ότι αφορα μια συνταγη που θα εφαρμοστει ερήμην του νοικοκύρη, ετσι εξ ορισμου αναξιοπιστη, κι ετσι στο απαιτητικο σήμερα εκ των πραγματων αναποτελεσματική.

Βεβαια, στη φιλελευθερη ρεπούμπλικα που μας κουβαλα, δεν είναι τελείως απών ο νοικοκυρης ουτε όλα ολωσδιολου ανεξελεγκτα. Λίγο θεσμικα ανα 4ετια κτλ, λιγο «αγωνιστικα» χωρίς πυξιδα, υπάρχει μια καποια συνιστωσα κοινωνικης παρουσίας κι επέμβασης στις ασκουμενες πολιτικές. Η παρουσία όμως αυτή εχει πλέον καταδειχτει πολλαπλα ανεπαρκής.
Πρωτον είναι αποστασιοποιημενη, δεν εχει δηλαδη την αναγκαια αμεσοτητα ( χρονικη κ.α. ) στη λήψη και τον ελεγχο των αποφάσεων. Δευτερον είναι αντιφατικη, δεν εχει δηλαδη εσωτερικη συνέπεια, στοχευση, απολογισμο κτλ ( για πολλούς λογους ) κι ετσι πχ. μια στιγμη η κοινωνία ( ή τμηματά της ) πιέζουν προς το Α και την άλλη προς το Β, παρεχοντας περιθωρια χειρισμων αλληλοεξουδετερωσης κι εν γενει χειραγώγησης. Και τριτον και κυριώτερον, υπολείπεται των επιτακτικών αναγκών και των αμεσων κοινωνικων δυνατοτήτων. Για να το πουμε αλλοιως, δεν είναι ουτοπική κι ανωριμη η ουσιαστικότερη κοινωνική συμμετοχη-ελεγχος-ευθύνη στα τεκταινομενα, ουτοπική είναι πλεον η ρεπουμπλικανικη τηλε-εντολη και τηλε-κριτικη.

Η ουσιαστικη κοινωνικη εξοδος απ' την κριση ( βλ. και Κ.8 ), η άλλη αναπτυξη, απαιτει βαθειες δομικες αλλαγες στην ιδια την καρδια του κερδοφορικου συστηματος. Όχι φυσικα με τη μορφη του σοβιετικου καπιταλισμου ( που εχει απορριφθει απ' την κοινωνία, αν και θριαμβευει ως τωρα στην Κινα πανω σε καθημερινες εκατομβες εργαζομενων ), καθως κι όχι ερήμην των σχετικων διεθνων εξελιξεων. Ουτε με τη μορφη ενός ανανεωμενου φιλελευθερου «κοινωνικου συμβολαίου - new deal» μισθωτων-εργοδοτων-κρατους. Απαιτει ένα ειδος «αμεσου μεταβατικου παγκοινωνικου συμβολαίου», με αλληλοχρεες ελαχιστες διασφαλίσεις, με ευρεως αποδεκτες κοινωνικοπολιτικές στοχευσεις, με αναληψη ευθυνων (ιδεολογικα και θεσμικοοικονομικα) απ' ολο το κοινωνικο φασμα, με αυξημένη κοινωνικη συμμετοχη κι ελεγχο, και με ενταξη ( = στηριξη-αξιοποιηση ) της κερδοφορίας στο κοινο πλαίσιο. Κατι τετοιο προαπαιτει αντιστοιχο κοινωνικο αναπροσανατολισμο, κι αναταξη του ψευδοταξικου διεκδικητισμου σε αντιστοιχο κοινωνικο-πολιτικο κινημα, οργανικα ενταγμενο στη συνεχεια, στο μεταφιλελευθερο δημοκρατικο πολιτικο συστημα.

Δεν είναι αοριστη ευχη, η παραπανω διεξοδος, είναι μια πραγματικη δυνατοτητα, δυσκολη οσο κι αναγκαια. Το καθεστως οπου το κερδοφορικο συστημα οδηγει κι αναπαραγει την ηγεμονία του, βρισκοντας πάντα αυτό τη διεξοδο μεσα απ' τα κοινωνικα ερείπια, το καθεστως οπου η αλλοτριωμένη κοινωνία διεκδικει κι αποσπα μικρα κομματια φρούδου ευδαιμονισμού, πρεπει και μπορει να αλλαξει. Η οργανικη διανόηση οφειλει να δείξει στην κοινωνία ένα δρόμο δημοκρατικης μεταβασης στις παραπανω γενικες προδιαγραφές. Ένα δρομο οπου το επιχειρειν ( = δημιουργειν στις συνθηκες της παγκοσμιας πραγματικοτητας = συναιρειν τα οικονομικα και τα πολιτικα = δημιουργειν το Τωρα και το Αυριο = .... ) θα κινεί μαζι και θ' απ-αλλοτριωνεται. Θα κινει όχι ως ασύδοτη καρικατουρα της εργασιακης δημιουργικοτητας, αλλ' ως διαρκως απ-αλλοτριούμενο, και θ' απαλλοτριώνεται όχι ως (ψευδο)δημευομενο ντουβάρι, αλλα ως δημιουργικως κινουν. Δηλαδη οφείλει η οργανική διανόηση να χαράξει και να δείξει ένα δρομο-τροπο ζωης τοσο ρεαλιστικο και τοσο υπερβατικο.

Τίθεται, με όλα αυτά, ως αμεσο ( ως κυρίαρχο κατά τη γνωστη σε πολλούς από μας διάλεκτο ) ζήτημα, η υπερβαση του πολιτικου συστήματος στις ανω κατευθύνσεις. Η αμεσοτητα αυτή ( στην ιδια ως ανω διαλεκτο ) είναι αντικειμενικα ωριμη αν και υποκειμενικα λιγοτερο, όπως δείχνει το γενικευμενο σιχτίρ του κόσμου, υπαγορεύοντας αντιστοιχους προσανατολισμούς, εξειδικευτικα ψαξίματα, κτλ. σε οποιον εχει αυτιά να ακούσει.

Προκειται για τη μειζονα κοινωνικη συγκρουση που δεν περιορίζεται στην ενδοσυστημικη «εξυγίανση» κι «εκσυγχρονισμο» του κρατους, αλλ' ουτε οπισθέλκεται στη φαντασιακη «πραγματική αλλαγη». Πρόκειται για την ορισμένη «εδώ και τωρα» κοινωνικη απαλλοτρίωση του κράτους ή αλλοιως για την ορισμενη απ-ιδιωτευση της κοινωνίας, στους ορους της πολυκομματικης δημοκρατίας κι ως το βαθος αποφασιστικου λόγου σε κάθε ζητημα που η ιδια η κοινωνία θα κρίνει. Φυσικά για την αναγκαία αυτή Δημοκρατικη Μεταπολίτευση, αναγκαιούν εξειδικεύσεις με κυριώτερη αυτή που θα εξασφαλίσει την ιδια την εσωτερικη μετεξέλιξη του πολιτικου συστήματος.
Στο εδαφος αυτό αλλωστε, δηλ. στο εδαφος υποκειμενικου προσανατολισμου και διεκδικησης της πολιτικης αυτης αλλαγης, θα κριθει η διαμόφρωση του γενικότερου πολιτικο-κομματικου τοπίου, ιδιαίτερα του αντισυστημικου.

Ορισμενα ζητηματα σχετικά με τους αναγκαίους προσανατολισμούς και τα αντίστοιχα κοινωνικα διεκδικήματα ως προς το πολιτικό συστημα, εχουμε θίξει στο «Φορειο» ( βλ. Φυλλομαντη ). Στο ιδιο πλαίσιο, θεωρουμε ότι πρέπει να εξειδικευθουν εκείνα τα διεκδικηματα που αφορούν την αναβαθμιση της κοινωνικης παρουσίας ειδικότερα στην οικονομική πολιτικη.

Eνα βλεμμα Αυτοί που γλίτωσαν κι αυτοί που βούλιαξαν


Tου Nικου Γ. Ξυδακη

Σ' ένα εστιατόριο εργάζονταν 29 άνθρωποι. Ενας εξ αυτών, νεαρός και καινούργιος στη δουλειά, απολύθηκε διότι διαμαρτυρήθηκε στην Επιθεώρηση Εργασίας και στο ΙΚΑ για μη καταβολή και καθυστέρηση δεδουλευμένων. Υπό την πίεση του σωματείου, ο νεαρός εργαζόμενος επαναπροσλήφθηκε, αλλά απολύθηκε πάλι μετά δυο - τρεις μέρες. Τις επόμενες εβδομάδες, το εστιατόριο λειτουργούσε περικυκλωμένο από συναδέλφους του απολυμένου, που κατήγγειλαν δυναμικά τους εργοδότες εστιάτορες. Η πελατεία άρχισε να αραιώνει. Παράλληλα, άλλοι επτά εργαζόμενοι κατήγγειλαν στις Αρχές διάφορες άλλες παραβιάσεις της εργατικής νομοθεσίας. Οι υπόλοιποι είκοσι ένας εργαζόμενοι στράφηκαν εναντίον των θορυβούντων συνδικαλισμένων, ζητώντας το δικό τους δικαίωμα στην εργασία. Ανταλλάχτηκαν βαριές κουβέντες: ρουφιάνοι, προσκυνημένοι, τέτοια.

Οι εργαζόμενοι βρέθηκαν διχασμένοι. Από τη μια, οι υπερασπιστές των εργατικών δικαιωμάτων, δυναμικοί και θορυβώδεις, πίεζαν τους εργοδότες να σεβαστούν τις νόμιμες και τις ηθικές τους υποχρεώσεις. Από την άλλη, οι εργαζόμενοι που φοβόντουσαν μη χάσουν τη δουλειά τους και επιθυμούσαν να εργαστούν απερίσπαστοι, χωρίς τις οχλήσεις των συνδικαλισμένων.

Τη λύση την έδωσε ο εργοδότης. Εβαλε λουκέτο στο μαγαζί. Και όλοι οι εργαζόμενοι, διαμαρτυρόμενοι και μη, βρέθηκαν στον δρόμο, χωρίς δουλειά. Οι 21 κατηγορούν το σωματείο και τους 7+1 συναδέλφους τους, επειδή με την πίεση που άσκησαν ώθησαν τα πράγματα στα άκρα, στη χειρότερη κατάληξη. Οι άλλοι υπεραμύνονται των δικαιωμάτων τους και μαζί με το σωματείο καταγγέλλουν τον εργοδότη για καταχρηστική συμπεριφορά.

Η εμπλοκή στο θεσσαλονικιώτικο εστιατόριο, που κατέληξε σε σύγκρουση με θύματα, δεν είναι η πρώτη. Εχουν προηγηθεί ανάλογες εργασιακές εμπλοκές και αναφλέξεις το προηγούμενο διάστημα στην Αθήνα, σε παρόμοιες επιχειρήσεις εστίασης, όπου ανθούν η μαύρη εργασία και η επισφάλεια, αλλά και σε καθ’ όλα σοβαρές και νομοταγείς εκδοτικές επιχειρήσεις. Και όσο βαθαίνει η κρίση, όσο θα επελαύνει η ύφεση, και μαζί της η ανεργία και η ανασφάλεια, όταν επιπλέον θα αρχίσουν να εφαρμόζονται οι νέοι νόμοι για ευκολότερες απολύσεις και χαμηλότερες αποζημιώσεις, τέτοιες εμπλοκές και συγκρούσεις θα πληθαίνουν και θα οξύνονται.

Το σημαντικότερο στοιχείο είναι η διαφαινόμενη διαίρεση των εργαζομένων. Από τη μια, όσοι διεκδικούν εφαρμογή της κείμενης νομοθεσίας και βρίσκουν προστασία από τα συνδικάτα. Από την άλλη, οι εργαζόμενοι που επιθυμούν πάνω απ’ όλα να διατηρήσουν τη δουλειά τους, παραβλέποντας τις καταχρήσεις και της παρανομίες εις βάρος συναδέλφων τους, ακόμη και εις βάρος των δικών τους δικαιωμάτων. Αρκεί να παραμείνουν εντός εργασίας, να βγαίνει το μεροκάματο.

Στη συχνά άγρια πραγματικότητα του ιδιωτικού τομέα, τέτοια διλήμματα θα πληθαίνουν, δραματικά. Στα εστιατόρια, στα ξενοδοχεία, στα χωράφια, στα γιαπιά, δεν ισχύουν οι νόμοι που προστατεύουν τον δημόσιο υπάλληλο, τον υπάλληλο των ΔΕΚΟ, τον υπάλληλο μιας τράπεζας ή μιας μεγάλης επιχείρησης. Τέτοιες επιχειρήσεις, μικρές, οικογενειακές ή μικρομεσαίες, τις τελευταίες δύο δεκαετίες πορεύτηκαν απασχολώντας μετανάστες με χαμηλές αμοιβές και στοιχειώδη ή ανύπαρκτη ασφάλιση. Η μαύρη και φθηνή εργασία έδινε λύσεις, δημιουργώντας ένα μείγμα φανερής οικονομίας και παραοικονομίας. Η κατάσταση όμως έχει αλλάξει από καιρό: όλο και περισσότεροι Ελληνες δεν περιφρονούν πια τις χειρωνακτικές ή χαμηλής ειδίκευσης εργασίες – η ανάγκη πιέζει. Αλλά ο Ελληνας πολίτης απαιτεί εφαρμογή όλου του πακέτου: μισθό βάσει σύμβασης, ασφάλιση, πλήρεις παροχές κ. τ. λ.

Μπορεί να τα διεκδικήσει όλα αυτά τώρα, σε περιβάλλον δεινής κρίσης και ογκούμενης ανεργίας; Ολο και δυσκολότερα. Ο άνεργος σε καιρό κρίσης είναι ο άνθρωπος που βουλιάζει· όποιος διατηρεί το μεροκάματο, ακόμη και με ηθικές και υπαρξιακές εκπτώσεις, έχει περισσότερες πιθανότητες να γλιτώσει. Αλλά τι σημαίνει «να γλιτώσει»; Τι άνθρωπος θα είναι ο «γλιτωμένος», όταν γύρω του θα σωριάζονται πτώματα; Η ατομική επιβίωση, θεμιτή και ενστικτώδης, θα είναι αρκετή να τον γλιτώσει και σαν ολόκληρο άνθρωπο, κοινωνικό, έλλογο και ηθικό άνθρωπο; Πόσα δικαιώματα μπορεί να εκχωρήσει ο αναγκεμένος; Μέχρι πού μπορεί να φτάσει η οπισθοχώρηση; Για πόσο καιρό; Με ποιο χρονικό ορίζοντα; Και πώς γνωρίζει ο «γλιτωμένος» ότι δεν θα έρθει η σειρά του να βουλιάξει; Το πιθανότερο: Θα βουλιάξουν πολλοί, θα επιπλεύσουν λίγοι.

Τέτοια ερωτήματα, συγκλονιστικά, για μια οριακή ανθρώπινη κατάσταση, την κατάσταση των στρατοπέδων εξόντωσης, έθεσε ο Πρίμο Λέβι. Ο μεγάλος στοχαστής περιέγραψε μοναδικά την ενοχή αυτού που γλίτωσε, του επιβιώσαντος, απέναντι στα θύματα, σε αυτούς που βούλιαξαν. Δεν απάντησε ποτέ.

Σάββατο, 22 Μαΐου 2010

Οικονομικά συστήματα και ελευθερία




ΠΡΟΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΚΑΘΗΓΗΤΗ ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗ

«Οικονομικά συστήματα και ελευθερία»

«Οικονομικά συστήματα και ελευθερία» είναι ο τίτλος του νέου βιβλίου του καθηγητή Γιώργου Κοντογιώργη που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις «Σιδέρη».

Θέματα όπως το «Τι παράγει την εκμετάλλευση;» απασχολούν τον συγγραφέα: «Η ιδιοκτησία επί του κεφαλαίου ή επί του συστήματος της οικονομίας;».

Ποια η διάκριση μεταξύ «εργασίας εμπορεύματος» και «εργασίας κεφαλαίου»; Γιατί κατέρρευσαν οι υπαρκτοί φιλελευθερισμοί και σοσιαλισμοί; Γιατί οι σοσιαλιστές διαγκωνίζονται με τους νεοφιλελεύθερους για τον επιχειρησιακό έλεγχο του συστήματος της «αγοράς»; Γιατί το κοινωνικό πρόβλημα επιδιώκεται να επιλυθεί διά «μεταφοράς» και όχι, όπως στο παρελθόν, στον τόπο της παραγωγής του; Τι οδήγησε στην παρούσα κρίση και ποια είναι η σημειολογία της; Πού πηγαίνει εντέλει ο κόσμος της εργασίας, τα οικονομικά συστήματα και, σε τελική ανάλυση, η σχέση μεταξύ της οικονομικής και της πολιτικής «αγοράς»;

Αυτά είναι ορισμένα από τα θεμελιώδη ερωτήματα στα οποία ο συγγραφέας επιχειρεί να απαντήσει με την πρόταξη μιας τυπολογίας των οικονομικών συστημάτων που διακρίνει στην εξέλιξη είτε την αποδέσμευση του ατόμου από το σύστημα είτε την απόδοση του συστήματος στους κοινωνικούς του συντελεστές.

Στη συνέχεια δημοσιεύουμε από το βιβλίο του κ. Κοντογιώργη:

«Η νεοτερική οικονομική επιστήμη ταξινόμησε εξαρχής τα οικονομικά συστήματα βασικά σε τρεις κατηγορίες, με τελευταία εκείνη της "αγοράς", η οποία αναλαμβάνει έναν κεντρικό οργανωτικό και ρυθμιστικό ρόλο.

Η προσέγγιση αυτή παρουσιάζει ένα πολυσήμαντο γνωσιολογικό έλλειμμα, το οποίο επιπλέον συναρτάται με την απόφαση της νεοτερικότητας να αναδείξει την "αγορά" σε διακρίνουσα του συστήματος και, μάλιστα, σε μέτρο της οικονομικής τυπολογίας της ιστορίας. Οντως, η νεότερη οικονομική επιστήμη εδράζεται στην αξιωματική αρχή ότι το σύστημα ανήκει στην ιδιοκτησία. Ως προς αυτό, διαπιστώνουμε ότι συγχέει προφανώς την ιδιοκτησία ως γεγονός που αφορά τα μέσα της παραγωγής (λ.χ. επί του κεφαλαίου), με την ιδιοκτησία επί του συστήματος της παραγωγής, για παράδειγμα μιας επιχείρησης. Η διάκρισή τους όμως έχει καταστατική σημασία, ιδίως ως προς τις επιπτώσεις της στην εργασία του πολίτη ή του μη πολίτη, για παράδειγμα του οικονομικού μετανάστη.

Η ιδιοκτησία επί των μέσων της παραγωγής αποτέλεσε το διακύβευμα της μετάβασης από τη δεσποτεία (π.χ. τη φεουδαρχία) στον ανθρωποκεντρισμό (στις κοινωνίες της κλιμακούμενης ελευθερίας). Στο διακύβευμα αυτό βρήκε έρεισμα εν μέρει η αντιπαλότητα ανάμεσα στον φιλελευθερισμό και στον σοσιαλισμό. Ο μεν θα υποστηρίξει βασικά την ιδιωτική ιδιοκτησία, ο δε ευρέως την κρατική.

Μετα-δεσποτική εποχή

Ο κόσμος της μετα-δεσποτικής εποχής, ενώ προς στιγμήν προέταξε την ατομική ιδιοκτησία για να αντιπαρέλθει τη φεουδαρχία, στην πραγματικότητα ανασυγκροτήθηκε στη βάση του συστήματός της. Ωστε το διακύβευμα της μετάβασης ήταν να εξοικονομηθεί η ιδιοκτησία επί του συστήματος της οικονομίας με την ατομική ελευθερία του φορέα της εργασίας. Το σημείο του συμβιβασμού, που συνάντησε το συμφέρον και των δύο, ήταν η εγκαθίδρυση μιας "σύμβασης" μεταξύ τους, η οποία σηματοδοτούσε την αυτόβουλη εκχώρηση της εργασιακής δύναμης από τον κάτοχό της στον ιδιοκτήτη του συστήματος έναντι "αμοιβής". Διέλαθε εντούτοις της προσοχής ότι, με τον τρόπο αυτό, διεσώζετο το ουσιώδες της ατομικής ελευθερίας, όχι όμως και η κοινωνική ελευθερία. Διότι εντέλει η συναίνεση την οποία υποκρύπτει η συμβατική εκχώρηση της εργασιακής δύναμης δεν είναι σωστική της ομόλογης ελευθερίας. Το καθεστώς του ατόμου που προσέρχεται, εθελουσίως ή μη, στην εξουσία του ιδιοκτήτη του συστήματος μεταβάλλεται δραματικά. Δεν είναι η συναίνεση, αλλά το καθεστώς στο οποίο προσέρχεται το άτομο που ορίζει την κατάσταση της οικείας ελευθερίας. Ο χρόνος της παρεχομένης εργασίας στον ιδιοκτήτη του συστήματος είναι χρόνος εξάρτησης και, κατ' επέκταση, κοινωνικής ετερονομίας, που προσμετράται αντιστοίχως ως έλλειμμα αυτονομίας ή ελευθερίας του ατόμου.

Υπό το πρίσμα αυτό, μπορεί να κατανοηθεί πλήρως η "περιπέτεια" του μαρξικού προτάγματος και οι εφαρμογές του στο πεδίο του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ο υπαρκτός σοσιαλισμός επαγγέλθηκε όντως την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας στα μέσα της παραγωγής, όχι την ιδιοκτησία επί του συστήματος. Το επιχείρημα του σοσιαλισμού συνοψιζόταν στο ότι η ιδιωτική ιδιοκτησία στα μέσα της παραγωγής είναι υπαίτια της εκμετάλλευσης και όχι ειδικότερα η ιδιοκτησία επί του συστήματος της οικονομίας. Αφού η πρώτη συνέχεται, από τη φύση της, με τη δεύτερη, αυτή είναι στη βάση τής μειονεκτικής θέσης της κοινωνίας στην παραγωγική διαδικασία και, κατ' επέκταση, του συστήματος εκμετάλλευσης. Εξ ου και προέκρινε εντέλει όχι την κατάργηση της ιδιοκτησίας γενικώς ή έστω τον αναδασμό της, αλλά την απόδοσή της συλλήβδην -τόσο των μέσων της παραγωγής όσο και του συστήματος της οικονομίας- στο κράτος. Με τον τρόπο αυτό, το κράτος, που από την πλευρά του διατηρούσε επίσης την ιδιοκτησία επί του πολιτικού συστήματος, συγκέντρωνε στα χέρια του μια εκρηκτική δύναμη, που το μετέβαλε και τυπικά σε απολυταρχικό μόρφωμα.

Διασπορά και συγκέντρωση

Ωστε, η διαφορά μεταξύ φιλελευθερισμού και σοσιαλισμού εστιάζεται αποκλειστικά στο ζήτημα της διασποράς ή της συγκέντρωσης της ιδιοκτησίας επί του συστήματος, που εξέφρασε το δίλημμα ιδιωτική ή κρατική ιδιοκτησία. Κανένας όμως δεν συναινεί στην απόδοση του συστήματος στους φορείς της εργασίας και, υπό μια άλλη έννοια, στην ευρύτερη κοινωνία. Και στον μεν και στον δε, ο φορέας της εργασίας, εν ολίγοις η κοινωνία, καλείται να συναντηθεί με το σύστημα της οικονομίας, είτε στο πεδίο της (εξαρτημένης) εργασίας είτε στο πεδίο της κατανάλωσης. Το σύστημα παραμένει ερμητικά συνυφασμένο με την ιδιοκτησία. Το ζήτημα, εναλλακτικά, δεν είναι η κατάργηση του κεφαλαίου, αλλά της μονοσήμαντης ιδιοκτησίας του κεφαλαίου ή της εργοδοσίας επί του συστήματος.

Το γεγονός αυτό εξηγεί ακριβώς γιατί, και στις δύο περιπτώσεις, η προσέγγιση της οικονομίας (και του συστήματός της) γίνεται σταθερά από τη σκοπιά, αφ' ενός της αποτελεσματικότητάς της και, αφετέρου, του φορέα που είναι ο πλέον αρμόδιος να τη διασφαλίσει. Η επίκληση της ελευθερίας ως κοινωνικού αγαθού διέρχεται και συχνά συγχέεται με την ελευθερία του επιχειρείν με γνώμονα την αγορά. Ευλόγως, από μιαν άποψη, αφού απουσιάζει ολοκληρωτικά η προβληματική της κοινωνικής ιδίως ελευθερίας.

Το ερώτημα είναι αν όντως το σύστημα αυτό, που εξοικονομεί τη συνάντηση του παλαιού καθεστώτος με τη νέα κοινωνία, αποτελεί συμφυές και, ως εκ τούτου, αξεπέραστο ιδίωμα της ανθρώπινης κατάστασης ή όχι. Στην πρώτη περίπτωση, τα οικονομικά συστήματα διαφοροποιούνται ως εκ του φορέα της ιδιοκτησίας (καπιταλιστικό ή σοσιαλιστικό), δεν διακρίνουν μεταξύ της ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής (π.χ. του κεφαλαίου) και της ιδιοκτησίας επί του συστήματος. Στη δεύτερη περίπτωση, αποδεχόμαστε ότι η τυπολογία αυτή, δεν αποτελεί παρά μια μορφολογική εκδήλωση στο πλαίσιο του ιδίου τύπου οικονομικού συστήματος -του συστήματος που ανήκει στην ιδιοκτησία- που από εξελικτικής απόψεως προόρισται να μεταλλαχθεί σταδιακά, παρακολουθώντας εκ του σύνεγγυς την εξέλιξη της ελευθερίας. Μετάλλαξη η οποία υποδηλώνει ότι το δίλημμα δεν θα τίθεται με γνώμονα το ανήκειν της ιδιοκτησίας του κεφαλαίου (στον ιδιώτη ή στο κράτος) και, πολλώ μάλλον, σε σχέση με τη μονοσήμαντη επιχειρησιακή λειτουργία της "αγοράς", αλλά με πρόσημο την ελευθερία (και την ευημερία) της κοινωνίας».*