Τετάρτη, 19 Αυγούστου 2009

Μάθημα Δημοκρατίας καί σεβασμού της κοινωνίας (κείμενο του Γ. Κοντογιώργη, της 12/4/09)


Η επιστημονική δεοντολογία και τα εθνικά θέματα

(Το κείμενο αυτό απαντά στο ζήτημα του ακαδημαϊκά και θεσμικά απαράδεκτου της επιλογής θέματος διδακτορικής διατριβής στο οποίο η "Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας" αποκαλείται "Δημοκρατία της Μακεδονίας" και μάλιστα της αξίωσης των καθηγητών του τμήματος πολιτικής επιστήμης και ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου να χρηματοδοτηθεί από το ελληνικό κράτος).

“Κατά τη σχετική συνεδρία της Γενικής Συνέλευσης του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου οι συνάδελφοι (όλοι πλην ενός) υποστήριξαν ότι αποτελεί στοιχείο της επιστημονικής ελευθερίας να αποκαλούν μια χώρα όπως αυτοί κρίνουν ή να επιλέγουν γι'αυτήν το όνομα που τους αρέσει. Λογικά ως καθηγητές πανεπιστημίου θα έπρεπε να είχαν αντιληφθεί ότι υπάρχει μια ουσιώδης διαφορά μεταξύ επιστημονικής ελευθερίας και ιδεολογικής ή πολιτικής επιλογής που ο καθένας μπορεί να έχει ως πολίτης. Εάν το θέμα της διατριβής ήταν η σπουδή της άποψης που θέλει η συγκεκριμένη χώρα να ονομάζεται Δημοκρατία της Μακεδονίας, ουδείς θα είχε αντίρρηση. Το θέμα όμως της διδακτορικής διατριβής αφορά στις εθνοτικές διαιρέσεις στη χώρα αυτή και όχι στο όνομα. Επομένως το όνομα της χώρας δεν εμπεριέχεται στην επιστημονική διερεύνηση, λαμβάνεται ως δεδομένο. Συμβαίνει λοιπόν η ενλόγω χώρα να έχει όνομα που το συμφώνησε ομόφωνα ο ΟΗΕ (και η ίδια) και να βρίσκεται σε εξέλιξη διαπραγμάτευση για τη οριστική ονομασία της. Η παράκαμψη του ΟΗΕ και η υιοθέτηση του επιχειρήματος της μιας ή της άλλης πλευράς (“Δημοκρατία της Μακεδονίας” ή “Δημοκρατία των Σκοπίων”) αποτελεί πολιτική πράξη και, ως εκ τούτου, είναι επιστημονικά και ακαδημαϊκά απαράδεκτη.
Μάλιστα, στο μέτρο που το όνομα “Δημοκρατία της Μακεδονίας” εμπλέκεται υπό τις παρούσες συνθήκες στον λόγο του εθνικισμού της γειτονικής χώρας, η υιοθέτησή του μεταβάλλει τους συμπαραστάτες σε τυπικούς εθνικιστές. Εθνικιστής δεν είναι ο εκφραστής του εθνικισμού της χώρας που ανήκει, αλλά ο φορέας εθνικιστικών ιδεών, οποιασδήποτε χώρας και μορφής. Αυτά όμως συμβαίνουν όταν η ιδεολογία έχει καταλάβει τη θέση της επιστήμης στο πανεπιστήμιο. Όταν δηλαδή ο καθηγητής δεν διακρίνει ανάμεσα στις επιστημονικές σχολές σκέψης, που εμπεριέχουν αναπόφευκτα και την “επιλογή” επιχειρήματος και στην ιδεολογικο-πολιτική δράση που υπαγορεύει η σκοπιμότητα της πολιτικής. Εξού και ακούστηκε το επιχείρημα ότι αφού πολλές χώρες υιοθέτησαν το “συνταγματικό” όνομα της ενλόγω χώρας είναι εν δικαίω! Να υποθέσω ότι ένας καθηγητής πανεπιστημίου αδυνατεί να διακρίνει ότι οι πολιτικές στις διεθνείς σχέσεις διαμορφώνονται με γνώμονα τους συσχετισμούς δύναμης που υπαγορεύουν οι ηγεμόνες; Γιατί άραγε, αντί να σπεύδουν τόσο πρόθυμα να στεγασθούν στη θαλπωρή του ηγεμόνα και να υπηρετήσουν το συμφέρον του, δεν διερωτώνται τι επέβαλε την παράκαμψη της ψήφου τους στον ΟΗΕ (δηλαδή του κανόνα που αυτοί διαμόρφωσαν) και την παραβίαση της “ενδιάμεσης συμφωνίας”;
Η προσήλωση αυτή των συναδέλφων στο συμφέρον του ηγεμόνα και στην εθνικιστική υστερία της γείτονος, εξηγεί από την άλλη γιατί στο καλάθι της πολιτικής -κι όχι φυσικά της επιστημονικής- τους ευαισθησίας, δεν υπεισέρχεται ένας στοιχειώδης σεβασμός προς την ελληνική κοινωνία που χρηματοδοτεί πλουσιοπάροχα τον βίο τους. Η οποία, καλώς ή κακώς, με συντριπτική πλειοψηφία δεν αποδέχεται την ολοκληρωτική εκχώρηση του ονόματος αυτού στην γείτονα, αφού εκτιμά ότι έτσι θα αποστερήσει από την ίδια ένα μέρος της δικής της ταυτότητας; Για ποιο λόγο η “ευαισθησία” ως προς το δικαίωμα στην ταυτοτική επιλογή να βαραίνει μονοσήμαντα προς την μια πλευρά και όχι, έστω, ισομερώς; Επιπλέον, παρακάμπτουν, προσποιούμενοι την επιστημονική ελευθερία, το γεγονός ότι εργάζονται σε δημόσιο πανεπιστήμιο μιας χώρας που αυτή τη στιγμή διαπραγματεύεται την τελική ονομασία. Μάλιστα δε, παρόλον ότι υπονομεύουν την ομόφωνη ως προς αυτό στρατηγική της χώρας, αξιώνουν να στεγάσουν την πολιτική τους επιλογή σε πρόγραμμα που χρηματοδοτεί η ελληνική πολιτεία δαπάναις της κοινωνίας. Θα ανέμενε κανείς η ευαισθησία τους να τους παρότρυνε να απευθυνθούν στην γειτονική χώρα, της οποίας τον εθνικισμό διακινούν, προκειμένου να χρηματοδοτήσουν την ενλόγω διδακτορική διατριβή. Ώστε, η βαθιά αντιδημοκρατική τους συμπεριφορά συνοδεύεται από μια εξίσου υψηλή περιφρόνηση της κοινωνίας που τους στεγάζει. Διότι μήπως δεν είναι η ελληνική κοινωνία που αποτελεί τον λόγο ύπαρξης της χώρας, του κράτους, των πανεπιστημίων, αλλά και αυτών των ιδίων; Έχοντας όμως εθισθεί στο δόγμα της νεοτερικότητας που ορίζει τη δημοκρατία όχι ως το ταυτοτικό ισοδύναμο της κοινωνίας των πολιτών, αλλά ως το κράτος που την κατέχει, αντιλαμβάνονται την τελευταία ως το υποζύγιό τους.
Αλλά γιατί άραγε τόση αγωνία να προκαταλάβουν τις εξελίξεις; Τι θα πράξουν οι συνάδελφοι εάν πριν από την υποστήριξη της διδακτορικής διατριβής επιτευχθεί μια συμφωνία μεταξύ των μερών; Θα μας πουν ότι έσφαλαν και θα ζητήσουν να αλλάξουμε τον τίτλο της; Δεν αντιλαμβάνονται ότι έτσι ευτελίζουν την επιστήμη, το ελληνικό πανεπιστήμιο, τη χώρα, αλλά και αυτούς τους ιδίους; Επιλέγοντας να διακινήσουν τον λόγο του εθνικισμού της άλλης πλευράς και, ουσιαστικά, τα σχέδια της υπερδύναμης στην περιοχή, μεταβάλλουν το πανεπιστήμιο σε οργανικό μέρος του προβλήματος και την επιστήμη σε πρόσχημα. Κατανοώ την επιλογή αυτή, στο μέτρο που απλώς αποκαλύπτει την σταθερά όσο και βαθιά αντιδημοκρατική λογική που διακρίνει τη συμπεριφορά των κρατούντων στο ελληνικό πανεπιστήμιο. Ακριβώς γι'αυτό, αντί να απαντούν στα ζητήματα που εγείρουν οι επιλογές τους, αντί να απολογηθούν για την προσήλωσή τους στο συμφέρον του ηγεμόνα και στην εθνικιστική υστερία της γείτονος, μετατοπίζουν το επίκεντρο του ερωτήματος στο δικαίωμά τους να διακινούν ελεύθερα τις απόψεις τους. Στην πραγματικότητα, κρύβονται πίσω από ένα ανύπαρκτο ερώτημα (είναι καταφανές ότι ουδείς τους αμφισβητεί το δικαίωμα αυτό) προκειμένου να το καταστρατηγήσουν, όπως ακριβώς πράττουν και με την επίκληση της επιστημονικής ελευθερίας την οποία υποτάσσουν σε πολιτικές σκοπιμότητες.
Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι οι ίδιοι αυτοί κύκλοι προσέρχονται στις Συνεδρίες των πανεπιστημιακών οργάνων για να νομιμοποιήσουν αποφάσεις που ήδη έχουν “επεξεργασθεί” προηγουμένως και όχι με την πρόθεση να διεξαγάγουν μια αυθεντική δημοκρατική διαβούλευση; Ο δημοκρατικός διάλογος προϋποθέτει επιστημονική επιφάνεια, συνειδησιακή διαφάνεια, προσήλωση σε κανονιστικές αρχές και, μάλιστα, στον λόγο ύπαρξης του θεσμού που είναι, αναντιρρήτως, το συμφέρον της κοινωνίας. Ώστε, η παγίωση του “ετσιθελισμού” της διατεταγμένης πλειοψηφίας των κατόχων του θεσμού δεν αποτελεί κεκτημένο δικαίωμα, αλλά ιδιοποίηση. Επειδή ακριβώς το γνωρίζουν, διακινούν ανερυθριάστως το επιχείρημα ότι η πλειοψηφία της κοινωνίας των πολιτών αποτελεί την μείζονα απειλή των δικαιωμάτων και όχι η δική τους αυτόνομη, δηλαδή ολιγαρχική συνιστώσα. Εξού και όπου “δεν τους βγαίνει”, η ανοχή στον λόγο του άλλου υποκαθίσταται από την ύβρη και το επιχείρημα από την συκοφαντία προς όποιον παραμένει πιστός στην ακαδημαϊκή τάξη και στην επιστήμη. Οι ίδιοι αυτοί που επιλέγουν να διακινούν τον τυπικά λαϊκιστικό εθνικισμό της γείτονος, απομεινάρι του σταλινικού ολοκληρωτισμού, και τον νεοφιλελεύθερο ιμπεριαλισμό, που προσημειώνει στο σκοπό του τα ανθρώπινα δικαιώματα, εγκαλούν τον λόγο της ελευθερίας και την επιστήμη για εθνικισμό. Προσποιούμενοι ότι δήθεν έτσι καταπολεμούν τον ελληνικό εθνικισμό, συμπεριφέρονται ως τυπικοί διακινητές της “νέας τάξης”. Χρειάζεται άραγε να υποσημειώσω ότι όταν ολίγοι από εμάς παλεύαμε για έναν συμβιβασμό στο θέμα του ονόματος, πολλοί από αυτούς που τώρα επιλέγουν την “ιδεολογική” αντί της “εθνικής” αλληλεγγύης είτε “διαπραγματεύονταν” στις πλατείες τον οδυρμό τους είτε κρύβονταν πίσω από τη σιωπή τους;
Σε κάθε περίπτωση, ένα είναι βέβαιο: καμία χώρα δεν μπορεί να ονειρεύεται το μέλλον εάν η κοινωνία της τελεί υπό ένα κράτος κατοχής. Και η ελληνική κοινωνία κατέχεται κυριολεκτικά από τους νομείς των θεσμών του κράτους.

Παρασκευή, 14 Αυγούστου 2009

Γεωργίου Δ. Κοντογιώργη: "ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΟΣΜΟΣΥΣΤΗΜΑ" Τόμος Α΄ Η κρατοκεντρική περίοδος της πόλης" Εκδόσεις Ι. Σιδέρη 2006

Από το οπισθόφυλλο:

"Στο βιβλίο αυτό επιχειρείται μία νέα προσέγγιση τού ελληνισμού και μαζί της η ανασυγκρότηση του γνωσιολογικού και μεθοδολογικού υπόβαθρου των κοινωνικών επιστημών.
Η θεμελιώδης υπόθεση ότι ο Ελληνισμός αποτελεί, καταρχήν, το ταυτολογικό ισοδύναμο του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακος (της πόλης) ανοίγει διάπλατα το δρόμο σε απαντήσεις σχετικά με τη φύση του, τις τυπολογικές σταθερές και μεταβλητές της ιστορικής του διαδρομής. Το ελληνικό κοσμοσύστημα δεσπόζει, με τον ένα ή τόν άλλο τρόπο, έως τις παρυφές του 20ου αιώνα.
Η κοσμοσυστημική ανάγνωση τού Ελληνισμού προβάλλει ως μία αναιρετική πρόταση στις νεοτερικές βεβαιότητες για την ιστορία και γενικότερα, για τις κοινωνικές επιστήμες. Κεντρικές έννοιες, όπως εκείνες της πολιτικής, της οικονομίας, της εργασίας, του κεφαλαίου, της ιδιοκτησίας, της ταυτότητας, του έθνους, της ελευθερίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης, τού νόμου, του πολίτη, του κοινωνικού και πολιτικού συστήματος και της τυπολογίας του, του δια-κρατικού ή ορθότερα, του κρατοκεντρικού περιβάλλοντος, της οικουμένης και κοσμόπολης, της εξέλιξης και της περιοδολόγησης της ιστορίας καί πάμπολλες άλλες,
ορίζονται εκ νέου, μέ γνώμονα τη συγκριτική συνάντηση του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μεγάλης κλίμακας (του κράτους-έθνους) πού βιώνει η εποχή μας με το ελληνικό ανθρωποκεντρικό παράδειγμα, με όρους αναλογίας.
Η συνεξέταση των δύο αυτών ανθρωποκεντρικών παραδειγμάτων εγείρει αναπόφευκτα το ερώτημα της αντιστοιχίας των φάσεων τους.
Ο συγγραφέας συμπεραίνει ότι η νεοτερικότητα είναι μία απλώς πρώιμη ανθρωποκεντρική φάση, εν αντιθέσει με τό ομόλογο ελληνικό πού αποδίδει ένα ολοκληρωμένο πανόραμα ανθρωποκεντρικής εξέλιξης"

(οι έγχρωμες υπογραμμίσεις είναι δικές μου).


Ελληνικό ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα


(κάντε κλικ στον χάρτη για μεγένθυση)

Λίγα λόγια γιά εισαγωγή....

Τό Ελληνικό Έθνος δεν ταυτίζεται με το Ελλαδικό Έθνος-Κράτος, όπως το γνωρίσαμε από τα σχολικά βιβλία, και όπως το βιώνουμε καθημερινά.
Ούτε, φυσικά και περίμενε να δημιουργηθεί από αυτό.
Αντίθετα, το Ελλαδικό εθνοκράτος, παραποιεί την Ιστορία τού Έθνους, και την κοπτοράπτει προσαρμόζοντάς την στα συμφέροντα τού προσωπικού του, όπως καταδείχθηκε τελευταία και με την κρατικά διατεταγμένη συγγραφή τού βιβλίου της ΣΤ' δημοτικού.
Όλοι οι κρατιστές, "εθνικόφρονες", "αριστεροί", "εκσυγχρονιστές", "διεθνιστές," “αντιεθνικιστές" εκφέρουν λόγο πού νομιμοποιεί την ύπαρξη και λειτουργία τού κράτους-μονοπωλητή της πολιτικής, πού θέλει την κοινωνία πολιτικά αμέτοχη, ιδιωτεύουσα, και νομιμοποιούσα ανά τετραετία τις κρατικές-κατοχικές επί της κοινωνίας, δυνάμεις.
Το Ελληνικό Έθνος, με μία αδιάκοπη συνέχεια από τούς Κρητομυκηναϊκούς χρόνους έως και τίς παρυφές τού 20 αιώνα, συγκροτήθηκε ως ένας ξεχωριστός κόσμος, πού τον διέκρινε η ατομική, πολιτική καί κοινωνική ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, δηλαδή η αυτονομία των συν-βουλευομένων στά κοινά πολιτών.
Αυτή η ιδιαίτερη εξέλιξη τού Ελληνικού κόσμου, συνέβη διότι συνέτειναν μοναδικές προϋποθέσεις:
Η ανυπαρξία εκτεταμένων εύφορων γαιών γύρω από μεγάλους ποταμούς (όπως στην Αίγυπτο και την Μεσοποταμία), αλλά αντίθετα, οι λιγοστές καλλιεργήσιμες εκτάσεις των νησιών και των μικρών κάμπων τού Ελλαδικού χώρου, δέν ευνόησαν την μεγάλη γαιοκτησία.
Αντ' αυτής, ευνοήθηκαν οι μικρές, αποκομμένες μεταξύ τους νησιωτικές και χερσαίες πόλεις, πού για να εξασφαλίσουν τα προς το ζην, από νωρίς κατέφυγαν στο ταξίδι, στο εμπόριο, στην μεταποίηση και στην εγχρήματη ανταλλαγή.
Αυτές, όμως, οι δραστηριότητες, απαιτούσαν και ευόδωναν την ατομική, κοινωνική και πολιτική ελευθερία...
Ο άλλος κόσμος, ήταν ο κόσμος της Δεσποτείας, δηλαδή της ανελευθερίας.
Τό Ελληνικό κοσμοσύστημα (κατά Γιώργο Κοντογιώργη), διέγραψε μιά πλήρη τροχιά ωρίμανσης, από τήν ανθρωποκεντρική (δηλαδή με ελευθέρους, αυτόνομους πολίτες) πόλη κράτος, στην ανθρωποκεντρική κοσμόπολη των Ελληνιστικών χρόνων και της Ανατολικής Ρωμαϊκης αυτοκρατορίας.
Διατήρησε τα αυτόνομα κοινοτικά χαρακτηριστικά του σε μεγάλο βαθμό και μέσα στην Τουρκοκρατία.
Η Εθνική απελευθέρωση, τό 1821,συνδυάσθηκε με τον εγκιβωτισμό τού Ελληνισμού στα πλαίσια τού Έθνους-Κράτους.
Θεσπίστηκαν οι ατομικές ελευθερίες, αλλά η κοινωνία έχασε την πολιτική και κοινωνική της Ελευθερία, υπέρ τού κράτους και των εξουσιαζόντων τό οικονομικό σύστημα, αντίστοιχα.
Η νεωτερική Δημοκρατία θέλησε να μας πείσει ότι αποτελεί τό τελειότερο Δημοκρατικό σύστημα. Κι όμως..Προσομοιάζει με εκείνην την φάση ωρίμανσης του Ελληνικού κοσμοσυστήματος, την πρωτο-ανθρωποκεντρική, την "αισυμνητεία", την εποχή τού Σόλωνα, όπου η κοινωνία εξέλεξε έναν νομοθέτη με απόλυτη εξουσία, χωρίς δικαίωμα ανάκλησης, μέχρι να ολοκληρώσει τό έργο του..
Η κομπορρημονούσα νεοτερικότητα, ας σκύψει να διδαχτεί την ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, δηλαδή, την ατομική, πολιτική και κοινωνική ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ τού πολιτών, δηλαδή τήν ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ , από την Ιστορία της Ελλάδας..
Οχι για να μαζευτούμε στό Σύνταγμα ή στην Αριστοτέλους απομιμούμενοι την Αρχαία συνέλευση τού Δήμου.
Αλλά, για να κατανοήσουμε τά αιτούμενα εκείνης της Δημοκρατίας και να σκεφτούμε, τί θα σήμαινε η κατ' αναλογίαν εφαρμογή τους στην μεγάλη κλίμακα τού έθνους κράτους, αλλά καί των υπερεθνικών οργανισμών (ΟΗΕ, Ευρωπαϊκή Ενωση).
Σήμερα, τα τεχνικά μέσα αφθονούν.
Φυσικά, μην περιμένουμε από τούς κατόχους της κρατικής εξουσίας να αυτοκαταργηθούν.
Η δημοκρατία θα προκύψει σαν ώριμο αίτημα της κοινωνίας, αίτημα πού θα ζευχθεί με πολιτικές δυνάμεις πού θα επεξεργαστούν και θα προτείνουν στην κοινωνία τά πρός εφαρμογήν Δημοκρατικά μέτρα.
π.χ. ο εκλεγμένος βουλευτής, να λογοδοτεί ανα εξάμηνο σε ενα σώμα 1000 κληρωτών πολιτών, και να ανακαλείται εάν δεν έχει εφαρμόσει τίς υποσχέσεις του.
Η εξέγερση τών νέων τόν Δεκέμβρη τού 2008 καί η αποχή απο τις ευρωεκλογές τού Ιουνίου 2009, καταδεικνύουν τό αδιέξοδο.
Αιτούνται λύσεις..
Οι λύσεις απαιτούν την διάγνωση και την επισήμανση τού θεμελιώδους προβλήματος, τού οποίου η επίλυση θα ανοίξει τόν δρόμο γιά τίς λύσεις.
Ισως, τό θεμελιώδες αυτό πρόβλημα, να είναι η ιδιοποίηση της πολιτικής από τό κράτος, πού διαβρωμένο απο τις κολοσσιαίες δυνάμεις της αγοράς, αδυνατεί στοιχειωδώς να αντιμετωπίσει κοινωνικά προβλήματα.
Ετσι, οι δυνάμεις της αγοράς, λυμαίνονται την ιδιωτεύουσα και ανυπεράσπιστη κοινωνία.
Η λύσεις θά προκύψουν, απο την ανάκτηση της πολιτικής από την κοινωνία και τόν παραμερισμό στό ελάχιστο τού άχρηστου καί επικίνδυνου παρασιτικού κράτους .
Η πολιτευόμενος Δήμος, είναι ο μόνος ικανός να αποκτήσει τόν έλεγχο τού οικονομικού συστήματος καί να επιβάλλει τούς κανόνες της αρεσκείας του στίς οικονομικές δυνάμεις....