Πέμπτη, 6 Ιανουαρίου 2011

Το κυπριακό σε στρατηγικό αδιέξοδο


Toυ Δημήτρη Κωνταντακόπουλου

«Κουλουβάχατα» έγινε πάλι η κυπριακή πολιτική ζωή, με το σύνολο των πολιτικών δυνάμεων, πλην ΑΚΕΛ, να επιτίθενται στον Πρόεδρο. Αφορμή το ότι ο κ. Χριστόφιας φάνηκε να «συμψηφίζει» τη διάλυση από τις κατοχικές δυνάμεις της Χριστουγεννιάτικης Λειτουργίας στο Ριζοκάρπασο και τα επεισόδια Ελληνοκυπρίων χούλιγκαν εις βάρος τουρκικής ομάδας μπάσκετ στις ελεύθερες περιοχές. Είδε τον ενδοκυπριακό καυγά ο Ερντογάν κι άρπαξε τη μπάλα στον αέρα, αρχίζοντας καμπάνια εναντίον των Ελληνοκυπρίων «ρατσιστών».

Ο κ. Χριστόφιας πιστεύει, και το εκφράζει σε κάθε ευκαιρία, ότι ο «ελληνικός εθνικισμός» είναι βασικό πρόβλημα. Μόνο που αυτό δεν το συμμερίζεται ούτε καν όλο το κόμμα του, με αποτέλεσμα κάθε τόσο να έρχεται σε σύγκρουση με το λαϊκό αίσθημα, ακόμα και το συγκυβερνόν ΔΗΚΟ. Μέχρι τώρα, ο Πρόεδρος δεν έχει βρει τρόπο να «συνθέτει», ως αρχηγός του κυπριακού κράτους, και να εκφράζει ως εθνικός ηγέτης τον λαό του. ‘Όταν κριτική εκπλήσσεται, καταγγέλλει «συνωμοσίες», αντιδρά θυμωμένα.

Η κυπριακή πολιτική κουλτούρα βασίζεται περισσότερο σε σιωπή και υπονοούμενα παρά στον Λόγο, η κριτική θεωρείται συχνά ασέβεια. Πολύ περισσότερο στο εσωτερικό ενός κόμματος με «στρατιωτική» πειθαρχία, όπως το ΑΚΕΛ. Αυτό όμως που είναι ανεκτό από κομματικά μέλη/στελέχη δεν είναι από την κοινωνία, ειδικά όταν ο Πρόεδρος συγκρούεται μετωπικά με τα αισθήματα των ψηφοφόρων. Το αποτέλεσμα είναι, με Πρόεδρο τον ηγέτη του, για πρώτη φορά στην ιστορία, το ΑΚΕΛ να μοιάζει πολιτικά πιο απομονωμένο από ποτέ!

Οι διαρκείς πολιτικοί μικροκαυγάδες, που χαρακτήρισαν την προεδρική τριετία του κ. Χριστόφια, διαλύοντας σχεδόν τη συμμαχία, με την οποία εξελέγη, αντανακλούν βαθύτερη κρίση και στρατηγικό αδιέξοδο. Για τους πολιτικούς της είναι ευκολότερο να τσακώνονται παρά να συζητάνε. Η πραγματική συζήτηση είναι μεγάλη δοκιμασία, σημαίνει αντιμετώπιση δύσκολων προβλημάτων και άρση αντιφάσεων, τη διατήρηση των οποίων θεωρούν χρήσιμη.

Τρία σχεδόν χρόνια μετά την εκλογή του κ. Χριστόφια, που υποσχέθηκε σύντομη λύση του κυπριακού, χωρίς επαναφορά του σχεδίου Ανάν ή κάποιας παραλλαγής του, αφήνοντας να εννοηθεί ότι το πρόβλημα είναι ο «αδιάλλακτος», «σκληρός εθνικιστής» Παπαδόπουλος, η Λευκωσία βρίσκεται σε τραγελαφική θέση. Παρά σημαντικότατες παραχωρήσεις, ή εξαιτίας τους, η τουρκική πλευρά σκλήρυνε τη στάση της, καθιστώντας φυσιολογικά αδύνατη τη συμφωνία. Ακόμα όμως κι αν γινόταν δυνατή η επίτευξή της, θα γινόταν σε βάση που μοιάζει αρκετά με το σχέδιο Ανάν και που απορρίπτει διαρρήδην η μεγάλη πλειοψηφία του κυπριακού λαού (εκ περιτροπής προεδρία κλπ.)!

Σα να μην έφταναν αυτά, ουδείς στη «διεθνή κοινότητα», παρά τις μεγάλες ελληνικές παραχωρήσεις, αποδίδει ευθύνες στην τουρκική πλευρά. Πιέζουν αντίθετα την Κύπρο για άνοιγμα περαιτέρω κεφαλαίων της ενταξιακής διαπραγμάτευσης Τουρκίας-ΕΕ, ιδίως του κεφαλαίου για την ενέργεια και την απειλούν με άρση του «αποκλεισμού» των κατεχομένων. Αντί να απολογείται διεθνώς η ‘Αγκυρα, για την εισβολή και συνεχιζόμενη κατοχή, κατηγορούνται οι Ελληνοκύπριοι ως μη επιθυμούντες λύση. Το χειρότερο; Ούτε η κυβέρνηση, ούτε η αντιπολίτευση, ούτε και η Αθήνα (που τηρεί αποστάσεις ασφαλείας από το κυπριακό, μετά το κάζο του 2004) έχουν κάποια σαφή ιδέα πώς μπορούν να ξεφύγουν από το αδιέξοδο και δεν διανοούνται καν ότι μπορεί η ελληνοκυπριακή πλευρά να αποχωρήσει από τις συνομιλίες, καταγγέλλοντας την τουρκική αδιαλλαξία. Αυτό που κυρίως ενδιαφέρει τώρα τις κυπριακές πολιτικές δυνάμεις, είναι οι επιδόσεις τους στις βουλευτικές εκλογές του προσεχούς Μαίου.

Μην έχοντας αποτέλεσμα να παρουσιάσει και υποκείμενος συχνά σε πανταχόθεν κριτική, ο Πρόεδρος σκέφτηκε ίσως ότι η καλύτερη άμυνα είναι η επίθεση. Κάλεσε όσους διαφωνούν με τη «διζωνική-δικοινοτική ομοσπονδία» να έχουν το θάρρος να το πουν. Αν έμενε εκεί, θα κέρδιζε τις εντυπώσεις, αλλά δεν άντεξε και πρόσθεσε τη φρασούλα «ως ωραίοι ‘Ελληνες». Προκάλεσε νέα πολιτική θύελλα και επικρίσεις εναντίον του, η έκφραση θεωρηθείσα δηλωτική προεδρικής αλλεργίας προς οτιδήποτε ελληνικό!

Επί της ουσίας, αμφότερες οι πλευρές της διαμάχης έχουν κάποιο δίκηο με το μέρος τους. Πολλοί Ελληνοκύπριοι δυσφορούν με την «διζωνική-δικοινοτική», οι περισσότεροι όμως δεν ξέρουν πώς να απαλλαγούν από μια παραχώρηση που έχουν κάνει προ πολλών ετών, ούτε και τι να βάλουν στη θέση της. Από την άλλη, δεν λείπουν εκείνοι που επικαλούνται τη διζωνική-δικοινοτική και την «αρχή» της πολιτικής ισότητας για να καταργήσουν την αρχή της πλειοψηφίας, που είναι όμως το μόνο γνωστό θεμέλιο της δημοκρατίας. Κατέληξαν έτσι να θέσουν όλο τον κυπριακό πληθυσμό υπό τη διακυβέρνηση τριών ξένων αξιωματούχων (σχέδιο Ανάν) ή να τους Ελληνοκύπριους, συντριπτική πλειοψηφία (82%), υπό την «εκ περιτροπής» εκτελεστική εξουσία της μειοψηφίας (συγκλίσεις Χριστόφια-Ταλάτ). ‘Όπως πολλοί πολιτικοί διεθνώς, έτσι και στην Κύπρο υποτιμούν τους πολίτες και τους νομίζουν «χαχόλους». Το δημοψήφισμα του 2004 και οι δημοσκοπήσεις τώρα τους διαψεύδουν όμως.

Οι κυπριακές πολιτικές δυνάμεις παραμένουν πολωμένες βαθύτερα ανάμεσα στους οπαδούς λύσεων που υπονομεύουν τον κυρίαρχο και δημοκρατικό χαρακτήρα της Κυπριακής Δημοκρατίας και αυτών που είναι μάλλον απρόθυμοι για λύση. Αμφότεροι οι πόλοι αποκρύπτουν συνήθως την πραγματική τους ατζέντα σε μια αχλύ νομικών όρων, αφόρητη βυζαντινολογία και επικλήσεις γενικών ηθικών αρχών.

Ενδεικτικό των πολλαπλών επιπέδων συνείδησης είναι ότι μεγάλος αριθμός Κυπρίων πολιτικών πρώτης γραμμής τάσσεται υπέρ της διχοτόμησης, ιδιωτικώς όμως, δεν το προτείνουν δημοσίως! Η λύση αυτή, συνοδευόμενη από σημαντικά εδαφικά και άλλα ανταλλάγματα και εγγυήσεις, παραμένει οδυνηρή και συνώνυμη εσχάτης προδοσίας για μερίδα Κυπρίων. Δεν στερείται όμως ίσως κάποιας λογικής, στο μέτρο που δεν εμφανίζεται μεγάλη διάθεση και δυνατότητα συνύπαρξης Ελληνοκυπρίων/Τουρκοκυπρίων. Το μεγάλο της πλεονέκτημα είναι ότι αφήνει τους Ελληνοκύπριους με ένα διεθνώς αναγνωρισμένο κράτος, χωρίς περιορισμούς στην άσκηση κυριαρχίας και τις δυσκολίες πολυεθνικών πειραμάτων. Η άποψη ότι η Τουρκία θα καταρρεύσει ή θα διαμελισθεί, κάποια στιγμή, με την οποία το ισραηλινό λόμπυ ζυμώνει διάφορους ακροδεξιούς ανεγκέφαλους, δεν μοιάζει σοβαρή, πιθανότερο μοιάζει να υπογράψει κάποιος στο μέλλον ένα σχέδιο Ανάν β’ ή γ’. Ούτε διαπιστώνει κανείς, εν Κύπρω ή εν Ελλάδι, μαχητικές κοινωνίες έτοιμες για μακρούς αγώνες.

Στο μέτρο που οι Ελληνοκύπριοι δεν επιθυμούν, όπως έχουν κάθε δικαίωμα, μια τέτοια λύση, «οριστικού διαζυγίου», θα μπορούσαν π.χ. να σκεφθούν την εισαγωγή ανισότητας, ασυμμετρίας στο ομοσπονδιακό σύστημα, μεταξύ των δύο ζωνών και των δικαιωμάτων τους. Η πλήρης εξίσωση πλειοψηφίας και μειοψηφίας, στη βαθμίδα των τελικών αποφάσεων, που προβλέπουν όλα τα σχέδια λύσης, γίνεται εν ονόματι της ισότητας, αλλά εμπεδώνει την ανισότητα. Δεν μπορεί να θεωρείται ισότητα η εξίσωση 82% και 18%. Η παραχώρηση δικαιώματος περιορισμένης κρατικής συγκρότησης στην τουρκοκυπριακή ζώνη, με περιορισμό της κυριαρχίας του κεντρικού κράτους στη ζώνη αυτή, πρέπει να συνοδεύεται από διατήρηση των βασικών χαρακτηριστικών «κανονικού κράτους» για το κεντρικό κράτος, με διατήρηση του κανόνα της πλειοψηφίας στα πιο βασικά θέματα και όργανα, όρος που είναι conditio sine qua non για την ασφάλεια των Ελληνοκυπρίων. Αν αίφνης θεωρηθεί πρέπουσα η εισαγωγή ξένου δικαστή-διαιτητή, αυτός ο θεσμός θα ισχύει μόνον για την τουρκοκυπριακή ζώνη, όχι για το κεντρικό κράτος ή την ελληνοκυπριακή ζώνη. Δεν μπορεί πάντως να βρεθεί λύση με τη στέρηση της συντριπτικής πλειοψηφίας από τα βασικότερα δικαιώματά της, με την κατάργηση της δημοκρατίας. Ούτε με τη διαρκή προσαρμογή στις διαθέσεις του εισβολέα και της «διεθνούς κοινότητας». ‘Όπως σημείωσε, κάπως ωμά είναι αλήθεια, αλλά όχι εντελώς αδικαιολόγητα, ένας σχολιαστής «η τουρκική αδιαλλαξία δεν είναι παρά ο καθρέφτης της ελληνικής ξεφτίλας». Το βέβαιο πάντως είναι ότι, Κύπρος και Ελλάδα, κινδυνεύουν να καταβάλουν βαρύτατο τίμημα στο μέλλον για την αδυναμία των πολιτικών μας να αναπτύξουν αυτόνομη στρατηγική σκέψη και κουλτούρα εκφραστών κυρίαρχου/ανεξάρτητου κράτους και όχι παρία του «διεθνούς παράγοντα» και ειδικά την επίμονη, συνεχή άρνησή τους να αντιμετωπίσουν σοβαρά το κυπριακό.

konstantakopoulos.blogspot.com

Κόσμος του Επενδυτή, 31.12.2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: