Πέμπτη 19 Αυγούστου 2010

Η Ν.Α.Ευρώπη και ο ελληνικός κόσμος. Μια ερμηνευτική πρόταση


Γ. Κοντογιώργης,
Η Ν.Α. Ευρώπη και ο ελληνικός κόσμος. Μια ερμηνευτική πρόταση

1. Το ερμηνευτικό σχήμα με το οποίο επιχειρείται να προσεγγισθεί ο χώρος της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης είναι εκείνο που συγκρότησε η δυτικο-ευρωπαϊκή διανόηση και αφορά στην εξέλιξη της «Δύσης». Το σχήμα αυτό θα αναχθεί εντέλει σε καθολικό ενδείκτη της εξέλιξης του νεότερου κόσμου, γνωσιολογική συνιστώσα για το παρελθόν και μέτρο «προοδευτικής» ή «παραδοσιακής» ταξινόμησης του κοινωνικού γεγονότος. Στο μέτρο που, στο πλαίσιο αυτό, η Εσπερία εγγράφεται στη διαδικασία της εξέλιξης ως πρωτοπορία, ο υπόλοιπος κόσμος, συμπεριλαμβανομένης και της νοτιο-ανατολικής Ευρώπης, ταξινομείται ως η «περιφέρειά» της.
Η επιλογή αυτή εγείρει μείζονα γνωσιολογικά και μεθοδολογικά ζητήματα. Πρώτον, δεν εξηγεί γιατί η ιστορική διαδρομή των χωρών της περιοχής υπήρξε διαφορετική από εκείνη της δυτικής Ευρώπης και κατά τι. Δεύτερον, και σε ό,τι αφορά στη δυτική Ευρώπη, το ερμηνευτικό επιχείρημα της νεοτερικότητας, στο μέτρο που δεν τεκμηριώνει την αξίωσή του να κατέχει μια καθολική αξιακή θέση στο ιστορικό γίγνεσθαι, είναι αυθαίρετο και, οπωσδήποτε, ιδεολογικά διατεταγμένο.
Ποιά είναι η νεοτερική εκδοχή της ιστορίας; Είναι εθνοκεντρική, εδράζεται στην προσέγγιση της πολιτικής υπό το πρίσμα της ισχύος και, κατ’ επέκταση, στην ταυτοποίηση του κόσμου με όρους ηγεμονίας. Με διαφορετική διατύπωση, η αδυναμία του ερμηνευτικού αυτού σχήματος έγκειται στο ότι ανάγει την πρωτο-ανθρωποκεντρική γνωσιολογία σε μέτρο αξιολόγησης της τε δεσποτείας και της καθόλου ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης. Η εισαγωγή της εθνοκεντρικής λογικής – και συγκεκριμένα του τρόπου συγκρότησης της θεμελιώδους κοσμοσυστημικής κοινωνίας της εποχής μας – ως παραμέτρου της εν γένει ιστορίας, συντελεί ώστε το παρελθόν να αποδομείται από τα συστατικά του χαρακτηριστικά, προβάλλοντας σ’ αυτό το παρόν ή την ανάγκη του παρόντος να τεκμηριωθεί στο παρελθόν. Το αντιφατικό, εν προκειμένω, είναι ότι ενώ το παρελθόν ιστορείται με γνώμονα το εθνοκεντρικό πρόσημο, η νεοτερική επιστήμη αρνείται την ύπαρξη του εθνικού γεγονότος πριν από τη νεότερη εποχή.
Η εθνοκεντρική οπτική της ιστορίας συνδυάζεται με το επιχείρημα της πολιτικής ηγεμονίας, το οποίο χρησιμοποιείται ευρέως για την τυπολογία της ιστορικής εξέλιξης. Ενώ όμως η μέχρι το τέλος της δυτικής Ρώμης ιστορία τεκμαίρεται με βάση το γνώρισμα αυτό, το Βυζαντινό κράτος καταγράφεται με γνώμονα τον δυτικο-ευρωπαϊκό κανόνα ως Μεσαίωνας και αποδομείται σύμφωνα με την εσωτερική εθνοτική πολυσημία του. Εξού και παύει να εγγράφεται ως οικουμενική κοσμόπολη, οριζόμενη ως αυτοκρατορία.
Σε κάθε περίπτωση, οι ανωτέρω προσεγγίσεις του κοινωνικού γεγονότος και της ιστόρησής του έχουν σαφώς δεσποτικό ή, στην καλύτερη περίπτωση, πρωτο-ανθρωποκεντρικό υπόβαθρο. Προσλαμβάνει τη δύναμη ως το κινούν αίτιο της ιστορίας και τις ανθρώπινες σχέσεις ως σχέσεις δύναμης. Ο ορισμός της πολιτικής ως δύναμης οδηγεί αναπόφευκτα στην «κατασκευή» της ιστορίας, με θεμέλιο την ιστορία των νικητών. Αυτό συμβαίνει ακόμη και στις περιπτώσεις που παρεισάγονται ορισμένα εναλλακτικά, υπό μίαν έννοια κριτήρια, όπως για παράδειγμα η γνώση, στην οποία η νεότερη επιστήμη αποδίδει πρωτογενείς ιδιότητες. Χαρακτηριστική είναι η ονοματοδοσία της εποχής μας: η γεωγραφία της ανθρωποκεντρικής πρωτοπορίας, που αποδίδει η έννοια της Δύσης, επικάλυψε ολοκληρωτικά το γεγονός του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος, στο οποίο συμμετέχει, κατά το μάλλον ή ήττον, το σύνολο του πλανήτη. Ο Μαρξισμός, δεν διαφοροποιείται βασικά από την προσέγγιση αυτή, παρόλον ότι επιχείρησε να συνδυάσει την εξέλιξη με το μέτρο του «τρόπου παραγωγής», τον οποίο επιπλέον δεν φαίνεται ότι είχε την γνωσιολογική επάρκεια να κατανοήσει στην ολότητά της.
Η σχολή των Annales, ήρθε να γεφυρώσει τις δύο αυτές νεοτερικές εκδοχές της ιστορίας και, ουσιαστικά, να αποτελέσει το όχημα για την κυριαρχία της ιδέας μιας οριστικής ρήξης της νεότερης εποχής με το παρελθόν. Δεν είναι τυχαίο ότι από τη σχολή αυτή προέρχονται όλοι σχεδόν οι μεγάλοι θιασώτες του ανθρωπολογικού επιχειρήματος που επενδύει στην έννοια της «παράδοσης». Εφεξής, ό,τι δεν ανάγεται στην «κατασκευή» της νεοτερικότητας, εγγράφεται ως προ-νεοτερικό, ενοχοποιείται ως περίπου ταυτολογικά ισοδύναμο με τη δεσποτική οπισθοδρόμηση.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υφέρπει μια γραμμική αντίληψη της ιστορίας και, οπωσδήποτε, η βεβαιότητα ότι το νεότερο είναι σαφώς ανώτερο του προγενέστερου, με αποθεωτική απόληξη τη νεότερη και σύγχρονη εποχή. Η νεοτερικότητα, έτσι, από φάση της ευρωπαϊκής εξέλιξης από τη δεσποτεία στον (πρωτο-)ανθρωποκεντρισμό γίνεται, όπως είδαμε, ιδεολογία και, μάλιστα, επιστήμη με αξίωση καθολικής αναφοράς ή εφαρμογής.
Οι επιπτώσεις της αντίληψης αυτής δεν είναι απλώς ερμηνευτικές. Είναι πολυσήμαντες και διακτινώνονται σε περισσότερα επίπεδα: στην ίδια την ουσία του κοινωνικο-οικονομικού και πολιτικού γεγονότος, στην περιοδολόγηση της ιστορίας, σε καταστατικές έννοιες όπως του κράτους, του έθνους, της δημοκρατίας, της εργασίας, του κεφαλαίου, του κοινωνικού και του οικονομικού συστήματος, της εκκλησίας, του ρόλου και της σχέσης της με την πολιτεία και την κοινωνία και πολλά άλλα,.
Έχουμε επισημάνει αλλού τις σημαίνουσες αδυναμίες της προσέγγισης αυτής και τις συνέπειές της. Έχουμε, επίσης αντιτείνει την ανάγκη μιας σφαιρικής οικοδόμησης του ενγένει κοινωνικού γεγονότος που θα εναρμονίζεται με τη φύση του και μιας γνωσιολογίας που θα ορίζει τα κοινωνικά και πολιτικά φαινόμενα με βάση την καθολική της φυσιολογία.
Μέτρο για την ανασυγκρότηση αυτή της γνωσιολογίας του κοινωνικού γεγονότος αποτελεί, κατά τη γνώμη μας, η ελευθερία. Η ελευθερία ή η μη ελευθερία δεν αποτελεί συμφυές γνώρισμα του ανθρώπου ούτε μεμονωμένο φαινόμενο που μπορεί να εκκολαφθεί ή να επιβιώσει στο πλαίσιο μιας και μόνο κοινωνίας. Ως φαινόμενο συναρτάται με συγκεκριμένες παραμέτρους (οικονομία, επικοινωνία κ.ά.), η ακολουθία των οποίων προϋποθέτει το καθολικό γινόμενο μιας «αυτάρκους» εδαφικής και πολυ-κοινωνικής πληθυσμιακής ολότητας. Την καθολικότητα αυτή αποκαλούμε κοσμοσύστημα.
Ώστε, η ιστορία δεν είναι ευθύγραμμη, με την έννοια ότι δεν συνέχεται με το διαμήκη άξονα του χρόνου ούτε τέμνει εγκαρσίως το κοινωνικό γεγονός ανεξαρτήτως της ιδιοσυστασίας του. Τόσο ο χρόνος όσο και το κοινωνικό γινόμενο της εξέλιξης ανάγονται στην κοσμοσυστημική τους μήτρα, η οποία διαθέτει ίδιες λογικές και συναρτήσεις. Κατά τούτο, η απόφαση για την εγγραφή του κοινωνικού φαινομένου στη μία ή στην άλλη κοσμοσυστημική κατηγορία (στη δεσποτική ή την ανθρωποκεντρική) ή σε ένα ειδικότερο εσωτερικό μορφολογικό καθεστώς, δεν είναι αποτέλεσμα διανοητικής επεξεργασίας, συνείδησης ή τύχης. Η μετάβαση στη δεσποτική ή στην ανθρωποκεντρική κατηγορία συναρτάται με τη συνδρομή και τη σύνθεση σειράς παραμέτρων, η αποκωδικοποίηση των οποίων είναι αναγκαία για την κατανόηση της εσωτερικής λογικής του κοινωνικού κόσμου και του κινούντος αιτιολογικού υπόβαθρου της ιστορίας.

2. Η πλέον σημαίνουσα κοσμοσυστημική κατηγορία είναι η ελληνική και, σε ό,τι αφορά στην εδώ εργασία, η περίοδος της ανθρωποκεντρικής οικουμένης. Η περίοδος αυτή, ιδίως δε η φάση της βυζαντινής κοσμόπολης, καταγράφεται ως κομβική, καθώς ο αναστοχασμός της είναι από μόνος του ικανός να ανατρέψει άρδην τη γνωσιολογική βάση του νεοτερικού ανθρώπου. Εστιάζουμε την προσοχή μας σε ορισμένες πτυχές της περίπτωσης αυτής που θα μας επιτρέψουν να αντιληφθούμε τη λογική συνέχεια του προβληματισμού μας. Το Βυζάντιο εγγράφεται ευθέως στο ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας που έχει ως υπόβαθρο τη θεμελιώδη κοινωνία της πόλης. Επομένως, η ταξινόμησή του στην κατηγορία του «Μεσαίωνα» και, συνακόλουθα, στο δεσποτικό κοσμοσύστημα, είναι απολύτως εσφαλμένη. Στο δεσποτικό κοσμοσύστημα περιήλθαν οι κοινωνίες της δυτικής Ρώμης, από τον 4ο αιώνα, όχι η μήτρα του ελληνικού κόσμου.
Διαπιστώνουμε μάλιστα ότι στη βυζαντινή φάση του ελληνικού κοσμοσυστήματος ολοκληρώνεται η ανθρωποκεντρική οικουμένη σε τρία τουλάχιστον επίπεδα: η μητροπολιτική πολιτεία, αποβάλει τον μονοσήμαντα μοναρχικό (όπως στους ελληνιστικούς χρόνους) και νομοκατεστημένο εξεπόψεως κοινωνικο-πολιτικής διάρθρωσης (όπως στη Ρώμη) χαρακτήρα, εναρμονιζόμενη στη λογική μιας καθαρά ανθρωποκεντρικής και μάλιστα εταιρικά διατεταγμένης κοινωνίας. Όντως ήδη από τις απαρχές του Βυζαντίου έχει ολοκληρωθεί η μετάβαση στην εταιρική οικονομία και κοινωνία και κατ’ επέκταση, η κατάργηση της ώντας εργασίας/δουλείας. Τέλος, στη διάρκεια του Βυζαντίου διευκρινίζεται η σχέση της ανθρωποκεντρικής κοινωνίας με τη νέα θρησκεία η οποία αποδίδεται με την έννοια της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού. Στη σχέση αυτή συγκαταλέγεται και η ρύθμιση της θέσης της εκκλησίας στο πλαίσιο της οικουμενικής κοσμόπολης με γνώμονα την κεφαλαιώδη αρχή των «διακριτών ρόλων».
Καταλυτική, εντούτοις, ως προς τις επιπτώσεις της θα αποδειχθεί η υπονόμευση του δεσποτικού κοσμοσυστήματος, η οποία θα επέλθει ως αποτέλεσμα της διείσδυσης σ’αυτό των παραμέτρων του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού. Η διείσδυση αυτή, που ανάγεται ήδη στην κρατοκεντρική εποχή του ελληνικού κοσμοσυστήματος, θα διακτινωθεί σταδιακά σε επάλληλους κύκλους, οι οποίοι από τον 6ο κιόλας αιώνα και μέχρι την Άλωση, θα φθάσει έως τα ακρότατα όρια του δεσποτικού κόσμου. Μαζικές μετακινήσεις ασιατικών δεσποτικών φύλων θα μετακινηθούν διαδοχικά ή σωρευτικά προς την κατεύθυνση του Βυζαντίου, τα οποία συνδυαζόμενα με τα ομόλογά τους από την ευρωπαϊκή ήπειρο, θα ασκήσουν ισχυρότατη πίεση στην ανθρωποκεντρική οικουμένη. Ο ελληνισμός για πρώτη φορά θα αποκλεισθεί από τον ιστορικό ζωτικό του χώρο και τις αγορές της Ανατολής.
Οι νέες αυτές πραγματικότητες θα υποχρεώσουν το Βυζάντιο να αναπροσαρμόσει το στρατηγικό του προσανατολισμό. Θα στραφεί προς Βορράν προκειμένου να δημιουργήσει νέες αγορές στις χώρες των σλάβων και των σκανδιναβών, διαμέσου των ποταμίων γραμμών επικοινωνίας, και θα επανέλθει στη δυτική παρειά της ρωμαϊκής επικράτειας.
Ώστε, η ευρωπαϊκή ήπειρος γίνεται ο νέος ζωτικός οικονομικός χώρος της βυζαντινής οικουμένης, με τη μορφή της εξωτερικής περιφέρειας. Η Ευρώπη με τον τρόπο αυτό ενοποιείται για πρώτη φορά πολιτισμικά. Συγχρόνως όμως το Βυζάντιο δημιουργεί τις προϋποθέσεις μιας αφύπνισης των λαών της, οι οποίοι αναπόφευκτα θα αναπτύξουν απέναντί του μια λεηλατικής φύσεως πολιτική συμπεριφορά. Η συμπεριφορά αυτή, που προσιδιάζει ακριβώς στη λογική της εξωτερικής περιφέρειας του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος δεν υπήρξε πρωτόγνωρη. Αντιθέτως αποτέλεσε τη σταθερά του καθόλου βίου του ελληνισμού.
Από την άλλη, η εγγραφή της Ευρώπης ως ζωτικής περιφέρειας του ελληνικού κοσμοσυστήματος θα θέσει τις βάσεις για τη διαίρεσή της. Διότι η μεν σλαβική Ευρώπη θα ενσωματωθεί πολιτισμικά με τον εκχριστιανισμό της, δεν θα προλάβει όμως να εδραιώσει, λόγω της προ-φεουδαλικής της ιδιοσυστασίας και του ελαχίστου χρόνου της ώσμωσής της με αυτό, το πραγματολογικό υπόβαθρο της ανθρωποκεντρικής οικουμένης: το σύστημα των κοινών, τις συντεχνίες, τη χρηματιστική οικονομία και φυσικά την ελληνική γραμματεία. Η δε δυτική Ευρώπη, με αφετηρία την Ιταλία που ενσωματώθηκε στο Βυζάντιο δίκην εσωτερικής περιφέρειας, θα εισπράξει από αυτό τις ανθρωποκεντρικές συνιστώσες του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Η διαφορά αυτή, ως προς το περιεχόμενο της ανθρωποκεντρικής ενσωμάτωσης των κοινωνιών της Ευρώπης, θα έχει κοσμοϊστορικές συνέπειες για την εξέλιξη.
Πριν όμως μπούμε στο κεφάλαιο αυτό είναι χρήσιμο να δούμε, ενολίγοις, τα ίδια χαρακτηριστικά του Βυζαντίου: τι αντιπροσωπεύει δηλαδή ως φάση του ελληνικού κοσμοσυστήματος και, συνεπώς, πώς διαμορφώνεται η σχέση κέντρου- περιφέρειας με την Ευρώπη, που μας ενδιαφέρει ειδικότερα εδώ, ιδίως σε ό,τι αφορά στη νοτιο-ανατολική παρειά της.
(α) Το Βυζάντιο εγγράφεται στην τροχιά της μετα-κρατοκεντρικής ή οικουμενικής περιόδου του ελληνικού κοσμοσυστήματος, συγκροτεί μια οικουμενική κοσμόπολη. Συνδυάζει ως κοσμοπολιτεία τη θεμελιώδη κοινωνία της πόλης/κοινού με τη μητρόπολη. Η πόλη/κοινό κατέχει το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών αρμοδιοτήτων, συμπεριλαμβανομένης και της δημοσιονομικής. Είναι επιφορτισμένη με τις εξωτερικές της σχέσεις και την ασφάλεια της περιοχής, πλην του δικαιώματος να επικαλείται το οπλικό επιχείρημα στις διαπολεοτικές σχέσεις ή να αμφισβητεί την επικράτεια της οικουμενικής κοσμόπολης. Επιπλέον, εκπληρώνει τις λειτουργίες που συνάπτονται με την κεντρική πολιτεία (δημοσιονομική, στρατιωτική κ.ά.). Διαθέτει τέλος αποκλειστικό δικαίωμα ως προς την πολιτειακή της (αυτο-)συγκρότηση.
(β) Αντιπροσωπεύει, όπως είδαμε, την πλέον ολοκληρωμένη ανθρωποκεντρική εκδοχή μητροπολιτικής πολιτείας. Υπερέχει, επομένως, της ελληνιστικής μητροπολιτικής εξουσίας που είναι μονοσήμαντα μοναρχική και κληρονομική, και εξίσου της ρωμαϊκής, η οποία εδράζεται στη λογική της νομοκατεστημένης δεσποτείας. Η Κωνσταντινούπολη είναι μία εξολοκλήρου ανθρωποκεντρική πόλις. Ο μονάρχης είναι αιρετός βασιλεύς, ασκεί ευρείες κυβερνητικές και νομοθετικές αρμοδιότητες, υπόκειται όμως στον έλεγχο άλλων θεσμικών φορέων όπως η Σύγκλητος και ιδίως του δήμου από τον οποίο αντλεί νομιμοποίηση. Πολιτεύεται όχι για το δικό του αλλά για το κοινό συμφέρον. Η μητρόπολη ενσαρκώνει την κεντρική πολιτεία όχι ο Βασιλεύς. Η εκκλησία υπόκειται στην αρχή των διακριτών ρόλων που επιφυλάσσει στην πολιτεία (της Μητρόπολης και του κοινού) την καθολική πολιτική αρμοδιότητα και εστιάζει τη λειτουργία της στο ναό και στα της θρησκείας. Το ερώτημα πώς συνέβη μια απολύτως ανθρωποκεντρική οικουμενική κοσμόπολη της οποίας η λογική εδράζεται στην αρχή της ελεύθερης πολιτειακής αυτοθέσμισης του παντός, να υιοθετεί και να εμμένει στην ενιαία σκέψη του χριστιανικού δόγματος, είναι ένα εξαιρετικά σύνθετο ζήτημα που διαφεύγει του αντικειμένου του παρόντος. Δεν μεταβάλει όμως, αυτό καθεαυτό, τη φυσιογνωμία του Βυζαντίου που σκιαγραφήσαμε ανωτέρω.
(γ) Το Βυζάντιο ως οικουμενική κοσμόπολη δεν είναι αυτοκρατορία. Η έννοια της αυτοκρατορίας ανάγεται βασικά σε μια φάση της εξέλιξης που τοποθετείται στο μεταίχμιο μεταξύ δεσποτείας και ανθρωποκεντρισμού. Το Βυζάντιο, αντιθέτως, δηλαδή η οικουμενική κοσμόπολη στοιχειοθετεί μετα-κρατοκεντρικό ανθρωποκεντρικό στάδιο με πολιτικό πρόσημο την κοσμοπολιτεία. Η κοσμοπολιτεία ορίζεται ως το αρθρωτικό γινόμενο του συστήματος των πόλεων/κοινών και της μητρόπολης, το οποίο εκπορεύεται από την οικουμενική ιδιοσυστασία της χρηματιστικής οικονομίας και κοινωνίας. Η φάση αυτή του ανθρωποκεντρισμού έχει ως πρόσημο την εταιρική οργάνωση της σχέσης κεφαλαίου/εργοδοσίας και εργασίας, συγκροτείται δε με γνώμονα την πολυ-πρισματική και πολυ-πολιτειακή συνάφεια της καθολικής ελευθερίας.
Η ιδιαίτερη αυτή φύση της βυζαντινής οικουμενικής κοσμόπολης παρουσιάζει ένα εξαιρετικό ενδιαφέρον που είναι εμφανές στο ζήτημα της οικονομίας: Η αστική τάξη είναι οικουμενική όχι «κρατοκεντρική». Η διαφορά είναι κεφαλαιώδης: η μια, αναφέρεται σε μια α-συνοριακή και δη μετα-κρατοκεντρικής λογικής αστική τάξη. Η άλλη αντιλαμβάνεται τη λειτουργία της εντός του θεμελιώδους κράτους ή με αφετηρία την πολεοτική/κρατική της ρίζα. Επιπλέον, στην ανθρωποκεντρική αυτή φάση, η σχέση της αστικής τάξης με την εργασία δομείται σε εταιρικές βάσεις. Το σύστημα αυτό υπερβαίνει, εξεπόψεως ολοκλήρωσης, εκείνο της πρωτο-ανθρωποκεντρικής εποχής, το οποίο ανήκει στην ιδιοκτησία. Η συνάντηση της εργασίας με το κεφάλαιο γίνεται όχι στη βάση της εξαρτημένης εργασίας αλλά κατά τρόπο που να διασφαλίζεται η κοινωνική ελευθερία.
Ώστε, στο μέτρο που η πόλη/κοινό διαπιστώνεται αδιαμφισβήτητα ότι διατηρεί τις πολιτείες της κρατοκεντρικής/κλασικής περιόδου, καταρρίπτεται και το επιχείρημα της νεοτερικότητας ότι, η δημοκρατία έγινε εφικτή μόνο χάση στο καθεστώς της (ώνιας) δουλείας.
Τα ανωτέρω χαρακτηριστικά γνωρίσματα του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού, θα τα εξαγάγει το Βυζάντιο, ως κέντρο της οικουμένης, στη νέα ζωτική του περιφέρεια. Η διαφοροποίηση, ωστόσο, που ήδη διαπιστώσαμε, ως προς την «αντιληπτική» ικανότητα καθεμίας από τις κοινωνικές περιοχές της ευρωπαϊκής περιφέρειας θα επιδράσει ως καταλύτης στις εξελίξεις. Η ρωσική περιφέρεια θα συγκροτηθεί εντέλει ως κρατική δεσποτεία, στην οποία θα προσκυρωθεί και η ομόλογη εκκλησία. Φυσικά, το σύστημα αυτό ουδεμία σχέση έχει με τη Βυζαντινή κοσμόπολη, όπως ακριβώς και η ρωσική κοινωνία, παρόλο ότι αναφέρεται στην ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού.
Στη δυτική Ευρώπη θα μετακενωθούν οι παράμετροι του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος μικρής κλίμακας (η χρηματιστική οικονομία, το σύστημα των κοινών, της εταιρικής εργασίας κ.α.) με περαιτέρω συνέπεια οι ανθρωποκεντρικοί θύλακες που σταδιακά θα δημιουργηθούν εκεί να αναζητήσουν στην ελληνική γραμματεία το γνωσιολογικό τους στίγμα. Είναι προφανές ότι η διαφοροποίηση αυτή της δυτικής Ευρώπης οφείλεται αφενός στην οργανική ενσωμάτωση της Ιταλίας στη βυζαντινή οικουμένη και αφετέρου στη συνάφεια τής πέραν των Άλπεων ενδοχώρας με την ιδιωτική δεσποτεία. Η τελευταία θα στεγάσει τα κύτταρα του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και θα μεταλλαχθεί, δι’αυτών, προετοιμάζοντας έτσι το έδαφος για τη μετάβαση από τη μικρή στη μεγάλη κοσμοσυστημική κλίμακα. Στις εξελίξεις αυτές σημαίνουσα θέση θα καταλάβουν οι σταυροφορίες και αργότερα οι «ανακαλύψεις», καθώς θα δημιουργήσουν στην Εσπερία μια δυναμική εξωστρέφειας και, οπωσδήποτε, την ανθρωποκεντρική κινητικότητα προς την κατεύθυνση της εδραίωσης της μεγάλης κοσμοσυστημικής κλίμακας.

3. Και η οθωμανοκρατία; Η περίοδος αυτή μας ενδιαφέρει σε τρία τουλάχιστον επίπεδα: (α) τι απέγινε το ελληνικό κοσμοσύστημα μετά την Άλωση; (β) τι συνέβη με τους βαλκανικούς λαούς, σλαβικούς ή μη; (γ) που τοποθετείται το «τουρκικό» ζήτημα;
Αυτό που συνέβη με την οθωμανική κατάκτηση μπορεί να χαρακτηριστεί ως ιστορικός συμβιβασμός. Οι Οθωμανοί, φορείς οι ίδιοι της κρατικής δεσποτείας, δεν κατέλυσαν τα ανθρωποκεντρικά θεμέλια του ελληνικού κοσμοσυστήματος (τις παραμέτρους του όπως τη χρηματιστική οικονομία, τη θεμελιώδη κοινωνία του κοινού κ.λπ.) και φυσικά δεν μετέβαλαν τις κοινωνίες του σε φεουδαλικές. Επικάθισαν επ’ αυτού και το διαχειρίστηκαν αναλόγως. Εγκατέστησαν όμως τη δεσποτική λογική σε ορισμένες λειτουργίες του κεντρικού κράτους. Προφανώς το δεσποτικό επιχείρημα της ιδιοκτησίας του σουλτάνου επί της επικράτειας ήταν το μόνο ικανό να αιτιολογήσει την αξίωσή του στην είσπραξη της προσδοκόμενης υπεραξίας από τον πληθυσμό. Στο πλαίσιο του «συμβιβασμού» αυτού η Πύλη κράτησε την «ψιλή κυριότητα» άφησε όμως το εμπράγματο δικαίωμα της νομής (και της επικαρπίας) στους υπηκόους.
Πέραν αυτού, ωστόσο, η οθωμανική εξουσία ανέλαβε να διεκπεραιώσει όλες τις λειτουργίες του Βυζαντινού κράτους και εφήρμοσε κατά το ουσιώδες το σχήμα της σχέσης μεταξύ κεντρικού συστήματος και συστήματος των πόλεων/κοινών. Δεν υπεισήλθε καν στη δημοσιονομική αρμοδιότητα, ούτε στα εσωτερικά των κοινών. Τα τελευταία διατήρησαν το κεκτημένο της αυτονομίας στο ζήτημα της πολιτειακής τους αυτοθέσμισης, αυτά δε εκπροσωπούνταν στο κέντρο, όχι το κέντρο σ’ αυτά. Η σχέση εργασίας και κεφαλαίου παρέμεινε εξολοκλήρου ανθρωποκεντρική και μάλιστα εταιρική. Πράγμα που όχι μόνο αποκλείει κάθε υπόνοια φεουδαλικής ή ευρύτερα δεσποτικής οπισθοδρόμησης της κοινωνίας, αλλά και επιβεβαιώνει την εμμονή της στη λογική της ανθρωποκεντρικής ολοκλήρωσης. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί ότι εκεί όπου η πολιτεία είναι επίσης δημοκρατική, το πολίτευμά της προσιδιάζει κατά ομοθετικό τρόπο με το προηγούμενο της περιόδου της οικουμένης και, οπωσδήποτε, της κλασικής κρατοκεντρικής εποχής. Αξίζει να σταθεί ειδικότερα κανείς στην επισήμανση αυτή καθώς η νεοτερική κοινωνική επιστήμη μην έχοντας επίγνωση της καταστατικής διαφοράς που υπάρχει μεταξύ του κοινού ως της θεμελιώδους κοινωνίας του ελληνικού κοσμοσυστήματος και της κοινότητας, ως της συστατικής υπο-κοινωνίας του δεσποτικού πεδίου – εν προκειμένω του φέουδου – εκλαμβάνει το πρώτο ως τον αποδεικτικό καταλύτη της φεουδαλικής δομής του ελληνικού κόσμου της οθωμανοκρατίας και, μάλιστα, του Βυζαντίου. Εν κατακλείδι, η οθωμανική κατάκτηση ενίσχυσε την αυτονομία των κοινών, η οποία εμφανίζει μια ιδίαν δυναμική από το 1204 και εντεύθεν.
Συγχρόνως, όμως με την οθωμανική κατάκτηση, διευρύνεται και η πολιτισμική, οικονομική και, υπό μία έννοια, πολιτική επιρροή του ελληνικού κοσμοσυστήματος πάνω στους ορθόδοξους πληθυσμούς της επικράτειας. Οι οθωμανοί, ενοποιώντας πολιτικά τον ελληνικό ζωτικό χώρο συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάληψη από τον ελληνισμό της πρωτοβουλίας των κινήσεων. Κατά τούτο, το σοκ της κατάκτησης δεν θα κρατήσει πολύ. Η νέα πολυσήμαντη απογείωση των ελληνικών κοινωνιών θα σηματοδοτήσει μια καινούρια περίοδο για το ελληνικό κοσμοσύστημα. Η ελληνική οικουμενική αστική τάξη κυριαρχεί στην οθωμανική επικράτεια, διευρύνοντας την επιρροή της και πέραν αυτής. Καλλιεργείται ξανά η ιδέα του γένους, η ιδεολογία του έθνους – κοσμοσυστήματος, που στεγάζει όλες τις εθνοτικές ή άλλης αναφοράς πολιτισμικές ιδιαιτερότητες. Το τρίπολο γένος, πολιτισμικά ετερότητα και πολιτειακοί πατριωτισμοί, καλείται να διαχειριστεί το σύστημα των κοινών, υπό την αιγίδα του Φαναρίου, το οποίο καλυπτόμενο από το τυπικό της εκκλησίας, επενδύεται πράγματι τη μητρόπολη πολιτεία της ελληνικής οικουμένης.
Στο πλαίσιο αυτό, ο χώρος των κοινών ανασυγκροτείται και αναλαμβάνει την υποστήριξη της παιδείας, επιζητώντας να καλύψει το κενό που άφησε η απώλεια του πολιτειακού κέντρου. Έχει ενδιαφέρον να προσεχθεί επίσης ότι εκεί όπου εκτείνεται το ελληνικό κοσμοσύστημα, εν προκειμένω στους παραστάτες της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού, ευδοκιμούν οι θεμελιώδεις θεσμοί του, τα κοινά και οι συντεχνίες. Δεν όλοι οι ορθόδοξοι πληθυσμοί που μετέχουν των συστημάτων αυτών καθώς και ορισμένοι, ακόμη και στο πλαίσιο της οθωμανικής επικράτειας, υπάγονται μάλλον στο κατά το μάλλον ή ήττον δεσποτικό καθεστώς. Όμως, όπου οι πληθυσμοί εξισλαμίζονται το ελληνικό σύστημα υποχωρεί και συνήθως εξαλείφεται.
Από την άλλη, οι ορθόδοξοι πληθυσμοί που ενσωματώνονται, ιδίως ως έμποροι, ως κλήρος, ως συντεχνίτες ή λόγιοι στο ελληνικό σύστημα εγγράφονται συγχρόνως και στον έλληνα λόγο. Η διαλεκτική αυτή σχέση μεταξύ των παραμέτρων του ελληνικού κοσμοσυστήματος και του έλληνα λόγου, που αποτέλεσε καθολικό φαινόμενο έως το τέλος των ελληνιστικών χρόνων και, οπωσδήποτε, κυρίαρχη πραγματικότητα στην ανατολική παρειά της ρωμαϊκής επικράτειας, συνδυάστηκε στο Βυζάντιο με την ορθοδοξία. Ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού και, έλληνας λόγος, αν και δεν αποτέλεσαν οργανική ενότητα, αφού άλλωστε η Βυζαντινή κοσμόπολη δεν διέθετε μετά από μια ορισμένη στιγμή την οικουμενική επιφάνεια να διαχειριστεί τη σχέση. Όμως, στην περιοχή της φαναριωτικής «επικράτειας», εκεί όπου εκτεινόταν η αρμοδιότητα του οικουμενικού πατριαρχείου, διαπιστώνεται μια συνέπεια στη σχέση αυτή, η οποία πρέπει ασφαλώς να αποδοθεί στην πολυσήμαντη ηγετική παρουσία του ιδίου του ελληνισμού και των παραμέτρων του συστήματός του.
Η καθολική αυτή κυριαρχία του ελληνικού κοσμοσυστήματος και του έλληνα λόγου στη ζωτική του περιοχή είναι εμφανής σε δύο επίπεδα. Το πρώτο, προκύπτει μέσα από το έργο των ελλήνων διανοητών, οι οποίοι μολονότι βρίσκονται σε άμεσο διάλογο με τη δυτική Αναγέννηση και το Διαφωτισμό θα κινηθούν και μάλιστα θα επεξεργαστούν ένα σώμα ιδεών για την κοινωνία, την οικονομία και την πολιτική με άμεση αναγωγή στην οικουμενική κοσμόπολη (εν οις και στο σύστημα των κοινών και της εταιρικής οικονομίας και κοινωνίας) και στο έθνος κοσμοσύστημα.
Η περίπτωση του Ρήγα είναι χαρακτηριστική. Στο σχήμα των ιδεών του δεν υπεισέρχεται ούτε η προβληματική της μετάβασης από τη δεσποτεία στον ανθρωποκεντρισμό, όπως στο σύνολο των διανοητών της Εσπερίας (από τον Μοντεσκέ έως τους νεότερους), ούτε η προοπτική του κράτους – έθνους. Ο Ρήγας διαλογίζεται με αποκλειστικό γνώμονα την οικουμενική κοσμόπολη, δηλαδή στη βάση μιας μετα-κρατοκεντρικής ανθρωποκεντρικής θεμελίωσης του κοινωνικού ιστού, και άρα σε πλήρη αρμονία με τη φάση που βίωνε ο ελληνικός κόσμος της εποχής. Πυρήνας της σκέψης του δεν είναι η κατάλυσή της αλλά η απόσειση των στρεβλώσεων που προκαλούσε η πολιτική περιουσία του οθωμανού δεσπότη και φυσικά του καθεστώτος της κατάκτησης.
Ήδη όμως διαπιστώνεται ότι, παρά τον σημαίνοντα ρόλο που αναλαμβάνει η εκκλησία κατά την περίοδο της κατάκτησης, ο εσωτερικός ιδεολογικός δυισμός που εγκαθίσταται στον ελληνικό κόσμο με την άνοδο του χριστιανισμού, δεν εκλείπει. Το δίλημμα εάν συνεκτική ιδεολογία της ελληνικής οικουμένης θα αποτελέσει η ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού, η ορθοδοξία που στεγάζει το οικουμενικό πατριαρχείο, ή ο καθαρός έλληνας λόγος θα συνεχίσει να αποτελεί μια σημαίνουσα σταθερά. Συγχρόνως, επισημαίνεται μια άλλης τάξεως διαφοροποίηση που συνάπτεται με τη θέση του οθωμανού κατακτητή στην υπόθεση της ανασυγκρότησης της οικουμενικής κοσμόπολης. Ο Ρήγας στο πρόταγμά του για την «Ελληνική δημοκρατία» εγγράφει σ’ αυτήν και τους Τούρκους. Ο Νεόφυτος Δούκας ωστόσο επιφυλάσσει την ελληνική οικουμένη μόνο για τους θιασώτες της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού. Καθώς εισερχόμεθα, μάλιστα, στον 19ο αιώνα η συζήτηση για τη συνεκτίμηση ή μη των Τούρκων στη νέα κοσμόπολη διατηρεί την επικαιρότητά της συγχρόνως με την προβληματική για τον τρόπο της μετάβασης: με όχημα τη διαδοχή ή την επανάσταση;
Το δεύτερο επίπεδο της συνάντησης του έλληνα λόγου με το ελληνικό κοσμοσύστημα διέρχεται από το σύστημα της ομόλογης παιδείας. Διαπιστώνουμε ότι το οθωμανικό σύστημα ως δεσποτικό δεν ασχολήθηκε με το ζήτημα της παιδείας και, μάλιστα, της εκπαίδευσης. Το ανέλαβε εξ ολοκλήρου το ελληνικό κοινό, το οποίο ακολούθησε κατά πόδας την ακτίνωση των ελληνικών κοινωνιών και της αστικής τους τάξης. Παντού όπου αναπτύσσεται το ελληνικό κοινό, συνδυάζεται με τη δημιουργία σχολείου και εκκλησίας. Οι θεσμοί αυτοί, που μαρτυρούν μια βαθιά συνείδηση συλλογικής ταυτότητας συμενούς με την ελληνική οικουμένη, λειτουργούν ως καταλύτες για τη μετάγγισή τους στους γηγενείς και τουλάχιστον ομόδοξους πληθυσμούς. Η θρησκεία για τους πληθυσμούς αυτούς που βιώνουν ένα απλώς στοιχειώδες καθεστώς κοινωνικής συγκρότησης, αποτελεί τη μαγιά της συνάντησής τους με τους ανθρωποκεντρικούς θεσμούς και τα ομόλογα ελληνικά κοινωνικά στρώματα.
Η θρησκεία, με τον τρόπο αυτό, και συγκεκριμένα η ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού, αποτελεί τον καλό αγωγό για την προσκύρωση των γηγενών πληθυσμών στο ελληνικό σύστημα και την ίδια στιγμή το σημείο της διαφοροποίησής τους με τη λατινική εκκλησία και τις χώρες που τη διακινούν ή με τον οθωμανό κατακτητή. Η ενσωμάτωση αυτή διευκολύνεται προφανώς από την πολυσημαντότητα ή μάλλον την ταυτοτική πολυνομία που διδάσκει η ελληνική οικουμένη. Το έθνος κοσμοσύστημα αποτελεί την καθολική στέγη όπου εκκολάπτονται οι πολιτισμικές ιδιαιτερότητες και, φυσικά, η πολιτειακή αυτονομία της θεμελιώδους κοινωνίας των κοινών. Η φάση της ανθρωποκεντρικής οικουμένης τοποθετείται στον αντίποδα της πρωτο-ανθρωποκεντρικής μονο-σημίας, η οποία αντιμετωπίζει την εταιρότητα ως μείζονα απειλή για τον κοινωνικό και τον πολιτικό ηγεμόνα. Η ενσωμάτωση των ομοδόξων πληθυσμών της οθωμανικής επικράτειας στην ελληνική οικουμένη διευκολύνθηκε επομένως από τη φύση της και, συγκεκριμένα, από το γεγονός ότι στο θεμέλιο του έθνους κοσμοσυστήματος συναντώνται η ελληνική ή κοινή εκδοχή του χριστιανισμού και η πολυσημαντότητα των παραμέτρων του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Ώστε, δεν είναι η αστική τάξη που λειτουργεί ως μοναδικός καταλύτης για τη μεταπρατική μετακένωση του κεκτημένου του Διαφωτισμού όπως διατείνεται η νεοτερική ιστοριογραφία. Η αστική τάξη, επειδή είναι οικουμενική ως προς την ιδιοσυστασία της, γίνεται φορέας του ελληνικού συστήματος των κοινών, της εταιρικής εργασίας και, οπωσδήποτε, του συστήματος παιδείας που καλείται να υπηρετήσει τις ανάγκες της θεμελιώδους κοινωνίας. Το σύστημα αυτό, καθώς αναπτύσσεται στο μέσον των γηγενών τους πληθυσμών ενεργοποιεί ανθρωποκεντρικά και λειτουργεί ως ασφαλές πολιτισμικό στέγαστρο, ικανό να ανατροφοδοτήσει επίσης τις ίδιες ταυτοτικές (εθνοτικές κ.ά.) αναζητήσεις. Κατά τούτο, το μεν έθνος κοσμοσύστημα αποτέλεσε για τους πληθυσμούς αυτούς την κοινή πατρίδα, οι δε θεσμοί της ελληνικής οικουμένης το θεμέλιο υπόβαθρο της ανθρωποκεντρικής τους υποστασιοποίησης. Δι’ αυτήν εισέρχονται στο εν γένει οικονομικό, κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι που διακινούν ήδη οι ελληνικές κοινωνίες. Υπό την έννοια αυτή, η εγγραφή τους στον έλληνα λόγο υπήρξε η προϋπόθεση και ο ενδείκτης της ανθρωποκεντρικής τους ενσωμάτωσης.
Σε ταυτοτικό επίπεδο η μη κατοχή της πολιτικής κυριαρχίας από τους έλληνες συνέβαλε τα μέγιστα ώστε να προσεγγίσουν με οικειότητα την κοινή πατρίδα, το έθνος κοσμοσύστημα καθώς το ίδιο με δεδομένο το πολυπρισματικό του περιεχόμενο, εγγυάτο την πολιτειακή εμπραγμάτωση της ετερότητας και κατ’ επέκταση το ταυτοτικό πρόσημο των συστεγασμένων πολιτισμικών ιδιαιτεροτήτων. Στο πλαίσιο αυτό, η έννοια της πατρίδας διακτινωνόταν σε περισσότερα του ενός επίπεδα: ήταν το ελληνικό έθνος κοσμοσύστημα, η εθνοτική, γεωγραφική ή άλλη αναγωγή ενός εκάστου, οπωσδήποτε το κοινό και σε ό,τι αφορά στις κοινωνικές αναφορές, η συντεχνία. Έως το δεύτερο ήμισυ του 15ου αιώνα, τις προδιαγραφές της πατρίδας δεν συμπλήρωναν ούτε το κράτος – έθνος ούτε φυσικά η οθωμανική δεσποτεία. Ιστορικά η συνολική πατρίδα συμβολίζεται με τη βασιλεύουσα πόλη, την Κωνσταντινούπολη. Ο θρήνος της Άλωσης θα αποτελέσει κοινό κτήμα των ορθοδόξων της οθωμανικής επικράτειας αλλά και των πέραν αυτής οδοιπόρων της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού.
Διαπιστώσαμε ήδη ότι το σύστημα παιδείας των κοινών κλήθηκε να αναπληρώσει σε σημαντικό βαθμό τις ανάγκες της ελληνικής ή ανθρωποκεντρικής οικουμένης με τη δημιουργία στελεχών για την οικονομία, την πολιτική, την εκκλησία αλλά και για την ικανοποίηση της συνοδού πνευματικής περιέργειας. Εξ’ ου και, σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε στην Εσπερία έως και το 19ο ουσιαστικά αιώνα, το εκπαιδευτικό σύστημα των Ελλήνων ήταν κοσμικό, ανήκε στην αρμοδιότητα των κοινών, μαζικό και ανθρωποκεντρικά δομημένο. Η επισήμανση αυτή απαντά στο ερώτημα του γιατί της εκπαιδευτικής απογείωσης: Δεν νοείται σύστημα παιδείας στη δεσποτεία, πολλώ μάλλον μαζικό, κοσμικό και ανθρωποκεντρικά προσανατολισμένο. Η πνευματική απογείωση αποκτά μαζικά χαρακτηριστικά μόνον εκεί όπου η κοινωνία είναι ή μεταλλάσσεται σε ανθρωποκεντρική. Θα επικαλεστώ ένα μόνο παράδειγμα: Η ζωγραφική στον ελληνικό πολιτισμικό χώρο υπήρξε ένα μαζικό γεγονός που κλήθηκε να εκπληρώσει πολυσήμαντες ανάγκες του πληθυσμού. Αντιθέτως στη δυτική Ευρώπη αποτέλεσε μια «επώνυμη» διαδικασία που ανταποκρίθηκε στα άρχοντα νέο-ανθρωποκεντρικά στρώματα της εποχής.
Σε κάθε περίπτωση, ο ανθρωποκεντρισμός χρειάζεται ένα σύστημα σκέψης και λειτουργίας του συστήματός του, που διέρχεται ευρέως από τη γνώση. Αναγκαιεί το νόμισμα και τους «λογαριασμούς» που συνάπτονται με αυτό, νομοθεσία, λειτουργίες νομιμοποίησης (συμβολαιογραφικά, συμφωνητικά έγγραφα κ.λπ.) και επίλυσης των διαφορών (εφαρμοστές του δικαίου κ.ά.), θεσμούς πρόνοιας κ.ά. Από τις λειτουργίες αυτές προκύπτει και η πνευματική περιέργεια. Η παιδεία στη Δύση εντοπίζεται στους ανθρωποκεντρικούς θύλακες που, εν αντιθέσει με τις ελληνικές κοινωνίες, ο εκεί κόσμος ήταν κατά βάση δεσποτικός.
Αυτή ακριβώς η σχέση εγκαθιδρύεται ανάμεσα στις ελληνικές κοινωνίες των κοινών που φέρουν μαζί τους την ελληνική παιδεία και στους λοιπούς γηγενείς πληθυσμούς που συναντώνται στη βάση της θρησκευτικής ομοδοξίας. Τα ελληνικά κοινά, ιδίως αυτά που συμβιώνουν με τους γηγενείς πληθυσμούς λειτουργούν ως καλός αγωγός για την ανθρωποκεντρική ενσωμάτωσή τους. Η δημιουργία ανθρωποκεντρικών θυλάκων μεταξύ των ομοδόξων υπηκόων της οθωμανικής επικράτειας μετέβαλε συγχρόνως τους φορείς τους σε θιασώτες της ελληνικής παιδείας. Όταν οι έλληνες λόγιοι προτάσσουν ως μείζονα προορισμό του εκπαιδευτικού συστήματος τον «φωτισμό του Γένους» έχουν πλήρη συνείδηση του πολυσήμαντου ρόλου που καλείται να παίξει ο έλληνας λόγος: την εξυπηρέτηση των παραμέτρων του ανθρωποκεντρισμού, την πνευματική ανόρθωση των ελληνικών κοινωνιών αλλά και την ενσωμάτωση σ’ αυτήν των ομοδόξων πληθυσμών της οθωμανικής επικράτειας.
Ο Νεόφυτος Δούκας συζητά την αναγκαιότητα αυτή υπό το πρίσμα της υπεροχής του ελληνισμού επί της χριστιανοσύνης. Δεν συντάσσεται προφανώς εναντίον της θρησκείας. Εξηγεί όμως ότι η ταυτότητα του έθνους κοσμοσυστήματος οφείλει να προσεγγιστεί υπό το πρίσμα της ελληνικής και όχι της χριστιανικής παιδείας και ιδεολογίας. Αυτή μόνον είναι ικανή να λειτουργήσει ως θεμελιώδης μηχανισμός προσκύρωσης των ομοδόξων πληθυσμών στο ελληνικό γένος. Σκοπός της ελληνικής παιδείας, της παιδείας της ελληνικής οικουμένης, πρέπει να είναι «η αύξησις του γένους ημών και η επίδοσις εις την φιλοσοφίαν. Τουτέστιν η έκτασις της γλώσσης ημών καθόλην την εξουσίαν του οικουμενικού θρόνου και η σύστασις των σχολείων καθ’ όλας τας πόλεις». Πόλεις εν προκειμένω είναι τα κοινά και όχι τα αστικά κέντρα. Αναγνωρίζει ότι ήδη στις μέρες του, στο μεταίχμιο του 18ου και του 19ου αιώνα, παντού στα κοινά συναντώνται διδασκαλεία. Θέλει όμως να δει να διαμορφώνονται εξίσου σχολεία της ανώτερης και της ανώτατης εκπαίδευσης. Από την άλλη, αιτιολογεί τη χρησιμότητα από την αύξηση του γένους η οποία θα συντελεστεί στην πραγματικότητα με την οργανική επανενσωμάτωση στο ελληνικό κοσμοσύστημα και στον έλληνα λόγο των λαών που υπάγονται στη ζωτική του περιοχή: των βλάχων, των αλβανών κ.ά. Εκφράζει μάλιστα ως προς αυτό την ικανοποίησή του όταν διαπιστώνει ότι η ενσωμάτωση αυτή έχει ήδη συντελεστεί σε πολύ μεγάλο βαθμό σε ό,τι αφορά στο έδαφος της Βουλγαρίας και της Μολδοβλαχίας. Ως προς την τελευταία συμφωνεί άλλωστε και ο Κ. Παπαρρηγόπουλος.
Εν κατακλείδι, ο νεότερος ευρωπαϊκός δυισμός - μεταξύ Ανατολής και Δύσεως – και η ιστορική ταυτότητα των λαών της Βαλκανικής συνδέεται άρρηκτα με τη συνάντησή τους με το ελληνικό ή ανθρωποκεντρικό κοσμοσύστημα μικρής κλίμακας. Συναρτήθηκε δηλαδή με το βαθμό και τον τρόπο της ανθρωποκεντρικής τους όσμωσης.
Η σλαβική Ρωσία και η δυτική Ευρώπη προσήλθαν στη νεότερη ανθρωποκεντρική εποχή, έχοντας ενσωματώσει διαφορετικά «στοιχεία» του ελληνικού κοσμοσυστήματος. Διαφορετικά λόγω της μη συνάντησης των καταβολών τους, αφού η δυτική Ευρώπη καταγράφεται ως ιδιωτική δεσποτεία με απώτερες αναφορές στο ελληνορωμαϊκό και χριστιανικό κεκτημένο, η σλαβική Ρωσία αντιπροσωπεύει τη στιγμή της βυζαντινής παρέμβασης μια απλώς προ-φεουδαλική δεσποτεία.
Η βαλκανική ενδοχώρα, από την πλευρά της, ενόσω η Ρωσία τελούσε υπό ένα καθεστώς κρατικής δεσποτείας και η δυτική Ευρώπη επιχειρούσε την απόσειση της φεουδαρχίας, βίωνε ατελώς αλλ’ ωστόσο άμεσα τις παραμέτρους του ελληνικού κοσμοσυστήματος και ουσιαστικά τελούσε υπό την αιγίδα του ελληνισμού. Το γεγονός αυτό εξηγεί άλλωστε και την ευδοκίμηση του έλληνα λόγου στους λαούς αυτούς.
Τέλος, η οθωμανική δεσποτεία απέβαλε όντως ένα σοβαρό μέρος της «ασιατικής» της κληρονομίας από τη στιγμή που επικάθησε επί του ελληνικού κοσμοσυστήματος και αποδέχθηκε τις προδιαγραφές του. Ο εξισλαμισμός των χριστιανικών πληθυσμών της Μικράς Ασίας μετέβαλε ασφαλώς το ουσιώδες της ελληνικής πολιτισμικής παιδείας σε κεκτημένο του οθωμανικού ισλάμ, όπως ακριβώς και το γεγονός της συνύπαρξής του με τον ελληνισμό και την άρχουσα τάξη του. Κατά τούτο, μπορεί να αποδεχθεί κανείς αβίαστα ότι το οθωμανικό ισλάμ μετέχει του ελληνικού πολιτισμικού βιώματος. Εντούτοις, το δεσποτικό του απόβαρο και η λεηλατική δομή της οθωμανικής εξουσίας δεν επέτρεψαν στην τουρκική κοινωνία να αφομοιώσει τα ανθρωποκεντρικά γνωρίσματα του ελληνισμού, ιδίως δε το σύστημα των κοινών, της εταιρικής οικονομίας και κοινωνίας και, φυσικά, το πολιτειακό γινόμενο συστημάτων με λαϊκή αναφορά, ή ακόμη και της δημοκρατίας. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την προσημειωθείσα παρατήρηση ότι στις κοινωνικές περιοχές όπου επικρατούσε το οθωμανικό ισλάμ, υποχωρούσε το σύστημα των κοινών και τα συνοδά ανθρωποκεντρικά θεμέλια.
Τα ανωτέρω επιβάλουν, κατά τη γνώμη μου, να συγκρατήσουμε ότι στη διάρκεια από την Αναγέννηση έως και το 19ο αιώνα, εξακολουθεί να συνυπάρχει στον ευρωπαϊκό και μικρασιατικό χώρο το ελληνικό κοσμοσύστημα με τις δύο ζωτικές του περιοχές, οι οποίες μεταλλάσονται αργά αλλά σταθερά, από διαφορετικές δεσποτικές αφετηρίες προσερχόμενες στον ανθρωποκεντρισμό. Και στις δύο αυτές περιοχές, όχημα της μετάβασης αποτελεί το ελληνικό θεσμικό, κοινωνικο-πολιτικό και πολιτισμικό γινόμενο, εν οις το σύστημα των κοινών ή, αναλόγως, η ελληνική εκδοχή του χριστιανισμού. Η νοτιοανατολική Ευρώπη κατέχει ως προς αυτό το σχήμα της εξέλιξης μια ιδιάζουσα θέση καθώς εγγράφεται ως εσωτερική περιφέρεια του ελληνικού ανθρωποκεντρισμού και σε διαλεκτική συνάφεια με τον έλληνα λόγο.
Στις σελίδες που προηγήθηκαν, επιχειρήθηκε να σκιαγραφηθεί διαγραμματικά το σχήμα μιας ερμηνείας της ιστορικής εξέλιξης, σε ό,τι αφορά στο ζήτημα της ανθρωποκεντρικής μετάβασης, το οποίο εκτιμώ ότι δεν εισφέρει απλώς μια διαφορετική εκδοχή μιας καθολικής πρόσληψης του κόσμου, αλλά και τα στοιχεία μιας νέας αυτογνωσίας, σημαίνουσας για το φαινόμενο των ταυτοτήτων που εγείρεται στις μέρες μας.

Τρίτη 17 Αυγούστου 2010

Ο πρόξενος είναι προβοκάτορας, ο Πεταλωτής τί;


Bookmark and Share
Ο αρχιπροβοκάτορας με τους 'αγανακτισμένους' κατοίκους του Ηφαίστου!
Πότε θα εφαρμοστεί επιτέλους ο ποινικός κώδικας στη Θράκη;


του Σάββα Καλεντερίδη

Χωρίς να υπερβάλλουμε, θεωρούμε ότι αυτά που συνέβησαν στην Κομοτηνή, παραμονές της ιστορικής λειτουργίας στην Παναγία Σουμελά, δεν θα μπορούσαν να συμβούν σε καμία χώρα του κόσμου, ακόμα και τριτοκοσμική.
Ενώ είχε προηγηθεί η μολότωφ στο τουρκικό προξενείο της Θεσσαλονίκης, προβοκάτορες της φασιστικής-τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ προκάλεσαν ανενόχλητοι (αλήθεια, η αστυνομία και οι άλλες υπηρεσίες τί έκαναν; Τα κομματόσκυλα που βάζουν το κόμμα πάνω από την πατρίδα πού ήταν;) ζημιές σε μουσουλμανικούς τάφους της συνοικίας Πος Πος της Κομοτηνής. Αμέσως κινητοποιήθηκαν 300 άτομα από τον Ήφαιστο, τα οποία αντί να απευθυνθούν στις ελληνικές αρχές, απευθύνθηκαν που αλλού, στον αρχιπροβοκάτορα της Θράκης, τον πρόξενο της Τουρκίας Μουσταφά Σαρνίτς.
Την επόμενη μέρα, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος κ. Πεταλωτής, αντί να ερευνήσει και να έχει μια πρώτη άποψη για τους προβοκάτορες και στη συνέχεια να προβεί σε δηλώσεις ανάλογα με τις πληροφορίες που είχε, προέβη σε μια δήλωση, που δεν θα την έκανε ούτε ένας μαθητευόμενος πολιτικός, επιρρίπτοντας την ευθύνη σε ακραία στοιχεία της ελληνικής πλευράς, χωρίς να αναφερθεί καν στο ενδεχόμενο προβοκάτσιας, λές και δεν έχει ακούσει τίποτα για τις βαρβαρότητες της 6/7 Σεπτεμβρίου του 1955, που θεωρούνται από τις πιο βάρβαρες πράξεις που διαπράχτηκαν από οργανωμένο κράτος στην ιστορία του σύγχρονου κόσμου.
Δεν θέλουμε να χαρακτηρίσουμε εμείς τη δήλωση, ούτε τον κ. Πεταλωτή, αφήνοντας τους αναγνώστες μας να βγάλουν τα συμπεράσματά τους.
Απλά αναρωτιώμαστε.
-Έγινε έλεγχος των τηλεφωνικών κλήσεων που πραγματοποιήθηκαν τη χρονική περίοδο που συνέβησαν οι καταστροφές και η κινητοποίηση των 'αγανακτισμένων' κατοίκων που απευθύνθηκαν στον μεγάλο προβοκάτορα, Μουσταφά Σαρνίτς;
-Αν έγινε ο έλεγχος, τότε οι ελληνικές αρχές μπορούν άνετα να έχουν στα χέρια τους τα στοιχεία ενός από τους πυρήνες της φασιστικής-τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ στη Θράκη.

Άλλωστε δεν χρειάζεται να προσπαθήσουν και πολύ.
Να μην ξεχνάμε δε ότι ο επικεφαλής του επιχειρησιακού σκέλους της φασιστικής-τρομοκρατικής οργάνωσης ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ, στρατηγός Βελί Κιουτσούκ, που βρίσκεται στις τουρκικές φυλακές, ήταν για πολλά χρόνια σύμβουλος έκδοσης του περιοδικού Μπατί Τράκια και διατηρούσε άριστες σχέσεις με παράγοντες της μειονότητας στην Τουρκία και στην Ελλάδα.
Μήπως είναι πλέον καιρός να αρχίσουν να λειτουργούν οι ελληνικές αστυνομικές και δικαστικές αρχές στη Θράκη;
Μήπως ήλθε πλέον ο καιρός να διαβάσουν όλοι καλά τον ποινικό κώδικα και να αρχίσουν να παίρνουν το δρόμο για τις φυλακές οι φασίστες τρομοκράτες της ΕΡΓΕΝΕΚΟΝ στη Θράκη, δείχνοντας ταυτόχρονα στον συντονιστή τους, πρόξενο κ. Σαρνίτς, ότι στην Ελλάδα υπάρχει και λειτουργεί κράτος δικαίου και όχι κράτος-συμμορία, όπως είναι η Τουρκία;


Τα γεγονότα, όπως τα 'είδε' ο ΧΡΟΝΟΣ της Κομοτηνής

ΕΙΧΕ ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ ΣΤΟΧΕΥΣΗ
Στημένη προβοκάτσια το σπάσιμο τάφων στην Κομοτηνή
17.08.2010
Επίκληση προστασίας από τον Τούρκο πρόξενο και απαξίωση στις ελληνικές αρχές έδειξαν οι διαδηλωτές του Ηφαίστου
Φάλτσο η δήλωση Πεταλωτή, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο

Ρεπορτάζ: Μελαχροινή Μαρτίδου, Δήμητρα Συμεωνίδου
Η καταδικαστέα πράξη βεβήλωσης μουσουλμανικού νεκροταφείου, που σημειώθηκε περιέργως προχθές τα μεσάνυκτα και κινητοποίησε τα ξημερώματα μια ηχηρή και μαζική διαδήλωση 300 μουσουλμάνων του Ηφαίστου, προβληματίζει κυρίως γιατί οι διαμαρτυρόμενοι κάτοικοι απευθύνθηκαν να ζητήσουν προστασία όχι από τις ελληνικές αρχές, αλλά από μία ξένη προξενική αρχή, τον Τούρκο πρόξενο κι όχι από τον μουφτή ή τις ελληνικές αρχές. Το ότι έπρεπε να στηθεί αυτό το σκηνικό φάνηκε ξεκάθαρα, όταν κατά την γένεση της διαμαρτυρίας οι συγκεντρωμένοι μουσουλμάνοι αγνόησαν πλήρως αστυνομία και αντινομάρχη και …ηρέμησαν μόνο όταν μίλησαν με τον Τούρκο πρόξενο Μουσταφά Σαρνίτς, ο οποίος ευτυχώς δήλωσε όπως είναι εξ άλλου, αναρμόδιος.
Περίεργες πολιτικές και διπλωματικές διαστάσεις έλαβε η καταδικαστέα πράξη βεβήλωσης μουσουλμανικού νεκροταφείου στην Κομοτηνή, όταν οι θιγόμενοι κάτοικοι Ηφαίστου αποφάσισαν να ζητήσουν προστασία και τιμωρία των δραστών, όχι από τις επίσημες αρχές του ελληνικού κράτους, αλλά από ξένη διπλωματική υπηρεσία και συγκεκριμένα από τον …Τούρκο πρόξενο, Μουσταφά Σαρνίτς.

ΤΙ ΣΥΝΕΒΗ ΤΙΣ ΠΡΩΙΝΕΣ ΩΡΕΣ ΠΑΡΑΜΟΝΗ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ

Τα ξημερώματα του Σαββάτου λίγες μέρες μετά την έναρξη της νηστείας του ραμαζανιού, έγινε αντιληπτό ότι άγνωστοι δράστες είχαν μπει στο νεκροταφείο της γειτονιάς Πος Πος, καταστρέφοντας περίπου 10 επιτύμβιες στήλες. Λίγο μετά τις 12 το βράδυ έσπευσαν στο σημείο οι πρώτοι μουσουλμάνοι κάτοικοι, για να διαπιστώσουν τις ζημιές σε τάφους συγγενών και φίλων. Οι περισσότερες πλάκες ήταν πεταμένες στο έδαφος, κάποιες ήταν σπασμένες στο μουσουλμανικό νεκροταφείο, το οποίο είναι έναντι της ΥΕΒ και χρησιμοποιείται και από τους κατοίκους του Ηφαίστου. Άμεσα στο σημείο έσπευσαν άνδρες της αστυνομίας, ενώ ειδοποιήθηκε και ο αντινομάρχης Ροδόπης Κώστας Κατσιμίγας, που ήταν μάλιστα από τους πρώτους που βρέθηκαν εκεί. Αγανακτισμένοι από την πράξη καταστροφής των τάφων και της ενέργειας βεβήλωσης νεκρών, όλο και περισσότεροι μουσουλμάνοι κάτοικοι από τον οικισμό του Ηφαίστου και τη γειτονιά Πος Πος προσπαθούσαν να μπουν στο νεκροταφείο. Πολύ γρήγορα το νεκροταφείο κατακλύστηκε από εκατοντάδες ανθρώπους, τους οποίους μάταια η αστυνομία και ο αντινομάρχης προσπαθούσαν να ηρεμήσουν, λέγοντας ότι θα γίνουν έρευνες για τον εντοπισμό και την τιμωρία των δραστών.

ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΑΝ ΟΙ ΚΑΤΟΙΚΟΙ ΓΙΑ ΝΑ ΗΡΩΠΟΙΗΘΕΙ Ο ΤΟΥΡΚΟΣ ΠΡΟΞΕΝΟΣ

Η σπίθα δεν άργησε να γίνει φωτιά και χάρη στη «φαεινή» ιδέα κάποιου πραγματικά πανέξυπνου μυαλού, που εκμεταλλεύτηκε κατά τρόπο επικίνδυνο την περίσταση, ώστε οι μουσουλμάνοι κάτοικοι να διαμαρτυρηθούν τελικά στο τουρκικό προξενείο. Η απόφαση αυτή ακριβώς είναι που προβληματίζει, αφού αποδεικνύει την πρόθεση ορισμένων να αναδείξουν το προξενείο σε προστάτη του μουσουλμανικού πληθυσμού της Κομοτηνής, κάτι που διακαώς επιθυμεί το ίδιο. Ήταν λίγο μετά τη 1 τα μεσάνυχτα όταν 300 περίπου άτομα φωνάζοντας και ξεσηκώνοντας τον κόσμο από τις πολυκατοικίες που δεν ήξερε τι συμβαίνει, την παραμονή του Δεκαπενταύγουστου, διέσχισαν την οδό Εγνατίας και κατέληξαν στην οδό Ιώνων μπροστά στο τουρκικό προξενείο Κομοτηνής. Άνδρες της αστυνομίας είχαν ήδη παραταχθεί μπροστά στην είσοδο του κτιρίου, ενώ ο αστυνομικός διευθυντής Δήμος Κοκμοτός προσπαθούσε χωρίς αποτέλεσμα να διαλύσει το πλήθος, μιλώντας με κάποιους που εμφανιζόταν σαν επικεφαλείς. «Περιμένουμε τον πρόξενο» φώναζαν ρυθμικά οι συγκεντρωμένοι, ενώ με περιέργεια κοιτούσαν από τα μπαλκόνια οι περίοικοι, αφού ανησύχησαν από τη φασαρία. Στις 2 τα ξημερώματα και συνοδευόμενος από τη σύζυγό του Εσίν έφτασε πεζός στο προξενείο ο Μουσταφά Σαρνίτς.
Αμέσως τον περιστοίχισαν οι συγκεντρωμένοι αναφέροντας του τις καταστροφές στους τάφους και ζητώντας τη βοήθεια του. Λειτουργώντας έξυπνα κα διπλωματικά, ο Τούρκος πρόξενος επέλεξε να μην δυναμιτίσει το κλίμα, λέγοντας κάτι που ίσως να είχε πολιτικές προεκτάσεις. Αντίθετα είπε στο πλήθος να διαλυθεί και να απευθύνει το πρόβλημα του στις ελληνικές αρχές. «Πρόκειται για ένα λυπηρό περιστατικό, σας ζητώ την ευλογημένη μέρα του Ραμαζανιού να πάτε ήσυχα και χωρίς αναβρασμούς στα σπίτια σας, αυτό είναι το σωστό. Φυσικά και δεν είστε μόνοι, έχετε εδώ τους εκλεγμένους εκπροσώπους σας. Το πρωί πάτε στις αρμόδιες τοπικές αρχές και μεταφέρετε εκεί την λύπη και την καταγγελία σας, για αυτό το περιστατικό. Μπορείτε να διαμαρτυρηθείτε στο νομάρχη και στους βουλευτές και αυτοί θα πράξουν τα αναγκαία». Οι κουβέντες αυτές του Μουσταφά Σαρνίτς ήταν αρκετές για να καθησυχάσουν τους μουσουλμάνους, οι οποίοι αφού δεν είχαν κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, εφόσον πολύ πιο ορθά και με επίγνωση των όποιων ενεργειών επιβαλλόταν να γίνουν, τους είχε μιλήσει ο αντινομάρχης, αλλά εκείνοι ήθελαν τον Τούρκο πρόξενο. Λίγα λεπτά αργότερα αποχώρησαν από την οδό Ιώνων συνεχίζοντας στο ίδιο βιολί, χτυπώντας ρυθμικά τα χέρια και φωνάζοντας όμως «πρόξενε να μας προσέχεις…».

ΑΤΟΠΗΜΑ ΠΕΤΑΛΩΤΗ ΠΟΥ ΕΚΑΝΕ ΤΟ ΓΥΡΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ ΟΤΙ Ο ΔΡΑΣΤΗΣ ΕΙΝΑΙ ΜΗ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΣ
Την καταστροφή των 10 τάφων έσπευσε πολύ σωστά να καταδικάσει λίγες ώρες μετά το συμβάν ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Γιώργος Πεταλωτής, εκ μέρους της ελληνικής πολιτείας. Ο κ. Πεταλωτής όμως στη δήλωσή του υπέπεσε σε ένα ατόπημα, αφού διατύπωσε πολύ βιαστικά το συμπέρασμα, ότι ο δράστης είναι μη μουσουλμάνος, γεγονός για το οποίο δεν έχει αποφανθεί ακόμα ούτε η αστυνομία που διεξάγει τις έρευνες. Άλλωστε δεν πέρασαν πολλοί μήνες από το τελευταίο περιστατικό βεβήλωσης μουσουλμανικών τάφων στο Μίσχο Ν. Ροδόπης, όπου αποκαλύφθηκε ότι ο δράστης ήταν 40χρονος μουσουλμάνος με ψυχολογικά προβλήματα, που είχε ομολογήσει την πράξη του, κάνοντας γυαλιά καρφιά τότε, αρκετούς τάφους.
Στη δήλωση του αναλυτικά ο υφυπουργός στον πρωθυπουργό αναφέρει: «Στις κοινωνίες υπάρχουν περιθωριακές ομάδες που επενδύουν στο μίσος και τη ρήξη. Που φοβούνται την διαφορετικότητα και έχουν σαν οδηγό τους τις θεωρίες συνωμοσίας. Οι πράξεις τους είναι απόλυτα καταδικαστέες και αντίθετες προς τα εθνικά μας συμφέροντα. Είναι τα απομεινάρια του παρελθόντος που η Ελλάδα έχει αφήσει πίσω της για πάντα. Όσοι καταστρέφουν τάφους και βεβηλώνουν τη μνήμη νεκρών που ανήκαν σε άλλο δόγμα, είναι έξω από την κοινωνία μας, την οποία βρίσκουν απέναντί τους πιο ενωμένη».


Διαχώρισε τη θέση του ο Σύλλογος Ελλήνων Μουσουλμάνων Πος Πος
Από την αψυχολόγητη ενέργεια να ζητήσουν προστασία από τον Τούρκο πρόξενο, διαχώρισε τη θέση του ο Σύλλογος Ελλήνων Μουσουλμάνων Πος Πος. Ο σύλλογος με ανακοίνωσή του καταδίκασε τον βανδαλισμό και ζήτησε την τιμωρία των δραστών χριστιανών ή μη.
«Ο «Σύλλογος Ελλήνων Μουσουλμάνων Πος Πος» εκφράζει με τον πιο έντονο τρόπο την αποδοκιμασία του για τη βεβήλωση πάνω από 10 τάφων στο νεκροταφείο του συνοικισμού μας. Ήταν μια ενέργεια που, αν δεν προερχόταν από κάποιον μεθυσμένο ή ψυχοπαθή, είχε στόχο τους ανθρώπους μας και την ειρηνική μας συνύπαρξη με την υπόλοιπη κοινωνία του τόπου μας. Δεν ξέρουμε αν αυτά τα παλαιότερα συνθήματα στον τοίχο του νεκροταφείου μας, με την υπογραφή «Χρυσή Αυγή», έχουν σχέση με το συμβάν, δεν ξέρουμε καν αν υπάρχει τέτοια οργάνωση στην Κομοτηνή. Δεν ξέρουμε αν είναι μια ακόμα περίπτωση σαν εκείνη πριν λίγους μήνες στο Μέγα Πιστό όπου συνελήφθη ο τρελός του χωριού για παρόμοιο συμβάν. Αυτό που εμείς ξέρουμε είναι ότι οι δράστες πρέπει να συλληφθούν και να τιμωρηθούν, είτε είναι χριστιανοί, είτε όχι.
Αναρωτιόμαστε, όμως, γιατί μόνο στο δικό μας νεκροταφείο γίνονται αυτά, όταν υπάρχουν 11 μουσουλμανικά νεκροταφεία στην πόλη; Μήπως κάποιοι ενοχλούνται από τις καλές μας σχέσεις με τον χριστιανικό πληθυσμό και θέλουν να μας τις χαλάσουν; Ας το σκεφτούν αυτοί που χθες, πάνω στην ανακατωσούρα, παρέσυραν κάποιους αφελείς δικούς μας να ζητήσουν βοήθεια από τον …Τούρκο πρόξενο! Εδώ είναι Ελλάδα και τα όποια προβλήματα θα τα λύσει η ελληνική αστυνομία, όχι αυτοί που χαίρονται με τις φασαρίες και τη διχόνοια.
Ο σύλλογός μας θα συνεχίσει να εργάζεται για το καλό του συνοικισμού και να προσπαθεί με λογική και ψυχραιμία να μην ξανασυμβούν τέτοια θλιβερά γεγονότα».

Οι γνωστοί «προστάτες» έσπευσαν να εκμεταλλευτούν το γεγονός
«Εμείς σαν …μουφτεία είμαστε δίπλα σας». Με αυτή τη φράση ο ψευτομουφτής Κομοτηνής Ιμπραήμ Σερίφ έσπευσε ως άλλος προστάτης, να δηλώσει το ενδιαφέρον του. Μαζί του και ο νέος πρόεδρος του κόμματος Φιλία-Ισότητα-Ειρήνη (D.E.B.) Μουσταφά Αλή Τσαβούς. Οι δύο τους βρέθηκαν στα νεκροταφεία το πρωί του Σαββάτου, για να κερδίσουν το δικό τους μερίδιο από την δόξα που δίνει όλη αυτή η ιστορία. Τα λόγια βέβαια συμπαράστασης θα ήταν πιστευτά, αν τον αυτοαποκαλούμενο «θρησκευτικό ηγέτη» τον βλέπαμε να παρίσταται στις συγκεντρώσεις των κατοίκων του Ηφαίστου, όταν αυτοί ζητούσαν λύση σε σοβαρά προβλήματα της καθημερινότητάς τους, όπως παιδεία, ανεργία και υποδομές. Τότε κανένας από τους σημερινούς «προστάτες» δεν έτεινε χείρα βοηθείας προς τους κατοίκους. Ούτε βέβαια και οι ελληνικές αρχές, που επί δεκαετίες θυμούνται τον Ήφαιστο στις προεκλογικές περιόδους, για να τον ξεχάσουν αμέσως μετά. Η στροφή όμως των κατοίκων του για προστασία στην Τουρκία, ήταν μια απαράδεκτη υποκινούμενη ενέργεια, που θα την βρούμε μπροστά μας και σε άλλα θέματα. Βεβηλώσεις νεκροταφείων, καταστροφές, κλοπές, έχουν σημειωθεί κατά κόρο και σε χριστιανικά μνήματα τον τελευταίο χρόνο, αλλά δεν υπήρξαν αναταραχές μεταμεσονύκτιες, δεν κινητοποιήθηκαν πολιτικές και αστυνομικές αρχές, δεν προκάλεσαν μαζικές αντιδράσεις εναντίον κανενός. Καταγράφηκαν και διερευνήθηκαν για τους δράστες.
Η συγκεκριμένη υποκινούμενη ενέργεια έχει όλα τα στοιχεία μιας προβοκατόρικης προσπάθειας, που θέλει να σηματοδοτήσει πρόβα τζενεράλε, που όπως φαίνεται θα έχει και συνέχεια.
Η αστυνομία οφείλει να βρει τους δράστες και να αποκαταστήσει το ηθικό συναίσθημα των μουσουλμάνων συμπολιτών μας, ενώ οι αρχές οφείλουν να προβληματιστούν από την πρωτοφανή διαδήλωση, από την οποία μοναδικοί κερδισμένοι ήταν οι υποκινητές της και η διχόνοια στην οποία επενδύουν.
Πηγή: Χρόνος Κομοτηνής

Read more: http://infognomonpolitics.blogspot.com/2010/08/blog-post_7670.html#ixzz0wtVZmJMh

ΕΥΦΑΝΤΑΣΤΑ ΣΕΝΑΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΧΡΕΩΚΟΠΙΑΣ


(προβοκάτσιες χαμηλής έντασης)

Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Για πρώτη φορά μετά τη δεκαετία του 1820 η Ελλάδα δεν διαθέτει σχεδόν καμιά στρατηγική αξία και συμμάχους, είναι αληθινά μόνη. Πρέπει να το αποδεχθεί και να μάθει να ζει εντός των γεωπολιτικών της δυνατοτήτων, που σημαίνει είτε να τα βρει με την Τουρκία, είτε να γίνει χρήσιμη σε κάποια μεγάλη δύναμη. Ετσι κι αλλοιώς οδηγείται σε πτώχευση και αποσταθεροποίηση και δεν διαθέτει τα μέσα για την αεροναυτική άμυνα του Αιγαίου. Οσο για την Κύπρο, είναι εκτός των ελληνικών ζωτικών συμφερόντων!
Τάδε έφη το βορειομερικανικό think tank Stratfor, που διευθύνει από το 1996 ένας ουγγροεβραίος μετανάστης στις ΗΠΑ, ο Τζωρτζ Φρήντμαν, με λαμπρή καριέρα στις παρυφές του στρατιωτικο-βιομηχανικού συμπλέγματος και στους ακαδημαϊκούς κύκλους που συνεργάζονται με αυτό.
Το Stratfor, με προφανείς δεσμούς με το αμερικανικό βαθύ κράτος, είναι αρκετά γνωστό διεθνώς, έχει όμως κατηγορηθεί ενίοτε και για στοχευμένη παραπληροφόρηση. Για παράδειγμα προέβλεπε επί σειρά ετών την πτώση του Ούγκο Τσάβες, ως γνωστόν όμως ο Πρόεδρος της Βενεζουέλας παραμένει στη θέση του, το δε αμερικανικό ινστιτούτο βρήκε τώρα, κατά τα φαινόμενα, άλλους στόχους. Να σημειώσουμε επίσης ότι ο συντάκτης της έκθεσης για την Ελλάδα προέρχεται από τη Σλοβενία, ένα από τα κετεξοχήν “κράτη Σόρος” της κατά Ράμσφελντ Νέας Ευρώπης, με μια πολιτική ελίτ εκπαιδευμένη, μετά την αποσταθεροποίηση του κομμουνισμού, στην αποσταθεροποίηση της “παληάς” γαλλογερμανικής Ευρώπης, στην οποία ανήκει και η Ελλάδα, αν κριθεί από την πολιτική της παράδοση.
Τούτων λεχθέντων, η έκθεση δεν παύει να έχει τη σημασία της. Η Ελλάδα δεν είναι Βενεζουέλα, είναι μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ και η επίθεση εναντίον της, γιατί επίθεση είναι η πρόβλεψη για γεωπολιτική, μετά την οικονομική χρεωκοπία, είναι εκτός κανόνων συμπεριφοράς στην ατλαντική οικογένεια. Η ελληνική οικονομική κρίση έχει ανοίξει την όρεξη. Η έκθεση είναι ενδεικτική των απειλών και πιέσεων που θα δεχθεί η Ελλάδα και η Κύπρος από τους υποτιθέμενους συμμάχους τους, προκειμένου να συγκατατεθούν σε κλείσιμο κακήν κακώς του κυπριακού, ώστε να φύγει το σημαντικότερο εμπόδιο στην τουρκική ένταξη στην ΕΕ, αλλά και “ρυθμίσεις” στο Αιγαίο και τα Βαλκάνια. Οι πιέσεις αυτές άλλωστε είναι ήδη ορατές με την τουρκική αεροναυτική δράση στο Αιγαίο, την απειλή έναρξης εμπορίου της ΕΕ με τα κατεχόμενα και τις πιέσεις για όπως-όπως λύση του κυπριακού, εντός του έτους.
Η ίδια η έκθεση βρίθει αντιφάσεων και ουδόλως τεκμηριώνει επαρκώς τα συμπεράσματά της. Μοιάζει να έχει συνταχθεί βιαστικά και πρόχειρα, περισσότερο ως εργαλείο ψυχολογικού πολέμου κατά της ελληνικής ηγεσίας, ώστε να πεισθεί ότι δεν έχει άλλη λύση, ότι έχει χάσει τη μάχη προτού τη δώσει καλά-καλά, αλλά και ενός διεθνούς πολέμου για συκοφάντηση της Ελλάδας, απομείωση της αξίας της στο διεθνές σύστημα και απομόνωσής της, που έρχεται να προστεθεί στην καταστροφή της διεθνούς εικόνας της χώρας με αφορμή τα προβλήματα διαφθοράς και κακοδιοίκησης.
Αν όμως η Ελλάδα δεν έχει πλέον γεωπολιτική αξία, τι κάνει το STRATFOR όχι μόνο να ασχολείται μαζί της, αλλά και να εκδίδει μια ειδική μονογραφία, ενταγμένη στη σειρά μονογραφιών που, όπως λέει το ίδιο, αφιερώνει σε περιοχές ιδιαίτερης σημασίας για το διεθνές σύστημα; ¨Η πόσο σοβαρή είναι μια ανασκόπηση της ελληνικής ιστορίας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα, που παραλείπει, ως περίπου ασήμαντη, την χιλιόχρονη … “λεπτομέρεια” της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας;
Σύμφωνα με την έκθεση, η Ελλάδα έχει καταστεί στρατηγικά ασήμαντη για τη Δύση μετά το 1989, οι Ευρωπαίοι θα την παρατήσουν στην πρώτη ευκαιρία, όσο για τους Ρώσους ή τους Κινέζους δεν υπάρχουν καν στην εικόνα. Αν κάτι δείχνει αυτή η περιγραφή, υπογραμμίζουν έμπειροι διπλωμάτες, είναι ότι ορισμένοι στην Ουάσιγκτον μας περνάνε για χαχόλους. Η Ελλάδα και η Κύπρος ελέγχουν την πρόσβαση της Ρωσίας στις θερμές θάλασσες και τον έλεγχο της Γαλλογερμανίας στη Μέση Ανατολή. Μόνο ένας αγράμματος μπορεί να θεωρήσει μια τέτοια περιοχή, που πιθανώς διαθέτει και σημαντικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων ως στρατηγικά ασήμαντη. Χωρίς να υπολογίσουμε το θεσμικό χαρτί που διαθέτουν ως μέλος του ΝΑΤΟ η Ελλάδα, της ΕΕ αμφότερες.
Το αποδεικνύει άλλωστε, υπογραμμίζουν οι ίδιες πηγές, ο ρόλος της Σούδας και του Ακρωτηρίου στις επεμβάσεις στη Μέση Ανατολή, ο ρόλος της Θεσαλλονίκης στην επέμβαση στο Κόσοβο. Η επέκταση του ΝΑΤΟ στα Βαλκάνια έχει σταματήσει λόγω ελληνικού βέτο και η επέκταση της ΕΕ προς την Τουρκία λόγω κυπριακού βέτο. Οι ελληνορωσικές συμφωνίες για τους αγωγούς και την αγορά θωρακισμένων προκάλεσαν πανικό στην Ουάσιγκτον. Η στρατηγική αξία της Τουρκίας για τη δυτική συμμαχία περιορίζεται δραστικά αν δεν συνεργασθεί η Ελλάδα. Η ρωσική στρατηγική, το κινεζικό εμπόριο, η γαλλική διπλωματία δείχνουν έντονα και συχνά πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για την Ελλάδα – είναι άλλο θέμα βεβαίως αν και κατά πόσο το αξιοποιεί η Αθήνα.
Κατά την έκθεση η Ελλάδα δεν μπορεί να γίνει χρήσιμη σε μία ή περισσότερες μεγάλες δυνάμεις γιατί είναι απίθανο να ξαναρχίσει η σύγκρουση μεγάλων δυνάμεων στα Βαλκάνια. Ουδέν αναληθέστερον όμως. Ούτε καν επί προεδρίας Μπορίς Γέλτσιν, δεν σταμάτησε ο έντονος αμερικανο-ρωσικός ανταγωνισμός στη χερσόνησο. Μια μόνιμη εξάλου πηγή τριβών μεταξύ Παρισιού-Βερολίνου αφενός, Ουάσιγκτον αφετέρου, αφορά την ένταξη της Τουρκίας στην ΕΕ, ζήτημα που εμπλέκεται άμεσα με την ελληνική και κυπριακή εξωτερική πολιτική.
Οσο για την άποψη ότι η Ελλάδα δεν μπορεί να σηκώσει το βάρος της άμυνας του Αιγαίου, θα μπορούσε να παρατηρήσει κανείς ότι είναι οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές βιομηχανίες που δύσκολα θα άντεχαν τη διακοπή των ελληνικών παραγγελιών ή τη στροφή της Ελλάδας σε άλλες πηγές προμήθειας. Μια ελληνοτουρκική σύρραξη εξάλλου θα ήταν καταστρεπτική για τα παγκόσμια συμφέροντα των ΗΠΑ, για το ΝΑΤΟ και για την Τουρκία.
Όχι μόνο η στρατηγική αξία της Ελλάδας και της Κύπρου δεν έχουν μειωθεί, αλλά και είναι ακριβώς η πηγή πολλών προβλημάτων μας, αλλά και το μεγάλο χαρτί των εκάστοτε κυβερνήσεων της Αθήνας. Η έκθεση προσπαθεί χονδροειδώς να πείσει την Ελλάδα ότι η ήττα έχει συντελεσθεί προτού δοθεί οποιαδήποτε μάχη. Αν μας μαθαίνει κάτι είναι ότι όντως μπορούν να συμβούν καταστροφές, αν η Ελλάδα δεν διαθέτει ισχυρές παράπλευρες συμμαχίες. Η ίδια η έκθεση πιστοποιεί ότι υπάρχει πάντα μια σημαντική πτέρυγα του δυτικού κατεστημένου που δεν συμπεριφέρεται έναντι της Ελλάδας με τρόπο που ταιριάζει σε σύμμαχο. Αυτή η διαπίστωση, μόνιμη σταθερά της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, είναι που έκανε τον πατέρα του σημερινού Πρωθυπουργού να διακηρύξει την ανάγκη πολυδιάστατης εξωτερικής πολιτικής, μιας ιδέας που άλλωστε υιοθέτησαν με τον τρόπο τους πολλοί ¨Ελληνες και Κύπριοι πολιτικοί, της αριστεράς ή της δεξιάς, αντιμέτωποι με τις ασφυκτικές πιέσεις των υποτιθέμενων συμμάχων. Την ίδια πολιτική, της σχετικής χειραφέτησης από τις ΗΠΑ, ακολούθησε η Τουρκία των Γκιουλ, Ερντογάν και Νταβούτογλου, με τα γνωστά αποτελέσματα.
Δημοσιεύτηκε στον “Kόσμο του Επενδυτή”, 13.8.2010
Konstantakopoulos.blogspot.com

Σάββατο 14 Αυγούστου 2010

ΠΡΟΣΚΥΝΗΜΑ ΣΤΗΝ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑ


Bookmark and Share
Sümela Manastırı
Του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου
Χιλιάδες Πόντιοι, και όχι μόνο, από την Ελλάδα, τη Ρωσία και τη Γεωργία κατευθύνονται τώρα προς την Παναγία Σουμελά, στην περιοχή Τραπεζούντος, όπου την ερχόμενη Κυριακή θα χοροστατήσει, για πρώτη φορά μετά την καταστροφή του 1922, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος. Θα συνοδεύεται από τους εκπροσώπους της Ρωσικής Εκκλησίας, τον Αρχιεπίσκοπο του Βολοκαλάμσκ και της Ελληνικής Εκκλησίας, τον Μητροπολίτη Δράμας.
Η σταυροπηγιακή Μονή της Παναγίας Σουμελά, κοντά στην Τραπεζούντα, ιδρύθηκε τον 4ο αιώνα και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της ελληνικής και χριστιανικής ιστορίας, σύμβολο της μακραίωνης ακτινοβολίας του ποντιακού ελληνισμού και του πολιτισμού του, με κέντρο την Τραπεζούντα. Η Μονή καταστράφηκε τον 7ο αιώνα για να ξαναχτιστεί τον 10ο, ενώ διατήρησε ιδιαίτερα προνόμια επί τουρκοκρατίας. Κατεστράφη και εγκατελείφθη με την Μικρασιατική Καταστροφή, το 1922-23. Στο Βέρμιο της Μακεδονίας ιδρύθηκε μια ανάλογη Μονή εις ανάμνησή της. Αναστηλωμένη με τη βοήθεια της ΟΥΝΕΣΚΟ, η Μονή είναι στο κέντρο μιας περιοχής που κατοικείται κατά πλειοψηφία από εξισλαμισθέντες ελληνικούς πληθυσμούς και δέχεται ετησίως περίπου ένα εκατομμύριο τουρίστες.
Η λειτουργία της ερχόμενης Κυριακής έχει προκαλέσει κύμα ενθουσιασμού μεταξύ των ποντιακών πληθυσμών Ελλάδας, Ρωσίας και Γεωργίας. Σε μεγάλο βαθμό η άδεια των τουρκικών αρχών οφείλεται στην αποφασιστικότητα και δράση του Προέδρου του παγκόσμιου συντονιστικού οργάνου των Ποντίων, Ιβάν Σαββίδη. Ο κ. Σαββίδης είναι και βουλευτής της ρωσικής Δούμας, που εκλέγεται με το κόμμα του Πούτιν “Ενωμένη Ρωσία”. Το γεγονός αυτό βοήθησε στο να κινητοποιηθούν και οι δυνάμεις της ρωσικής διπλωματίας συνηγορώντας υπέρ της απαίτησης να δοθεί, όπως και εδόθη, από το τουρκικό κράτος, η άδεια της λειτουργίας.
Η αποφασιστικότητα και αποτελεσματικότητα Σαββίδη είναι ένα εξαιρετικό μάθημα για το τι θα μπορούσε να κάνει και δεν κάνει η ελληνική διπλωματία, που ουσιαστικά δεν πιέζει στο παραμικρό θέμα την Άγκυρα. Αυτό φυσικά δεν εμπόδισε όσους, στο ποντιακό κίνημα, βλέπουν με καχυποψία οποιαδήποτε σχέση με τη Ρωσία, αλλά και όσους, στο Φανάρι, δεν μπορούν ούτε να “μυρίσουν” Ρώσους, να επιτίθενται τώρα στον Σαββίδη. Αλλά βέβαια δεν θάμαστε Έλληνες, αν δεν συνέβαιναν κι αυτά! Είναι αλήθεια ότι ο Πρόεδρος των Ποντίων διακρίνεται ενίοτε για τον κάπως απότομο χαρακτήρα του. Η βαθύτερη όμως αιτία της ρήξης δεν είναι άλλη από τη μόνιμη τάση υποταγής στην υπερατλαντική “σύμμαχο”, που διακρίνει το ελλαδικό και, καμιά φορά περισσότερο, το κατεστημένο της Κωνσταντινούπολης.
Η λειτουργία προκάλεσε πάντως την οργή των Τούρκων εθνικιστών της περιοχής, που οργανώνουν για τις 15 Αυγούστου ημερίδα με θέμα “Ο Πορθητής, η Άλωση και ο Νομάρχης Τραπεζούντας Τζεμάλ Αζμί”. Ο Αζμί πρωταγωνίστησε στις σφαγές των Αρμενίων και των Ρωμιών και καταδικάστηκε σε θάνατο το 1919.
Οι κάτοικοι πάντως της περιοχής, που βλέπουν να ανθεί ο τουρισμός, ζητάνε αντίθετα να διευρυνθεί η περίοδος λειτουργίας της Μονής (oι Πόντιοι ζητάνε την εγκατάσταση εκ νέου μοναχών και την επαναλειτουργία της υπό το Οικουμενικό Πατριαρχείο). Δέκα χλμ. ανατολικά και δέκα δυτικά της Μονής υπάρχουν εξάλλου δύο ακόμα ιστορικές μονές, που δεν έχουν ακόμα αναστηλωθεί: του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνα του 3ου αιώνα και του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα, του 5ου αιώνα.
Κόσμος του Επενδυτή, 13.8.2010

Read more: http://infognomonpolitics.blogspot.com/2010/08/blog-post_689.html?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+InfognomonPolitics+%28InfognomonPolitics%29#ixzz0wa5KsTCN

Παρασκευή 13 Αυγούστου 2010

"Ωδή-πορείας εγκώμιον" Στ. Ξαρχάκου. Αναφορά στο έργο



Τού Γ.Κοντογιώργη

Ωδή στην ελληνική ταυτότητα

Το έργο αυτό του Σταύρου Ξαρχάκου είναι όντως μια Ωδή στην ελληνική ταυτότητα που απορρέει από την «ιδιοπροσωπία» της ελληνικής μουσικής δημιουργίας και, περαιτέρω, από την ανασυγκρότηση της διάρκειάς της. Το ανάπτυγμα του έργου απαντά στο αγωνιώδες ερώτημα: «ποιος είμαι», «ποιοι είμαστε», διότι εν τέλει η συνείδηση της ταυτότητας καθορίζει συμπεριφορές, ανάγεται σε στάσεις ζωής. Κατά τούτο, η ταυτότητα ορίζει την ατομικότητά μας αλλά και το ανήκειν σε μια συλλογική ομάδα.


Ο Σ.Ξαρχάκος μας αποκαλύπτει μέσα από το μουσικό του εγχείρημα ότι η ελληνική ταυτότητα είναι πολυσήμαντη. Αποτελεί σύνθεση πολλών μερικότερων ταυτοτήτων, που αρθρώνονται σε επάλληλα επίπεδα και απολήγουν σε μια καθολική ταυτότητα, την εθνική. Η πολυσημία αυτή της ελληνικής ταυτότητας καλύπτει συγχρόνως το ιστορικό βάθος και το εύρος του άμεσου ζωτικού χώρου του ελληνισμού. Οι μεταλλάξεις της όμως δεν διαθλώνται στο κοινό της υπόβαθρο, το οποίο συγκροτεί την ενοποιό σταθερά της καθολικής της έκφρασης.


Μέσα από την Ωδή, ο Σ.Ξαρχάκος αναδεικνύει τη θεμελιώδη αντίθεση μεταξύ του ελληνικού κόσμου και της νεοτερικότητας. Ο ελληνικός κόσμος υπήρξε καθόλα πολυσήμαντος: πολυ-πολιτειακός, πολυ-γλωσσικός, πολυ-πολιτισμικός εν γένει και, στο πλαίσιο αυτό, όπως μας αποκαλύπτει η Ωδή, πολυ-μουσικός. Το γεγονός αυτό δεν τον εμπόδισε, εντούτοις, να έχει πλήρη συνείδηση της καθολικής του ιδιοσυστασίας, της συγκρότησής του ως «γένους». Η έννοια του «γένους» αποδίδει όντως αυτό που θα μπορούσε διαφορετικά να αποκληθεί «έθνος-κοσμοσύστημα», το οποίο όμως διαστέλλεται σαφώς από την έννοια του «έθνους-κράτους».Το αντίστοιχο του «έθνους-κράτους» είναι η «πόλις-κράτος», η οποία όμως εγγράφεται ως θεμελιώδης πολιτειακή συνιστώσα του ελληνικού «έθνους-κοσμοσυστήματος», εν αντιθέσει προς το «έθνος-κράτος» που συγκροτεί το νεότερο εθνοκεντρικό κοσμοσύστημα.


Το ελληνικό «έθνος-κοσμοσύστημα» ορίζεται, για πρώτη φορά, από τον Ηρόδοτο με μέτρο την καταγωγή και το κοινό πολιτισμικό υπόβαθρο των κοινωνιών της πόλης, εμπλουτίζεται από τον τραγικό ποιητή Ευριπίδη και τους κλασικούς στοχαστές με την (εθνική και την πολιτειακή) ελευθερία για να οριστικοποιηθεί από τον Ισοκράτη και τον Αλέξανδρο, με πρόσημο την (ελληνική ανθρωποκεντρική) παιδεία και την οικουμενική κοσμόπολη. Ο χριστιανισμός θα σταθεί απέναντι στην ελληνική ελευθεριότητα και θα επιχειρήσει, κάποια στιγμή, μετασχηματισμένος σε ιδεολογία της κοσμικής Εκκλησίας, να «οικειοποιηθεί» την ελληνική ταυτότητα. Το μείζον, ωστόσο, δίλημμα που συγκροτεί η αντίθεση ανάμεσα στο «φιλείτε αλλήλους» της ελληνικής γραμματείας («οι φιλούντες αλλήλους…» του Αριστοτέλη, Ηθικά Νικομάχεια, 1155β, 10-11) και στο «αγαπάτε αλλήλους» του Χριστού, θα αφεθεί να συμβολίσει τις ελληνικές επιδράσεις στη χριστιανική διδασκαλία και, περαιτέρω, τις αποστάσεις της ελληνικής εκδοχής του χριστιανισμού έναντι της Παλαιάς Διαθήκης.

Εξ ου και ο χριστιανισμός δεν θα υπεισέλθει στην ουσία της ανθρωποκεντρικής ιδιοσυστασίας του ελληνισμού. Έχει ενδιαφέρον, από την άποψη αυτή, να προσέξει κανείς την ιδεολογία του Δημοτικού Τραγουδιού, που αποτελεί το προνομιακό πεδίο της συνάντησης του Σ.Ξαρχάκου με το ερώτημα της ταυτότητας. Εκεί, δεσπόζει η «ελληνική» προσέγγιση της ζωής και του θανάτου («γλυκιά η ζωή και ο θάνατος μαυρίλα»), η πολυ-μορφική ενανθρώπιση του θείου, η συνοίκηση της πολυ-πολιτισμικής αυτο-συγκρότησης με τη συνολική εθνική αναφορά και πολλά άλλα.
Η πρόσληψη του ελληνισμού ως «έθνους-κοσμοσυστήματος» είναι καταστατική, διότι συνδέει άμεσα την έννοια της ταυτότητας με την ελευθερία. Υποδηλώνει ότι ο Έλληνας άνθρωπος συγκροτείται – στο ατομικό και συλλογικό - με πρόσημο την πολυσημία της ταυτότητάς του, σε διάφορα πολιτειακά δομημένα πολιτισμικά σύνολα, τα οποία αναδεικνύουν ισάριθμες περιοχές της ελευθερίας. Επομένως, οι ταυτότητές του αντιστοιχούν σε ισάριθμες πολιτειακές ελευθερίες που συστεγάζονται στο πλαίσιο της καθολικής ταυτότητας του κοσμοσυστημικά συντεταγμένου «έθνους». Αντιθέτως, το «έθνος-κράτος» αποδέχεται μια και μοναδική ταυτότητα, η οποία εναρμονίζεται με τη μία, μονοσήμαντη και περιοριστικά διατεταγμένη, ελευθερία. Το κράτος του έθνους συμπιέζει κάθε διαφοροποίηση στο ζήτημα της ταυτότητας, καθώς γνωρίζει ότι οι ταυτότητες γενούν πατριωτισμούς και, συνεπώς, είναι ασύμβατες με το πρόταγμα της «εθνικά» ομοιογενούς και ενιαίας κοινωνίας. Το δόγμα ένα κράτος, ένα πολιτικό σύστημα, ένα μονοκύτταρο έθνος, μια ταυτότητα, μία γλώσσα, μια μουσική έκφραση κ.α., θα αποτελέσει το διατακτικό της νεοτερικότητας, ουσιαστικά μέχρι σήμερα.


Η δυσκολία των χωρών της νεοτερικότητας να εγκολπωθούν τις κατακτήσεις του ελληνικού κόσμου εξηγείται από το γεγονός ότι αυτή διέρχεται μια πρώιμη ακόμη μετά τη φεουδαρχία περίοδο και, ως εκ τούτου, στις προτεραιότητές της είναι η οικοδόμηση των θεμελίων της ανθρωποκεντρικής (δηλαδή ελεύθερης) κοινωνίας. Αντιθέτως, ο ελληνικός κόσμος, ήδη από το τέλος της μυκηναϊκής εποχής, βιώνει τον ανθρωποκεντρισμό (και ειδικότερα τις ελευθερίες) στις διάφορες – επάλληλες εξ επόψεως ολοκλήρωσης - φάσεις του, με τελευταία εκείνη της μετά την πόλη-κράτος οικουμενικής περιόδου. Το ενδιαφέρον εν προκειμένω δεν είναι τόσο ότι παρασιωπείται μια καίρια αντίθεση, αλλ’ότι αγνοείται πως το σύστημα των «πόλεων» (ή «κοινών») και οι πολιτείες τους θα συνεχίσουν να αποτελούν την καταστατική παράμετρο της ελληνικής οικουμένης έως τις παρυφές του 20ου αιώνα.
Τούτο εξηγεί γιατί το ελληνικό «έθνος-κοσμοσύστημα» αντιλαμβάνεται την ταυτοτική του πολυσημία ως το αποτέλεσμα της ολοκλήρωσής του, εξ επόψεως ελευθερίας, σε περισσότερα, επάλληλα πολιτειακά επίπεδα. Στο «έθνος-κράτος» χωρεί μία μόνον ελευθερία, η εθνική, τη μοναδικότητα της οποίας εγγυάται η μονο-πολιτειακή συγκρότηση της επικράτειας. Εξ ου και το «έθνος-κοσμοσύστημα» εκφράζεται πολιτικά όχι μέσω ενός ενιαίου κράτους που ενσαρκώνει το έθνος, αλλά με τη συνέργεια των πόλεων-κρατών ή, εν τέλει, ως κοσμόπολις. Τα πεπραγμένα του «έθνους» της νεοτερικότητας είναι εκείνα του κράτους, ενώ στην περίπτωση του ελληνισμού τα πεπραγμένα του ιστορούνται με μέτρο τα πεπραγμένα των ελληνικών κοινωνιών που αυτο-συγκροτούνται σε «πόλεις» («κοινά») ή, αργότερα, ως οικουμενικές κοσμοπόλεις. Η επισήμανση αυτή συνάδει με τη διαπίστωση ότι ενώ στην Ευρώπη το έθνος αποτελεί «κατασκευή» που προορίζεται να χρησιμεύσει ως ανάχωμα απέναντι στο μονάρχη, σε μια περίοδο όπου δεν είχε ακόμη συγκροτηθεί η ελεύθερη κοινωνία ή ως δεξαμενή άντλησης νομιμοποίησης και συναίνεσης από την πολιτική εξουσία, το ελληνικό έθνος υπήρξε δημιούργημα των ίδιων των κοινωνιών του και ανάγεται στην ανθρωποκεντρική τους ολοκλήρωση, δηλαδή στην ανάγκη που καλλιεργεί η ελευθερία στον άνθρωπο να αναζητήσει την εσωτερική του ταυτότητα και, περαιτέρω, την ατομική και συλλογική του ιδιαιτερότητα έναντι του «άλλου», του διαφορετικού.


Συνάγεται λοιπόν ότι υπόλογη του περιορισμένου ορίζοντα των νεοτερικών προσεγγίσεων για τις ταυτότητες και την ελευθερία δεν είναι η οικοδόμηση του νεότερου κόσμου στη μεγάλη κλίμακα του εδαφικού κράτους αλλά η πρώιμη ανθρωποκεντρική φάση την οποία διέρχεται: αναφέρω ενδεικτικά την αγωνία του να εξαλείψει τους θύλακες του παλαιού (φεουδαλικού) καθεστώτος, να συγκροτήσει τη νέα κοινωνία με όρους ελευθερίας, να αναπτύξει απερίσπαστα τη νομισματική οικονομία κ.α. Η εμμονή της να διαφυλάξει το «εθνικό» και το «κρατικό» μονοπώλιο της πολιτικής συνομολογεί, ωστόσο, ότι το εγχείρημα αυτό συντελείται με γνώμονα το περιορισμένο ανάπτυγμα των κοινωνιών της νεοτερικότητας. Το περιορισμένο αυτό ανάπτυγμα δεν κρίνεται από την κλίμακα που αντιπροσωπεύουν οι νεότερες κοινωνίες. Μαρτυρείται από το γεγονός ότι εστιάζουν το στόχαστρό τους στην απλώς ατομική ελευθερία, αδιαφορώντας επομένως για την κοινωνική και πολιτική ελευθερία.


Στον αντίποδα, οι κοινωνίες του ελληνικού κόσμου, την ίδια ακριβώς εποχή, διακινούν το πρόταγμα της καθολικής ελευθερίας που συνεκτιμά την ατομική, κοινωνική και πολιτική της διάσταση, προκειμένου να συγκροτήσουν εσωτερικά τις πολιτείες τους και, προηγουμένως, τις ελευθερίες που ανάγονται στην πολιτική αυτο-θέσμιση των συνολικών κοινωνιών (της «πόλης», του «έθνους» κλπ). Μόνη της, η ατομική ελευθερία συνεπάγεται ένα πολιτικό σύστημα το οποίο ενσαρκώνεται από το κράτος, μία αντίληψη της πολιτικής που ταυτίζεται με την εξουσιαστική του κυριαρχία απέναντι σε μια κοινωνία-ιδιώτη. Από τη στιγμή που το κράτος στην Ευρώπη, ανέλαβε να οικοδομήσει το έθνος - το οποίο με τη σειρά του ταυτίσθηκε με το κράτος – το τελευταίο θα χρησιμοποιήσει το κυρίαρχο πολιτικό σύστημα για να εξαλείψει τον «άλλο» σύνοικο ή να τον εξουδετερώσει πολιτικά. Το ελληνικό κοσμοσύστημα προκρίνει την αυτονομία του «άλλου», η νεοτερικότητα επιλέγει την ενσωμάτωση και, στην καλύτερη περίπτωση, τον υποβιβασμό του «άλλου» σε μειονότητα.


Η μετάβαση από το «έθνος-κοσμοσύστημα» στο «έθνος-κράτος» θα συνδεθεί με την απόσειση της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας. Η κατάκτηση όμως της «εθνικής» ελευθερίας στο πλαίσιο του «κράτους έθνους» θα συνδυασθεί επίσης με την αποβολή της προ-επαναστατικής προσέγγισης της «εθνικής» ελευθερίας υπό το πρίσμα του «έθνους-κοσμοσυστήματος». Όντως, πριν από την Επανάσταση, ζητούμενο για τα άρχοντα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας ήταν η ανοικοδόμηση, στη θέση της οθωμανικής πολιτικής κυριαρχίας, της οικουμενικής κοσμόπολης στη μεγάλη κλίμακα (π.χ. το πρόταγμα του Ρήγα κ.α.). Ο τρόπος της ‘εθνοκεντρικής’ μετάβασης θα σημάνει για τον ελληνισμό τη δραματική συρρίκνωσή του και, συγχρόνως, την κατάρρευση του σώματος των καθολικών ελευθεριών και των ταυτοτήτων.


Στο πλαίσιο αυτό, το νεοελληνικό κράτος δεν είχε λόγους να χρεωθεί την εξέλιξη αυτή, αφού άλλωστε από την βαυαρική μοναρχία και ύστερα, πρωτοστάτησε για την πραγμάτωσή της. Εξ ου και η μετάβαση στο «έθνος-κράτος» δεν θα κριθεί ως μετεξέλιξη του ελληνισμού, από τη μικρή κλίμακα της κοινωνίας της «πόλης» (ή «κοινού») στη μεγάλη κλίμακα του εδαφικού κράτους. Θα ερμηνευθεί ως μια αποκλίνουσα και γι αυτό ατυχής πορεία προς τον εκσυγχρονισμό. Αναμενόμενο ήταν, στο πλαίσιο αυτό, η πρόοδος να προσληφθεί δυνάμει, όχι του περιεχομένου της (ελευθερίες, ευημερία κ.α.), αλλά της προσομοίωσης της ελληνικής κοινωνίας με το ευρωπαϊκό πρότυπο. Όλα όσα αποτελούσαν συστατικά γνωρίσματα της ελληνικής οικουμένης (πολυ-πολιτειακές ταυτότητες, καθολική ελευθερία, «άμεση» δημοκρατία, οικουμενική κοινωνία και οικονομία κλπ) θα ενοχοποιηθούν, ως δείγματα καθυστέρησης, στο όνομα του εξευρωπαϊσμού. Το νεοελληνικό κράτος θα επικεντρωθεί στην πλήρη «αποσιώπηση» των ανθρωποκεντρικών και κοσμοσυστημικών θεμελίων του ιστορικού ελληνισμού και στην ολοκληρωτική απόρριψη του παρελθόντος. Έτσι, υπόλογος για την αδυναμία του νεοελληνικού κράτους να εναρμονισθεί με το ίδιο το διατακτικό της νεοτερικότητας ή να ανταποκριθεί στις προσδοκίες της ελληνικής κοινωνίας (εθνική παλιγγενεσία, ελευθερίες, αναπτυξιακό πρόταγμα κ.α.) έγινε η τουρκοκρατία και οι κληρονομημένες συμπεριφορές της κοινωνίας. Η «απροθυμία» της ελληνικής κοινωνίας να παραιτηθεί από το πλούσιο ανθρωποκεντρικό της παρελθόν και να εναρμονισθεί με ένα καθεστώς ομοιογενοποιημένης κοινωνίας-ιδιώτη, όπως αξίωνε το διατακτικό της νεοτερικότητας (δηλαδή το κοινωνικό, οικονομικό και πολιτικό σύστημα και τις συνάδουσες ιδεολογίες που οικοδόμησε) θα χρεωθεί στην ίδια αρνητικά και, συνακόλουθα, στην παρεκκλίνουσα από τον ευρωπαϊκό κανόνα ιστορική διαδρομή του ελληνισμού. Η «εκσυγχρονιστική» διανόηση θα λυπηθεί σε δόσεις διαρκείας επειδή ο ελληνισμός δεν διήλθε από τις φάσεις της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού. Τα αδιέξοδά της όμως δεν θα της επιτρέψουν να αναλογισθεί τις συνέπειες του επιχειρήματός της. Ότι δηλαδή εστιάζει τη θεμελιώδη αιτία της κακοδαιμονίας του νεοελληνικού κράτους και των δυσμορφιών του πολιτικού του συστήματος στο γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία παρέμεινε σταθερά ανθρωποκεντρική (δηλαδή ελεύθερη) με υπόβαθρο την «πόλη» (ή «κοινό») και δεν περιήλθε στη φεουδαρχία, όπως η δυτική παρειά του ρωμαϊκού κράτους. Ώστε, όταν οι ευρωπαϊκές κοινωνίες ανακάλυπταν τον λεγόμενο «νέον άνθρωπο», οι ελληνικές κοινωνίες τον βίωναν και, μάλιστα, στη μετα-κρατοκεντρική, δηλαδή οικουμενική του εκδοχή.


Προκειμένου να κατανοηθούν οι συνέπειες του εγκλεισμού της ελληνικής κοινωνίας στο διατακτικό του πρώιμου ανθρωποκεντρικά – και συνεπώς περιοριστικού για τις ελευθερίες - κράτους της νεοτερικότητας, αρκεί να επικαλεστώ το ζήτημα της γλώσσας, καθώς είναι, επίσης, πολύ κοντά στο μουσικό διάβημα του Σ.Ξαρχάκου. Η αντιπαράθεση μεταξύ των οπαδών της δημοτικής και της καθαρεύουσας απέκρυψε μια θεμελιώδης συμφωνία των αντιπάλων: και οι δυο επιδίωκαν την επιβολή του δόγματος της μιας γλώσσας για το κράτος/κοινωνία και, συνεπώς, την κατάλυση του μείζονος γλωσσικού πλούτου που αντιπροσώπευαν οι ζωντανές ελληνικές διάλεκτοι. Το παράδειγμα της ποντιακής διαλέκτου, που διασώθηκε γιατί βρέθηκε εκτός του νεοελληνικού κράτους, αποτελεί μικρό δείγμα της πολιτισμικής αποδόμησης του ελληνικού κόσμου που επιχειρήθηκε στο όνομα του «εκσυγχρονισμού». Ανάλογα όμως θα είχε να επισημάνει κανείς για τη «μουσική γραμματεία» των Ελλήνων, κατά την προσφιλή έκφραση του Ξαρχάκου, για τις κοινωνικές και πολιτικές του ελευθερίες, για την καταστολή της «οικουμενικής» αστικής τάξης στο όνομα ενός κλειστοφοβικού και παρασιτικού «εθνικού» ομοιώματος κλπ. Οι θεράποντες της επιλογής αυτής ισχυρίσθηκαν ότι η ανωτέρω εξέλιξη ήταν νομοτελειακά αναγκαία για τη συγκρότηση της ενιαίας αγοράς στην επικράτεια και, περαιτέρω, για την «κατασκευή» του έθνους που προηγουμένως δεν υπήρχε. Το έθνος, θα δηλώσουν δογματικά, είναι γέννημα του κράτους (και των ιδεών) της νεοτερικότητας. Οι Έλληνες πριν γίνουν προσάρτημά της δεν είχαν συνείδηση της ελληνικότητάς τους!…Αφού αυτό συνέβη στην εξερχόμενη από τη φεουδαρχία δυτική Ευρώπη, οι διαφοροποιήσεις από τον κανόνα είναι ανεπίτρεπτες και όπου διαπιστώνονται οφείλουν να καταγράφονται ως δείγματα καθυστέρησης. Κατά τούτο, ο αντίλογος στο «επιστημονικό» επιχείρημα που εκφέρουν οι μέντορες της νεοτερικής σκέψης – για παράδειγμα ο Έρικ Χομπσμπάουμ – αντιμετωπίζεται με χλευασμό και απαξίωση.
Είναι προφανές ότι ο μηρυκαστικός μανδύας με τον οποίον επενδύεται το επιχείρημα των ηρακλέων της νεοτερικής ορθότητας είναι σαθρός. Ομοίως, και το εφεύρημα της αναγκαιότητας που επικαλέσθηκαν οι ζηλωτές της για το έθνος και την ενότητά του, για την αγορά και για πολλά άλλα, είναι ομολογουμένως ανιστορικές. Ο ελληνισμός που προηγήθηκε του «κράτους-έθνους» σταδιοδρόμησε ως δημιουργός και λειτουργός του ανθρωποκεντρικού κοσμοσυστήματος (το οποίο οικοδόμησε το σύστημα των ελευθεριών στην κοινωνία), έως τους νεότερους χρόνους και αποτέλεσε έως το τέλος μια σημαίνουσα εθνική οντότητα και παρουσία στον κόσμο. Η απλή σύγκριση των πεπραγμένων του νεοελληνικού κράτους με τον υπόδουλο, επί πλέον, ελληνισμό της περιόδου της οθωμανοκρατίας, που λειτούργησε μέσω του πολιτειακού οχήματος της πόλης (ή «κοινού»), αρκεί για να συναγάγει κανείς τα συμπεράσματά του.


Η συστηματική απαξίωση του παρελθόντος προκειμένου να δικαιολογηθούν οι δυσμορφίες και, κατ’επέκταση, η αδυναμία του νεοελληνικού κράτους να ανταποκριθεί στις προσδοκίες του ελληνισμού δικαιολογεί ευρέως την κρίση ταυτότητας και τις ανασφάλειες που διακατέχουν έντονα την ελληνική κοινωνία και ιδίως την άρχουσα τάξη της. Η ελληνική κοινωνία, υπό το «κράτος-έθνος», εκλήθη όχι να μεταστεγάσει την εθνική της ταυτότητα και τις ομόλογες πολιτειακές ελευθερίες (το κεκτημένο του «έθνους-κοσμοσυστήματος») σ’αυτό αλλά να παραιτηθεί από ένα ολοκληρωμένο παράδειγμα ελευθεριών που ανέπτυξε στο περιβάλλον της «πόλης» (ή «κοινού») και βίωσε συστατικά στο μέσον της οθωμανοκρατίας, προκειμένου να επανέλθει σε μια απλώς πρώιμη αντίληψη της εθνικής και της πολιτειακής ελευθερίας.


Το γεγονός αυτό έμελλε να προκαλέσει αλυσιδωτές επιπτώσεις και, εν τέλει, να αναδείξει την αδυναμία της ελληνικής κοινωνίας να εναρμονισθεί με ιδιότητες ή συμπεριφορές μη προσήκουσες στον χαρακτήρα της, αναγκαίες όμως για τη λειτουργία του νεοτερικού κράτους. Αναφέρω την εμμονή της να αντιλαμβάνεται την πολιτική συμμετοχή υπό το πρίσμα της πολιτικής ατομικότητας κι όχι της αγέλης (ως «μάζα»), του εντολέα κι όχι της κοινωνίας ιδιώτη, της πολιτικής διαπραγμάτευσης της ψήφου αντί της στρατευμένης ή λευκής συναίνεσης και, περαιτέρω, τον πελατειακό εκφυλισμό της πολιτικής της συμπεριφοράς. Επικαλούμαι, επίσης, τις αντιστάσεις της στην ιδέα της ταύτισης ιδιοκτησίας και συστήματος στον τομέα της οικονομίας και, ως εκ τούτου, στην εξαρτημένη εργασία, στην απαξίωση των πολυ-πολιτειακών ταυτοτήτων και πατριωτισμών οι οποίοι θα αναζητήσουν στέγη στις ποικίλες όσες εκδηλώσεις «τοπικιστικού» χαρακτήρα και πολλά άλλα.


Η παρέμβαση του Σ.Ξαρχάκου, ως προς αυτό, είναι κρίσιμη. Μέσα από την προσωπική του αγωνία να απαντήσει στο ερώτημα «ποιός είμαι», «ποιοι είμαστε» εισφέρει ένα εξαιρετικό δείγμα γραφής, θα έλεγα ένα θεμελιώδες παράδειγμα για την κατεύθυνση της αναζήτησης. Στα μουσικά παραδείγματα που διασταυρώνονται στο έργο του συναντώνται όλες οι φάσεις του ελληνικού βίου: της πόλης κράτους, της βυζαντινής οικουμένης, της οθωμανοκρατίας, του «κράτους-έθνους». Η μουσική στα χέρια του αναδεικνύεται σε επιχείρημα ιστορικής συνοχής, συνέχειας και ταυτοτικής πολυσημίας, ισότιμο με εκείνο της γλώσσας και του εν γένει πολιτισμού. Ωστόσο, συμπεραίνουμε, η ταυτότητα της ελληνικής κοινωνίας, ορίζει έναν σύνολο πολιτισμό, κοσμοσυστημικά διατεταγμένο, του οποίου το βάθος και η συνέχεια επιβεβαιώνονται με μέτρο την ελευθερία (δηλαδή την ανθρωποκεντρική του ιδιοσυστασία).


Το ανθρωποκεντρικό υπόβαθρο της ελληνικής «μουσικής γραμματείας» συνομολογεί ότι η μετάβαση της ελληνικής κοινωνίας από το «έθνος-κοσμοσύστημα» στο «έθνος-κράτος» στοιχειοθετεί την κεφαλαιώδη διαφορά που τη διακρίνει από την υπόλοιπη Ευρώπη. Η πρώτη, διήλθε από ένα καθεστώς (ολοκληρωμένης ανθρωποκεντρικά) ελευθερίας σε ένα άλλο (εντούτοις, πρωτο-ανθρωποκεντρικό), η δεύτερη συνάντησε για πρώτη φορά την ελευθερία, στο δρόμο της μετάβασης από τη φεουδαρχία στο ανθρωποκεντρικό «έθνος-κράτος». Η είσοδος όμως αυτή της ελληνικής κοινωνίας στο «κράτος-έθνος» συνδυάσθηκε με την θεσμική της πρόσδεση, εν είδει παραρτήματος, στην ευρωπαϊκή δεσποτεία. Ώστε, παράδοξο εν προκειμένω δεν είναι η εξάρτηση αλλά το γεγονός ότι το συγκεκριμένο κράτος λειτούργησε, εν τέλει, ως υπομόχλιο για την εξάρτηση της ελληνικής κοινωνίας και, ευρέως, για την αποδόμηση των θεμελίων της «ηγεμονίας» της στον άμεσο ιστορικό ζωτικό χώρο του ελληνισμού.


Η επιστροφή στο πρώιμο ανθρωποκεντρικό παρελθόν (με τις πρωτόλειες ελευθερίες), από το οποίο διέφυγε ήδη τον 7ο αιώνα π.Χ, θα έχει επώδυνες συνέπειες για την εθνική ταυτότητα των Ελλήνων. Από την οικουμενική εθνική τους ταυτότητα – που σημασιοδοτείται από την ολοκληρωμένη «παιδεία» του «έθνους-κοσμοσυστήματος» – η ελληνική κοινωνία θα εγκλωβισθεί στις «αιματολογικές» και «φυλετικές» αναζητήσεις που θα της υπαγορεύσει η αγωνία των νεοτερικότητας να «κατασκευάσει» εξ υπαρχής το έθνος του κράτους.
Εξ ου και οι επισημάνσεις αυτές μπορούν να θεωρηθούν ως το σημείο κλειδί για την κατανόηση της κρίσης ταυτότητας που συγκλονίζει ακόμη την ελληνική κοινωνία και ορίζεται από την αμφισημία του βίου της στο πλαίσιο του κράτους έθνους: μια κοινωνία με λογικές και συμπεριφορές ανθρωποκεντρικής οικουμένης και, συνακόλουθα, «ανάρμοστες» με το πρωτο-ανθρωποκεντρικό διατακτικό του. Μια άρχουσα τάξη που αιωρείται ανάμεσα στη φύση και στο σκοπό του νεοτερικού κράτους και στις ασυμβατότητες που αναδεικνύει η συνάντησή της με την ελληνική κοινωνία.


Η συνέχεια στη «μακρά διάρκεια» της ελληνικής μουσικής γραμματείας και η πολυσημία της αποκαλύπτουν ακριβώς έναν πολιτισμό που εξακολουθεί ακόμη να αντλεί πρωτογενές υλικό και να γονιμοποιείται δημιουργικά από την ιστορία του. Η παρέμβαση, άλλωστε, του Σ.Ξαρχάκου μας επαναφέρει στον πυρήνα του ζητήματος, ότι δηλαδή η ελληνική μουσική δημιουργία είναι προϊόν βασικά της ανώνυμης κοινωνίας, πράγμα που συνάδει μόνον με την ύπαρξη μιας υψηλής λαϊκής ανθρωποκεντρικής κουλτούρας. Αν η παραδοχή αυτή συνδυασθεί με άλλες εκδηλώσεις του πολιτισμού, όπως η ζωγραφική, η αρχιτεκτονική κλπ γίνεται αντιληπτό ότι δεν πρόκειται για μεμονωμένο φαινόμενο αλλά για μια γενικευμένη πραγματικότητα, αποδεικτική της οργανικής και αδιάκοπης ταύτισης της ελληνικής κοινωνίας με το ανθρωποκεντρικό κεκτημένο.
Η αξία του έργου αυτού του Σ.Ξαρχάκου, ξεπερνάει, όπως γίνεται αντιληπτό, την πρωταρχική του φιλοδοξία, καθώς μας εισάγει ευθέως στο πεδίο της εθνικής αυτογνωσίας. Παραμένει όμως ένα έργο πρωτογενές, που αναδεικνύει τις αρετές του μουσικού του ελληνικού μουσικού πολιτισμού και, συγχρόνως, τον ανασυνθέτει σε μια μουσική πανδαισία, που φέρει τη σφραγίδα μιας ιδιοφυούς συνάντησης των πηγών με την πρωτοτυπία του δημιουργού.