Κυριακή 13 Δεκεμβρίου 2009

Γιατί πρέπει να αποδομηθεί η ελληνική εθνική ταυτότητα;

Από το Lomac's blog

Κυριακή, 13 Δεκεμβρίου 2009


Νεοκλής Σαρρής

Πολιτικές εξελίξεις και ιδεολογία την τελευταία 20ετία στην Ελλάδα (Β΄ ΜΕΡΟΣ)

Η ελληνική εθνική ταυτότητα θεωρήθηκε από ξένα κέντρα εξουσίας πολύ «σκληρή». Θα έπρεπε λοιπόν να καταστεί «ήπια» ή, με την υπόθεση ότι είναι δομημένη «κοινωνική κατασκευή», πολύ απλά να αποδομηθεί.

Το γεγονός ότι για ιστορικούς λόγους η Χριστιανική Ορθοδοξία υπήρξε ο πυρήνας διαμόρφωσης της ταυτότητας αυτής θα έπρεπε να τεθεί εκποδών, κάτι που μπορούσε να πραγματοποιηθεί με την ενίσχυση από τα ελεγχόμενα ΜΜΕ ενός ευρείας έκτασης αντικληρικού ρεύματος. Οι βολές κατά της Ορθοδοξίας στην Ελλάδα είναι ασθενικές απηχήσεις του βασικού προβλήματος που αντιμετωπίζει η Δύση με την περίπτωση της Ρωσίας. Επειδή την κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού διαδέχθηκε μια επιστροφή στα πάτρια και στη θρησκεία (κάτι που δεν αφορά μόνο την Ορθοδοξία, αρκεί να θυμηθούμε την περίπτωση της Αλληλεγγύης με τον Λεχ Βαλέσα στην Πολωνία, όπου την αντίθεση στον Κομμουνισμό είχε αναλάβει η... Παναγία! Με άμεσο αποτέλεσμα να εκλεγεί Πάπας ο πολωνός πριμάτος, συμβάλλοντας έτσι στη διάλυση των κομμουνιστικών καθεστώτων σε χώρες με καθολικό πληθυσμό). Ωστόσο με την Ορθοδοξία από τη μια υπάρχει η πολιτιστική διαφοροποίηση της Δύσης, θεωρώντας την περίπου κάτι ανάλογο προς το Ισλάμ (αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης είναι και το γνωστό έργο του Χάντινγκτον «Η σύγκρουση των πολιτισμών») και από την άλλη το γεγονός ότι ο πολυπληθέστερος ορθόδοξος πληθυσμός είναι ο ρωσικός που ευρίσκεται στο στόχαστρο της Δύσης (δηλαδή των ΗΠΑ, κάτω από το σχήμα της Νέας Τάξης πραγμάτων).

Κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου, για παράδειγμα, όπως έχει αριστοτεχνικά καταδείξει ο μέγας ιστορικός του κινηματογράφου Georges Sadoul, στις ΗΠΑ γυρίζονταν προπαγανδιστικές ταινίες ευρείας κατανάλωσης, προκειμένου να προβληθούν τα κακά του σοβιετικού κομμουνισμού. Κατά τη μετακομμουνιστική περίοδο άρχισαν να παράγονται ταινίες ή τηλεταινίες στο επίκεντρο των οποίων ήταν η Ρωσία και η όλη υπόθεση εκτυλισσόταν γύρω από έναν μύθο των «κακών ορθόδοξων κληρικών», των «ναζί ρώσων ορθόδοξων εθνικιστών» που βάλλουν κατά των «καλών» Αμερικανών, καθολικών, εβραίων κ.λπ. Το παράδειγμα αυτό βρίσκει ευρύ πεδίο εφαρμογής στην επικαιρότητα κατά τη διάρκεια της διάλυσης της Γιουγκοσλαβίας και ιδιαίτερα στον πόλεμο της Βοσνίας. Η κοινή γνώμη των ΗΠΑ, συνεπικουρούμενη από εκείνη των ευρωπαϊκών χωρών, είχε στραφεί εναντίον των (ορθόδοξων) Σέρβων που «κατέσφαζαν» τους «δυστυχείς» μουσουλμάνους. Στην πραγματικότητα οι πολιτικές εξελίξεις είχαν οδηγήσει σε ρήξη ανάμεσα στα δύο εθνικά/θρησκευτικά στοιχεία της Βοσνίας, οι δε αγριότητες πραγματοποιούνταν εκατέρωθεν.

Το φαινόμενο της στάσης της δυτικής κοινής γνώμης, που ήταν εναντίον των ορθοδόξων και υπέρ των μουσουλμάνων στη Βοσνία (το οποίο επαναλήφθηκε και με την περίπτωση του Κοσσυφοπεδίου), ερμηνεύει αριστουργηματικά σε προγενέστερο από τα γεγονότα αυτά και συνεπώς ανύποπτο χρόνο ο έξοχος τούρκος πανεπιστημιακός Taner Akcam (ο οποίος λόγω των απόψεών του έχει εξαναγκαστεί να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ), αναφερόμενος στα Βαλκάνια όπου από τον 19ο αιώνα παρατηρείται ρήξη μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων. Ωστόσο, όπως σημειώνει εύστοχα ο τούρκος καθηγητής, όταν παρατηρείται προσέγγιση της Ρωσίας με τις Δυτικές Δυνάμεις (κυρίως Αγγλία και Γαλλία), στον ευρωπαϊκό Τύπο κυριαρχούν δημοσιεύματα που διεκτραγωδούν τα δεινά των σφαγιαζομένων από τους μουσουλμάνους χριστιανών. Όταν εξ αντιθέτου η Ρωσία βρίσκεται αντιμέτωπη των Δυτικών χωρών (που συνασπίζονται με το Οθωμανικό κράτος, όπως συνέβη με τον Κριμαϊκό πόλεμο), τότε στα δημοσιεύματα περιγράφονται τα δεινά που υποφέρουν οι ταλαίπωροι μουσουλμάνοι από τους αιμοδιψείς ορθοδόξους χριστιανούς!

Μια νέα κατάσταση γνωστή και από παλιά

Η κατάσταση που ζήσαμε την τελευταία εικοσαετία δεν ήταν ούτε πρωτότυπη, ούτε ανεξήγητη. Επειδή οι συνιστώσες της γεωπολιτικής υπήρξαν οι ίδιες μ' εκείνες που επικρατούσαν πριν από μισό αιώνα, δίνεται η εντύπωση μιας ανακύκλωσης της Ιστορίας και ταυτόχρονα μιας επιστροφής, μιας αναπόδισής της, δηλαδή είναι ένας απατηλός χρόνος ή, όπως τον αποκαλεί ένας μέγιστος κοινωνιολόγος του περασμένου αιώνα, ο Georges Gurvitch, «χρόνος οφθαλμαπάτης».

Είναι τόσες οι ομοιότητες της μετακομμουνιστικής εποχής με την ψυχροπολεμική εποχή όπως αυτή που αφορούσε τη στήριξη της Ορθοδοξίας (υπό την έννοια του Οικουμενικού Πατριαρχείου) από τις ΗΠΑ η οποία είχε εγκαινιαστεί μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο με την υπαγορευμένη εκλογή του Πατριάρχη Αθηναγόρα Α' του από Αμερικής, προσωπικού φίλου του Προέδρου Τρούμαν. Η αποστολή του Πατριαρχείου είχε πλέον δύο βασικά καθήκοντα, αφενός τη συμβολή της στην ελληνοτουρκική προσέγγιση και φιλία (προς από κοινού αντιμετώπιση του από βορρά κινδύνου) και αφετέρου τη συνεργασία μεταξύ των άλλων δογμάτων με την εγκαινίαση ενός διαχριστιανικού διαλόγου (με στόχο την ενότητα των χριστιανικών δογμάτων έναντι της κομμουνιστικής αθεΐας - με την ίδια ένταση που ενισχύθηκε από τους Αμερικανούς και το ισλαμικό κίνημα στην Τουρκία σε βάρος του κεμαλισμού). Τώρα στο στόχαστρο τέθηκε η Ρωσική Εκκλησία, που θεωρήθηκε αναχρονιστική, όπως χαρακτηρίστηκε και η Ελλαδική Εκκλησία. Αναντίρρητα, όποια επιτυχία είχαν οι υποβολιμαίες, κακόβουλες και σχεδιασμένες επιθέσεις κατά της Εκκλησίας οφείλεται και στην αδυναμία της Εκκλησίας της Ελλάδος να αντιληφθεί τις μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αλλαγές και το στημένο σε βάρος της παιγνίδι, καθώς η ίδια ήταν κατά μεγάλο βαθμό περιχαρακωμένη μέσα σε αναχρονιστικά πλαίσια. Το αντιεκκλησιαστικό κλίμα ενίσχυσαν από τη μια ιδεοληψίες και εμμονές πολιτικών προσώπων που κατείχαν υψηλό πολιτειακό αξίωμα και από την άλλη η ρήξη στις σχέσεις του Πατριαρχείου (που θεωρήθηκε ως πηγή εκσυγχρονισμού και προόδου) με την Εκκλησία της Ελλάδος (η οποία εμφανίστηκε ως εστία μαύρης αντίδρασης). Αντιπαράθεση η οποία εκμεταλλευόμενη τις προσωπικές φιλοδοξίες ή/και αντιζηλίες αρχιερέων οδήγησε σε δυσάρεστες καταστάσεις (αντιπαράθεση Χριστόδουλου προς Βαρθολομαίο και αδυναμία του πρώτου να ανταποκριθεί στις προκλήσεις των καιρών), προς ζημία βέβαια της ίδιας της Εκκλησίας.

Η εκλογή Προέδρου Δημοκρατίας το 1995

Στις 8 Απριλίου του 1990 διεξάγονται στην Ελλάδα βουλευτικές εκλογές. Ο γράφων δέχεται ένα επείγον τηλεφώνημα από τον γνωστό κύπριο εκδότη Κωστή Χατζηκωστή, με το οποίο τον καλούσε στο ξενοδοχείο Intercontinental, όπου βρήκε συγκεντρωμένους κάποιος από τους σημαντικούς οικονομικούς παράγοντες της Κύπρου. Η ερώτηση που μου τέθηκε τότε ήταν πώς προδίκαζα το εκλογικό αποτέλεσμα. Απάντησα ότι με βάση τον εκλογικό νόμο όποιος εξασφάλιζε μία (1) έδρα επιπλέον θα σχημάτιζε κυβέρνηση. Με το γνωστό του φλεγματικό τρόπο ο Χατζηκωστής μού είπε τα ακόλουθα: «Επειδή εμείς οι Κύπριοι κινδυνεύουμε περισσότερο από τους ελλαδίτες πολιτικούς, αντί να ''αγοράζουμε'' ξένους πολιτικούς είναι προτιμότερο να αγοράζουμε Ελλαδίτες. Γι' αυτό καταλήξαμε στο συμπέρασμα να ενισχύσουμε οικονομικά τον Στεφανόπουλο της ΔΗΑΝΑ υπό δύο όρους, να συμπεριλάβει στους συνδυασμούς του όλα τα μικρά κόμματα και να δεσμευτεί να τηρήσει στα εθνικά θέματα μια σταθερή και μη υποχωρητική έναντι της Τουρκίας πολιτική». Οι παριστάμενοι με εξουσιοδοτούσαν να συνεννοηθώ αφενός με τις ηγεσίες των μικρών κομμάτων (εκτός της ΕΣΠΕ του Στάθη Παναγούλη, τον οποίο προφανώς δεν ήθελαν) και αφετέρου με τον Στεφανόπουλο. Μάλιστα η συγκέντρωση δεν διαλύθηκε, αλλά εγώ αναχώρησα αμέσως και σε τρεις ώρες είχα συνεννοηθεί με τις ηγεσίες του Κόμματος των Φιλελευθέρων (για την ακρίβεια ο Νικήτας Βενιζέλος εξέφρασε αντίρρηση για το πρόσωπο του Στεφανόπουλου τον οποίο θεωρούσε φιλοβασιλικό, (!) αντιρρήσεις που κάμφθηκαν αμέσως), της Χριστανικής Δημοκρατίας (της οποίας συνεδρίαζε η κεντρική επιτροπή του κόμματος που διέκοψα και εξήγησε τα καθέκαστα στον πρόεδρο του κόμματος Μανώλη Μηλιαράκη ο οποίος δέχτηκε δίχως δισταγμούς) και τον Γιάννη Ζίγδη, πρόεδρο της ΕΔΗΚ. Πολλοί, όταν εξιστορώ το περιστατικό, δεν πιστεύουν πως έπεισα τον Ζίγδη να τεθεί υπό την ηγεσία του Στεφανόπουλου. Και όμως είναι απολύτως αληθές. Δεν χρειάστηκαν παρά λίγα λεπτά. Τον πήρα λοιπόν και τον μετέφερα στο Intercontinental όπου παρέμενε η συντροφιά των κυπρίων επιχειρηματιών. Διαπιστώθηκε ταύτιση απόψεων, δόθηκαν τα χέρια και χωρίσαμε προκειμένου να συναντήσω τον Στεφανόπουλο αργά το απόγευμα, όπως ήδη είχα κανονίσει (αν θυμάμαι καλά μέσω του φοιτητή μου και καλού μου φίλου Μάξιμου Χαρακόπουλου που ανήκε στη νεολαία της ΔΗΑΝΑ).

Πραγματικά, το απόγευμα επισκέφθηκα τον Στεφανόπουλο και του εξέθεσα τα καθέκαστα. Πολύ ευγενικά αρνήθηκε την προσφερόμενη βοήθεια και την πρόταση συνεργασίας από τους «μικρούς». «Εάν συνεργαστώ με άλλους κατά την κατάρτιση των συνδυασμών, θα μου φύγουν οι δικοί μου» (και παρότι δεν συνεργάστηκε με άλλους, ο μοναδικός βουλευτής που εξέλεξε, ο Κατσίκης, τον εγκατέλειψε την επομένη και προσχώρησε στη ΝΔ ώστε να δυνηθεί να σχηματίσει κυβέρνηση ο Μητσοτάκης. Μεγαλύτερη πολιτική διορατικότητα πολιτικού δεν έχω συναντήσει στη ζωή μου!). Όσον αφορά το δεύτερο σκέλος, με άφησε εμβρόντητο η ειλικρίνειά του (και ταυτόχρονα με γέμισε απέραντη θλίψη). «Σε ποια εθνικά θέματα αναφέρεστε; Η Ελλάδα είναι δημιούργημα των ξένων (sic). Ό,τι πουν εκείνοι γίνεται. Δεν υπάρχει περιθώριο αποτελεσματικών αντιδράσεων».

Τον Μάρτιο του 1995 θα γινόταν εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας. Τον Γενάρη παρουσιαζόταν ένα βιβλίο με περιεχόμενο που αφορούσε τις διεθνείς σχέσεις από το Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων του Πανεπιστημίου, με εισηγητές δύο πρώην υπουργούς Εξωτερικών, τον Θόδωρο Πάγκαλο και τον Μιχάλη Παπακωνσταντίνου. Ο Πάγκαλος ήταν εξαιρετικά καλός και κινήθηκε στα πλαίσια του βιβλίου (που δεν είχε σχέση με την Τουρκία ή τις ελληνοτουρκικές σχέσεις). Ο Παπακωνσταντίνου αντιθέτως ξέφυγε από το θέμα και αναφέρθηκε στην αναγκαιότητα «να τα βρούμε με την Τουρκία», ότι οφείλαμε να τερματίσουμε τη μεταξύ των δύο χωρών τεταμένη ατμόσφαιρα και άλλα παρόμοια. Την επομένη συναντήθηκα εκ νέου με τον Παπακωνσταντίνου στο κόψιμο της πίτας του Ινστιτούτου Βαλκανικών Σπουδών. Επειδή η ατμόσφαιρα δεν ήταν εξαιρετικά ευχάριστη, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας των παρευρισκόμενων, πήρα από τον χέρι τον Μιχάλη και του λέγω «πάμε». Στην έξοδο, επειδή χώριζαν οι δρόμοι μας, τον ρωτώ: «Γιατί χθες στα καλά καθούμενα άρχισες ξεκάρφωτα να ευαγγελίζεσαι προσέγγιση Ελλάδας - Τουρκίας δίχως όρους; Γιατί εν όψει της εκλογής Προέδρου δίνεις εξετάσεις ή το μήνυμα ότι εσύ είσαι ο κατάλληλος που λες αυτά». Και συμπλήρωσα: «Αν είσαι πονηρός Κοζανίτης, εγώ είμαι πονηρός Φαναριώτης. Πάντως ό,τι και να πεις για την ελληνοτουρκική προσέγγιση δεν θα σε κάνουν Πρόεδρο!».

Τον επόμενο μήνα τα παρασκήνια για την εκλογή Προέδρου είχαν ενταθεί. Ο ακαδημαϊκός Κώστας Δεσποτόπουλος, τον οποίο η Αριστερά είχε κατά το παρελθόν προτείνει για Πρόεδρο, μου είχε εκμυστηρευτεί ότι θα τον ενδιέφερε εάν υπήρχε θετική ανταπόκριση από το ΠΑΣΟΚ. Ο Μιχάλης Χαραλαμπίδης, φιλικό μου πρόσωπο την περίοδο εκείνη, ήταν μέλος του Εκτελεστικού. Του ανέφερα την περίπτωση που κατά την κρίση μου ήταν ιδανική και σε λίγες μέρες μου απάντησε ότι το θέμα είχε συζητηθεί στο Εκτελεστικό και «πρόκειται να υποστηριχτεί ο Πατρινός». Ήταν επόμενο. Ο Δεσποτόπουλος εκτός των άλλων είχε και το κώλυμα της καταγωγής του, ήταν Σμυρνιός, όπως άλλωστε και η Ελένη Γλύκατζη - Αρβελέρ, που και εκείνη ανέμενε τη σειρά της για το ίδιο αξίωμα. Ωστόσο τους είχε διαφύγει ότι ΚΑΝΕΙΣ από το προσφυγικό στοιχείο, εκτός από διακοσμητικούς ρόλους, δεν είχε αναδειχθεί στην πολιτική ζωή της χώρας ή και να είχε αναμειχθεί, είχε οδηγηθεί στο περιθώριο.

Και η εξόφληση της επιταγής;

Έτσι στις 8 Μαρτίου 1995 Πρόεδρος εξελέγη ο Κωστής Στεφανόπουλος κατόπιν της πρότασης του Αντώνη Σαμαρά, προέδρου τότε της ΠΟΛΑΝ. Ο ίδιος θα ήθελε βέβαια, όπως έλεγε, για πρόεδρο τον Ελύτη ή τον Γιανναρά... Αλλά στην πολιτική, βλέπετε, πρυτανεύει ο ρεαλισμός. Αυτός που θέλει την Ελλάδα να κάνει ό,τι της υπαγορεύουν οι ξένοι. Και η θητεία του Κωστή Στεφανόπουλου παρατάθηκε με την πρωτοβουλία του Κώστα Σημίτη το 2000. Φαίνεται λοιπόν ότι οι επιταγές στην πολιτική δεν δίδονται εν λευκώ, αλλά έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο που συνοδεύουν τον πολιτικό διά βίου και πρέπει να καταβληθούν. Θα θυμούνται οι αναγνώστες. Μετά την αποχώρηση από την Προεδρία της Δημοκρατίας, ο κ. Κ. Στεφανόπουλος, ο οποίος ομολογουμένως έχαιρε μεγάλης δημοφιλίας, κατά Μάιο του 2006 δημοσίευσε στην «Καθημερινή» βαρυσήμαντο άρθρο στο οποίο υπεραμυνόταν της παραπομπής των διαφορών της Ελλάδος με την Τουρκία, σε ό,τι έχει σχέση με την υφαλοκρηπίδα του Αιγαίου και τα συναφή θέματα, στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Λύση αμφιλεγόμενη, δεδομένου ότι εκτός του ότι το Διεθνές Δικαστήριο κρίνει και με πολιτικά κριτήρια, δεσμεύεται και από το συνυποσχετικό των αντιδίκων μερών, εφόσον δε η Τουρκία δεν έχει υπογράψει τη Διεθνή Σύμβαση για τη Θάλασσα, το βαρύνον στην κρίση του δικαστηρίου στοιχείο θα είναι η ευθυδικία, οπότε «μεγάλη» η Τουρκία, «μικρή» η Ελλάδα, για τη μεν υφαλοκρηπίδα τα ποσοστά για την πρώτη θα υποστούν μια «δικαιολογημένη μείωση», για δε τις «γκρίζες ζώνες» που βλέπει η Άγκυρα Κύριος οίδε τι θα επακολουθήσει.

Το σημαντικό όμως στοιχείο στην παρέμβαση του κ. Κ. Στεφανόπουλου υπήρξε η άμεση αντίδραση του επίσης τέως Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Χρήστου Σαρτζετάκη, του οποίου την εμπνευσμένη και αποστομωτική απάντηση δεν δημοσίευε καμιά εφημερίδα (ενώ τελικά αναστηλώθηκε μόνο από το «ΠΑΡΟΝ»). Αργότερα ο κ. Κ. Στεφανόπουλος τάχθηκε και υπέρ της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου.

(Στο επόμενο φύλλο θα δημοσιευθεί το τρίτο μέρος)

* Ο Νεοκλής Σαρρής είναι ομότιμος καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και πρόεδρος της ΕΔΗΚ

Αναδημοσίευση από Το Παρόν - Ημερομηνία δημοσίευσης: 13-12-09

Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Ιστορικισμός και φουνταμενταλισμός


Αναδημοσίευση απο το LoMac's blog


Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

Κοινός παρονομαστής των δύο απόψεων* είναι ο ιστορικισμός: σε μια νόμιμη μεθοδολογική προσέγγιση αποδίδουν μεγαλύτερη βαρύτητα από όση πράγματι έχει. Υποτίθεται ότι η Ιστορία είναι μια αυστηρή αιτιοκρατική αλυσίδα γεγονότων, οπότε η σημερινή κακοδαιμονία μας πρέπει να αναζητηθεί σε μια ατυχή έκβαση κάποιας «κρίσιμης μάχης» που έλαβε χώρα στο παρελθόν. Για τους «ρωμανιστές» το «κρίσιμο γεγονός» είναι η έκβαση της ιστορικής σύγκρουσης με τους Φράγκους. Για τον Γερ. Κακλαμάνη το παιχνίδι παίχτηκε και χάθηκε επί Καποδίστρια και Όθωνα, όταν ο υποτιθέμενος «μακρυγιαννισμός» τορπίλισε την προσπάθεια οικοδόμησης κράτους δικαίου. Υπερβάλλεται μ' αυτόν τον τρόπο η σημασία του παρελθόντος και σχεδόν εξαφανίζεται ο ρόλος του παρόντος και του μέλλοντος στη διαμόρφωση της εκάστοτε ιστορικής στιγμής. Τα ιστορικά υποκείμενα δεσμεύονται βεβαίως από το παρελθόν, αλλά έχουν σχετική ελευθερία επιλογών. Αυτή αντλείται από την προεξόφληση εκδοχών «μέλλοντος» (από την επίδραση του υφιστάμενου παραδειγματικού εαυτού), που επιτρέπουν την αμφισβήτηση των καταναγκασμών του παρελθόντος και των «συσχετισμών» του παρόντος.

Ένα δεύτερο κοινό λάθος είναι ο άκρατος ιδεολογισμός, του ίδιου τύπου μ' αυτόν που ενδημεί συνήθως σε παλαιομαρξιστικές σέχτες. Ο I. Ρωμανίδης προσπαθεί να ερμηνεύσει την ελληνική επανάσταση κάτω από το πρίσμα μιας διαχρονικής συνωμοσίας των Φράγκων, για την πλήρη καταστροφή της Ορθοδοξίας. Ο Ρήγας, ο Κοραής, ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας και άλλοι διαφωτιστές, εμφανίζονται σαν «πράκτορες» του Ναπολέοντα. Κι ο Κακλαμάνης στο ίδιο πνεύμα κινείται. Το ένα τέταρτο του ογκώδους βιβλίου του, για την Ελλάδα ως κράτους δικαίου, είναι αφιερωμένο στον υπερφυσικό ρόλο των μυστικών υπηρεσιών στη διαμόρφωση των διεθνών και εσωτερικών σχέσεων (σ' αυτή τη βάση ερμηνεύει και το σκάνδαλο Κοσκωτά). Η κοινότοπη δαιμονολογική αντίληψη της Ιστορίας επαναλαμβάνεται αυτούσια. (Η Αριστερά έβλεπε παντού πράκτορες της Ιντέλιτζενς Σέρβις και της CIA. Η Δεξιά μιλούσε συνεχώς για κομμουνιστικούς δακτύλους. Η λαϊκή θρησκευτικότητα, γαλουχημένη με αποκαλυπτικά οράματα, ανακαλύπτει ακόμα παντού τα σατανικά ίχνη της μασωνίας και του σιωνισμού.) Όλα αυτά σημαίνουν εν τέλει απουσία κοινωνικής προβληματικής. Αύξηση της αδιαφάνειας του συλλογικού πεδίου.

Αν οι ρωμανιστές τείνουν να υποβαθμίζουν την πολιτική σε «θεραπαινίδα της θεολογίας», ο Κακλαμάνης τη βλέπει σαν εφαρμοσμένη φιλοσοφία της Ιστορίας. Διαβάζοντάς τον μένεις με την εντύπωση ότι, σε αντίθεση με μας τους κρετίνους, οι Ευρωπαίοι όλα τα έχουν προβλέψει και όλα τα έχουν προσχεδιάσει, σε τρόπο μάλιστα που ότι υπάρχει είναι σύμφωνο με τις προδιαγεγραμμένες υψηλές στρατηγικές τους. Έχουμε δηλαδή και στη μια και στην άλλη περίπτωση, υπερέξαρση της σημασίας της ιδεολογίας και αγνόηση της σχετικής αυτονομίας του πολιτικού πεδίου. Όμως η Ιστορία είναι ο κατ' εξοχήν «χώρος των μη συνειδητών προθέσεων και των μη ηθελημένων σκοπών» (Ένγκελς). Η Ιστορία είναι κατά βάση απρόβλεπτη και μη λογική, γιατί οι δομές του συλλογικού έχουν μια διπλή αυτονομία. Είτε με τη μορφή αυτονομημένης μηχανικότητας είτε με τη μορφή αυτονομημένης συλλογικής βούλησης, ουσιαστικά διάφορης από τις επιμέρους ατομικές βουλήσεις, ακόμα κι αν αυτές είναι ναπολεόντειες. Η πάλη των παραδόσεων και κατ' επέκταση η πάλη των εθνών (ως σχηματισμών παραδόσεων) δεν είναι η μοναδική κινητήρια δύναμη της Ιστορίας. Υπάρχει και η «πάλη των τάξεων» και η μια «πάλη» δεν μπορεί να απορροφήσει την άλλη, αφού, ως συνιστώσες της ιστορικής δυναμικής, είναι «κάθετες» μεταξύ τους. Αλλά, όπως λέει ο Καστοριάδης, ενώ «η πραγματικότητα δεν είναι λογική επιδέχεται απεριόριστη εκλογίκευση». Επιδέχεται ακόμη και τις δαιμονολογικότερες εκλογικεύσεις, που αν και είναι κατά βάση «φανταστικές» παράγουν, ωστόσο, διόλου φανταστικά και εξαιρετικά επικίνδυνα αποτελέσματα.

Άλλος κοινός παρονομαστής είναι ο αναχρονισμός στην επισήμανση του «εχθρού». Είναι εμφανής στη σκιαμαχία των ρωμανιστών με τους Φράγκους και του Κακλαμάνη με τον «ελληνοχριστιανισμό». Ο αντιδυτι κισμός των ρωμανιστών είναι αναχρονιστικός, γιατί οι Φράγκοι, ως παράδοση, είναι περιφερειακή κατάσταση ακόμα και στη Φραγκιά. Κυρίαρχη παιδεία είναι σήμερα στη «Δύση» η αγγλοσαξωνική κι αυτή δεν κατάγετα από τη λατινική αλλά από την προτεσταντική παράδοση. Τα προβλήματα του σημερινού κόσμου συνδέονται με τα αδιέξοδα που δημιουργεί η δική της κυριαρχία.

Αναχρονιστικός είναι ο αντι-αντιδυτικισμός του Κακλαμάνη, γιατί ο «ελληνοχριστιανισμός», εναντίον του οποίου μάχεται, ανήκει στο παρελθόν και όπου υφίσταται έχει υπολειμματικό χαρακτήρα. Οι διαφορισμοί Ανατολικής και Δυτικής Ελλάδος, ανατολικού και δυτικού χριστιανισμού, πρώην ισλαμικού και χριστιανικού ελληνικού στοιχείου, «αυτοχθόνων» και «ετρεροχθόνων», αν υποθέσουμε ότι είχαν κάποια μεγάλη σημασία στο παρελθόν, σήμερα μια τέτοια σημασία είναι ανύπαρκτη. Αν ο Καραγκιόζης, γινόμενος «αποκλειστικός δικτάτορας», εξαφάνισε τις άλλες φιγούρες του ελληνικού θιάσου, αυτό σημαίνει ότι έπαψε κι ο ίδιος να υπάρχει με τον παλιό τρόπο (αφού είναι σχέση και όχι «οντική ατομικότητα», όπως θάλεγε κι ο Χ. Γιανναράς). Περνώντας μέσα από την κρεατομηχανή του «ελληνοχριστιανισμού», ενσάρκωση της οποίας είναι ο αθηναϊκός υδροκέφαλος, ο ελλαδικός ελληνισμός μετατράπηκε σε ομοιογενέστατο πολιτιστικό πολτό. Οι διάφοροποιήσεις που έχουν κάποια σημασία μοιάζει να είναι πλέον μόνο οι κομματικές (και οι ποδοσφαιρικές). Όταν οι πολιτικοί μας δεινόσαυροι υπερηφανεύονται για την «εθνική μας ομοιογένεια» σίγουρα κάτι ξέρουν.

Κατάληξη των ανωτέρω ουσιωδών σφαλμάτων είναι ο «υπερεθνικός» φουνταμενταλισμός (αναθεμελιωτισμός). Πρόταση επιστροφής σε μια χαμένη «αρχική γνησιότητα». Ο φουνταμενταλισμός είναι φαντασιωσικού τύπου «φυγή προς τα πίσω», εντελώς συμμετρική με τον «εσχατολογικό» και εξίσου «υπερεθνικό» φουνταμενταλισμό της «φυγής προς τα μπρος», τον οποίο κήρυσσε ο κομμουνιστικός χιλιασμός. Απολυτοποίηση του παρελθόντος ο ένας, του μέλλοντος ο άλλος, σε ένα κοινό πλαίσιο άρνησης της εθνικής ετερότητας του συλλογικού υποκειμένου, ως δημιουργικού συλλογικού παρόντος. Και η μια και η άλλη εκδοχή έχουν κοινή την αδυναμία να κατανοήσουν γιατί το ιστορικό υποκείμενο προσέλαβε στη νεότερη εποχή τη μορφή του έθνους- κράτους και είναι ανίκανοι να προσανατολιστούν στη σημερινή ιστορική καμπή που χαρακτηρίζεται από την κρίση του έθνους-κράτους και των υπερεθνικών δομών που του αντιστοιχούσαν. Δεν μπορούν επομένως να αντιληφθούν τη μετατόπιση του κέντρου βάρους της σημασίας στα πολιτισμικά στοιχεία της εθνικής ταυτότητας και στην ιστορική ανάγκη διαμόρφωσης διεθνών δομών που να διασφαλίζουν την ανεμπόδιστη αλληλοπεριχώρηση των εθνών ως πολιτισμικών οντοτήτων.

Κλεισμένοι στον δικό μας κόσμο ζούμε σήμερα την αλληλοεξουδετέρωση των δύο φουνταμενταλιστικών μονομανιών, τη μετάπτωση και το βούλιαγμα στην ολότελα τυφλή καθημερινότητα. Είναι η απολυτοποίηση του παρόντος στο πρόσωπο μιας ανιστόρητης και χωρίς κανένα όραμα πολιτικής. Εδώ όμως πρέπει να αποδώσουμε τα του Καίσαρος τω Καίσαρ ι. Γι' αυτού του είδους την πολιτική ελάχιστα φταίνε οι πολιτικοί. Η ευθύνη ανήκει κυρίως στην πνευματική ηγεσία, στους φορείς των πνευματικών μας παραδόσεων (πρόσωπα, πνευματικά ιδρύματα κ.λπ.) που δεν κατορθώνουν να παίξουν τον ιστορικό τους ρόλο.

Απ’ το βιβλίο: Θεόδωρος Ζιάκας, Έθνος και παράδοση, Εναλλακτικές Εκδόσεις


* Η "κρίση ταυτότητας" εκφράζεται στην περίπτωσή μας ως τάση φυγής προς μια "υπερεθνική" ταυτότητα. Εξετάσαμε ως κυρίαρχες εκδοχές "υπερεθνικής" ταυτότητας τη "ρωμανική" (βυζαντινή), μέσα από την προβληματική του π. Ι. Ρωμανίδη και τη "δυτική" ("ευρωπαϊκή"), μέσα από την προβληματική του Γερ. Κακλαμάνη. [...]

Πολιτικές εξελίξεις και ιδεολογία την τελευταία 20ετία στην Ελλάδα



Νεοκλής Σαρρής

Ο διορισμός της κ. Θ. Δραγώνα: Η κορυφή του παγόβουνου

Η ανάθεση των καθηκόντων της ειδικής γραμματέως του Ενιαίου Διοικητικού Τομέα Θεμάτων Εκπαιδευτικού Σχεδιασμού, Εκπαίδευσης Ελληνοπαίδων του απεθνικοποιηθέντος υπουργείου Παιδείας, διά Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων στην καθηγήτρια στο ανεξάρτητο Τμήμα Εκπαίδευσης και Αγωγής στην προσχολική ηλικία του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Θάλεια Δραγώνα εγείρει σωρεία ερωτημάτων.

Τα ερωτήματα αυτά, που εκτείνονται σε πολλά επίπεδα, θέτουν αφενός σε δοκιμασία την ιδεολογική κατεύθυνση της υπό τον Γιώργο Παπανδρέου κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και αφετέρου υπεισέρχονται σε ειδικά θέματα διοικητικής δεοντολογίας. Δηλαδή ο διορισμός αυτός ελέγχεται όχι μόνον ουσία, αλλά και τύποις. Η κ. Θ. Δραγώνα δεν διαθέτει, εξ όσων γνωρίζω, βασικό πτυχίο αναγνωρισμένης πανεπιστημιακής σχολής. Είναι απόφοιτος ενός αμερικανικού κολεγίου στην Αθήνα (ή/και παραρτήματος αμερικανικού πανεπιστημιακού ιδρύματος στην πάλαι ποτέ αμερικανική βάση;) και συνέχισε τις σπουδές της στην Εσπερία, στο Aston University in Birmingham του Ηνωμένου Βασιλείου, απ' όπου έτυχε του διδακτορικού της διπλώματος. Ο τίτλος αυτός κατά την ισχύουσα νομοθεσία δεν θεωρείται έγκυρος εφόσον στηρίχτηκε σε ανύπαρκτες βασικές πανεπιστημιακές σπουδές. Το έγγραφο του αρμόδιου οργάνου, το οποίο κατά την εποχή εκείνη ήταν το ΔΙΚΑΤΣΑ, με ημερομηνία 24/1/1986, και το οποίο δημοσίευσε το «ΠΑΡΟΝ» (16.9.2007) είναι σαφές αναφέροντας επί λέξει: «Η ενδιαφερόμενη στερείται βασικού τίτλου σπουδών». Μολοντούτο κανένας σώφρων άνθρωπος δεν μπορεί να είναι τυπολάτρης, πόσω μάλλον όταν πρόκειται για το κεφάλαιο των γνώσεων και της επιστήμης. Ωστόσο από το σημείο αυτό ξεδιπλώνεται μια ιδιόμορφη προνομία στη διαδρομή της κ. γενικής γραμματέως σε σχέση προς άλλες συναδέλφους της. Ενώ δηλαδή όλοι όσοι ευρέθησαν στη δική της θέση υποχρεώθηκαν από τα οικεία πολιτειακά όργανα να ενταχθούν σε κύκλο σπουδών ημεδαπών πανεπιστημίων και να υποβληθούν σε δοκιμασίες, η κ. Θάλεια Δραγώνα προκλητικά παρέκαμψε όλες τις σχετικές διαδικασίες.

Έχοντας κατά τη νεότητά μου διακονήσει ως καθηγητής την τριτοβάθμια εκπαίδευση, παράλληλα προς την Πάντειο και σε ανάλογο ίδρυμα προς αυτό που έχει φοιτήσει η κ. γενική γραμματέας (και μάλιστα σε ομοταγές τμήμα προς εκείνο στο οποίο έχει φοιτήσει η ίδια τμήμα Ψυχολογίας), μπορώ να αναφέρω πολλούς παλιούς φοιτητές και φοιτήτριες που συνέχισαν και αυτοί τις σπουδές τους σε κρατικά, οι περισσότεροι, πανεπιστήμια της Γαλλίας, ολοκληρώνοντας εκεί όλους τους προαπαιτούμενους κύκλους προκειμένου σε τελική φάση να υποστηρίξουν τη διδακτορική τους διατριβή (όπως συνέβη με την κυρία Δραγώνα). Για όσους απ' αυτούς διέθεταν και πτυχίο ημεδαπού πανεπιστημίου, όπως για παράδειγμα οι εξαίρετες καθηγήτριες Κλαίρη Συνοδινού και Μαρία Καΐλα, δεν υπήρχε κανένα πρόβλημα αναγνώρισης του διδακτορικού που αφορούσε στην Ψυχολογία. Σε άλλες περιπτώσεις όμως, όπως της καθηγήτριας Β. Ρήγα, του καθηγητή Γιάννη Κουγιουμτζάκη, της αναπληρώτριας καθηγήτριας Π. Ξανθάκου, της επίκουρου καθηγήτριας Σόνιας Κανελλάκη, του εντεταλμένου διδάκτορα Πανεπιστημίου Αθηνών Νίκου Μάντη κ.ά., οι ενδιαφερόμενοι εκλήθησαν, με βάση την οικεία νομοθεσία, να καλύψουν εκ των υστέρων τα κενά από τα αρχικά μη αναγνωρισμένα έτη διδασκαλίας τα οποία είχαν διανύσει σε ιδιωτικό κολλέγιο ή κέντρο ελευθέρων σπουδών. Μια παρόμοια περίπτωση με της κ. Δραγώνα είναι της κ. Άννας Αλεξ. Βεγλερή, ανεψιάς του αειμνήστου καθηγητή Φαίδωνα Βεγλερή, η οποία είχε ακριβώς τα ίδια με αυτήν προσόντα. Πτυχίο του Pearce College και διδακτορικό από εγνωσμένου κύρους πανεπιστήμιο των ΗΠΑ. Υποχρεώθηκε όμως -μολονότι διδάκτορας η ίδια- να επαναλάβει τις οικείες σπουδές από το πρώτο έτος στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Οι παρατηρήσεις αυτές απέχουν πολύ από του να αποτελούν ψόγο για την κ. Δραγώνα. Ασφαλώς η τριμελής υπό τον καθηγητή Λάμπρο Χουσιάδη, καθηγητή στην Παιδαγωγική σχολή του Αριστοτέλειου, Πανεπιστημίου Αθηνών, και το ΔΙΚΑΤΣΑ προέβησαν σε «διασταλτική ερμηνεία» του νόμου (!) παρακάμπτοντας το νομικό κώλυμα. Βέβαια, η εκλογή της κ. Δραγώνα οπωσδήποτε έπασχε και αναμφίβολα μια εμπρόθεσμη προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας από πάντα έχοντα νόμιμο συμφέρον θα την είχε ακυρώσει. Η μη προσφυγή και ο διαδραμών έκτοτε χρόνος μπορεί να κάλυψαν την ακυρότητα της εκλογής της, ωστόσο ο διορισμός της στη θέση της ειδικής γραμματέως αποτελεί πρόκληση, δεδομένου ότι προκαλείται μείζον ηθικό πρόβλημα. Η πολιτική ως γνωστόν αποτελεί προέκταση της ηθικής, δεδομένου ότι αναφέρεται στη δεοντικά υπαγορευόμενη πρακτέα πράξη. Με ποιο ηθικό ανάστημα ή κύρος, όντας η ίδια παραβάτις του νόμου και των κανόνων, θα τα προασπίσει, ιδιαίτερα στην κρίσιμη καμπή που διερχόμαστε, αν θα πρέπει (και υπό ποίες προϋποθέσεις) να αναγνωριστούν τα διάφορα κολλέγια και γενικά στις συζητήσεις για την ιδιωτικοποιημένη τριτοβάθμια εκπαίδευση; Το ερώτημα που προβάλλει είναι εάν σε όλο τον ακαδημαϊκό χώρο ανά την ελληνική επικράτεια δεν υπήρχαν άλλα άτομα καταλληλότερα για την επίμαχη θέση. Δεν είναι καταφανώς προκλητική μια παρόμοια εύνοια προς το πρόσωπο της κ. Δραγώνα; Χονδροειδής εύνοια, η οποία εκτός των άλλων αυτόχρημα γελοιοποιεί και το επικοινωνιακό τέχνασμα της κυβέρνησης να ζητηθεί από τους Έλληνες η αποστολή μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου βιογραφικών σημειωμάτων των βουλομένων να καλύψουν με βάση τα προσόντα τους ανώτατες διοικητικές και κυβερνητικές θέσεις.

Η αναπόδιση της Ιστορίας - Πριν από τον Βαλκανικό Πόλεμο

Εάν το πρώτο επίπεδο των παρατηρήσεων αφορούσε τον τύπο του διορισμού, το δεύτερο αφορά την ουσία της πρόκρισης του προσώπου της κ. Θ. Δραγώνα. Η κατανόηση όμως του προβλήματος που προκύπτει απαιτεί εμβάθυνση σε καταστάσεις οι οποίες δεν έχουν άμεση σχέση με το πρόσωπο της εν λόγω κυρίας, αλλά συνάδουν προς ευρύτερες γεωπολιτικές που ακολουθούν σε παγκόσμια κλίμακα οι ΗΠΑ και ειδικά στην περιοχή μας. Μετά την κατάρρευση των καθεστώτων του υπαρκτού σοσιαλισμού και τη διάλυση της πάλαι ποτέ κραταιάς Σοβιετικής Ένωσης παρατηρήθηκε ότι όχι μόνο δεν ανατράπηκε η σχέση του Δυτικού κόσμου (υπό την έννοια κυρίως των ΗΠΑ οι οποίες ηγούνται αυτού του κόσμου ή εν πάση περιπτώσει τον ελέγχουν σημαντικά) με τη Ρωσία, αλλά ψιμυθιωμένη όπως όπως συνεχίστηκε η πολιτική η οποία σημάδευε τις χειρότερες μέρες του Ψυχρού Πολέμου (εξ αυτού συνάγεται και το συμπέρασμα ότι οι γεωπολιτικές δεν έχουν άμεση σχέση προς την αντιπαλότητα ή/και τη σύγκρουση των πολιτικών και κοινωνικών συστημάτων). Εντός αυτού του πλαισίου παρατηρήθηκε μια αναπόδιση της Ιστορίας η οποία έγινε αισθητή στην περιοχή του Καυκάσου (και της Κεντρικής Ασίας), αλλά και των Βαλκανίων. Η αναπόδιση αυτή χρονικά για μεν την περιοχή της Καυκασίας και της Κεντρικής Ασίας ανατρέχει στο 1917 (δηλαδή στην κατάσταση που είχε διαμορφωθεί πριν εκδηλωθεί η Οκτωβριανή Επανάσταση), για δε τα Βαλκάνια ακόμη πιο πίσω, στο 1910, αναπέμποντας στην κατάσταση που ίσχυε πριν από τον Βαλκανικό Πόλεμο. Οι σημαντικές αυτές αλλαγές επηρέασαν άμεσα και αποφασιστικά τη θέση και τη σχέση της Τουρκίας με τη Δύση, με αποτέλεσμα που διαθλάται άμεσα τόσο στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, όσο και στις σχέσεις της χώρας μας με τη Δύση (τις ΗΠΑ και τη συμμαχία του ΝΑΤΟ και την Ευρωπαϊκή Ένωση).

Το 1993 από τις εκδόσεις της Rand Corporation (που απηχούν ένα «ίδρυμα» το οποίο τυπικά λειτουργεί ως think tanker της πολεμικής αεροπορίας των ΗΠΑ, στην πραγματικότητα όμως είναι πιο πολυδαίδαλο και σχετίζεται με σωρεία υπηρεσιών της υπερατλαντικής συμπολιτείας και στους κόλπους του στεγάζονται οι επαΐοντες της Τουρκίας) κυκλοφορεί ένα ενδιαφέρον έργο με τον τίτλο «Turkey's New Geopolitics, from the Balkans to the West China», δηλαδή «Νέες Γεωπολιτικές της Τουρκίας, από τα Βαλκάνια έως τη Δυτική Κίνα», με συγγραφείς τους μη εξαιρετέους ειδήμονες περί την Τουρκία Fuller, Abramowich, Brown κ.ά. Όπως προκύπτει από τον τίτλο, η περιοχή «αρμοδιότητας» της Τουρκίας στον μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης χώρο πρακτικά εκτείνεται από την Αδριατική μέχρι (και) τη Δυτική Κίνα (οι πρόσφατες ταραχές στους Ουιγκούρους Τούρκους του Ανατολικού Τουρκεστάν της Κίνας, που υποδαυλίστηκαν από την Τουρκία, έρχονται επιβεβαιωτικές του αμερικανικού πονήματος των αρχών της δεκαετίας του 1990). Αναντίρρητα, μέχρι σήμερα ο διεθνής ρόλος που διαδραμάτισε η Τουρκία με βάση τις εκτεθείσες προδιαγραφές, παρότι διαφοροποιήθηκε και εξακολουθεί να διαφοροποιείται στην αντιμετώπιση επιμέρους ζητημάτων (όπως για παράδειγμα η σύγκρουση της Άγκυρας με κάποιες κυβερνήσεις «τουρκογενών» δημοκρατιών στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία, λόγω της βάναυσης και προπετούς τουρκικής στάσης έναντι των «ομογενών» τους), εξακολουθεί να κινείται προς την ορισθείσα κατεύθυνση. Μάλιστα, μεθυσμένη η Τουρκία από την αναβάθμισή της σε περιφερειακή υπερδύναμη και ενισχυμένη από την κυβέρνηση Ομπάμα (που τη χρησιμοποιεί προς δύο κατευθύνσεις, τη μια εναντίον του Ισραήλ και του συνακόλουθου εβραϊκού παράγοντα στις ΗΠΑ, τον οποίο επιχειρεί να τιθασεύσει διά χειρός μουσουλμάνων, και την άλλη για την ανάδειξη του τουρκικού μοντέλου εκσυγχρονισμού ως προτύπου εκσυγχρονιστικού Ισλάμ, προς εξαγωγή στις υπόλοιπες ισλαμικές χώρες), άρχισε να βλέπει ως ορατές διά γυμνού οφθαλμού τις εξελίξεις εντός του 21ου αιώνα που θα πραγματοποιήσουν το μεγαλεπήβολο σχέδιο του ισλαμιστή υπουργού των Εξωτερικών Αχμέτ Νταβούτογλου έτσι όπως περιλαμβάνεται στο βασικό του σύγγραμμα «Στρατηγική Βάθους» για την Τουρκία (που κυκλοφόρησε αμέσως μετά την έκδοση της Rand Corporation που αναφέραμε), εννοώντας ως «βάθος» τρεις ηπείρους, την πολιτική των οποίων θα καθορίζει η Τουρκία εκτείνουσα σ' αυτούς τον ζωτικό της χώρο, την Ευρώπη, την Ασία και την Αφρική (ή κατ' αυτόν μίας και μόνης, της Ευρασιαφικής!). Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό καλλιεργείται ο τουρκικός μεγαλοϊδεατισμός από την Τουρκία, ώστε θορυβήθηκαν και αυτοί που είχαν την αρχική έμπνευση αναβάθμισής της.

Τα ψυχολογικά προβλήματα των Ελλήνων και πώς θα τα λύσουμε

Αρχές τις δεκαετίας του 1990 συμβαίνουν ενδιαφέρουσες εξελίξεις στην Ελλάδα και τη γειτονική της Γιουγκοσλαβία, η οποία καταρρέει και διαλύεται κατά τρόπο που αναδεικνύει το Μακεδονικό ως μείζον πρόβλημα των εξωτερικών σχέσεων της χώρας. Παρά τις αλλαγές αυτές, οι σχέσεις με την Τουρκία φαινομενικά παραμένουν οι ίδιες, δεδομένου ότι στην Κύπρο δεν αποσύρονται τα στρατεύματα κατοχής και δεν διαγράφεται στον ορίζοντα καμιά λύση. Στο Αιγαίο δεν αίρεται το casus belli από την τουρκική εθνοσυνέλευση και οι αιτιάσεις για το FIR Αθηνών παραμένουν οι ίδιες και επαυξάνονται, δεδομένου ότι οι παραβιάσεις του εναέριου χώρου του Αιγαίου από τα τουρκικά μαχητικά αεροσκάφη κλιμακώνονται. Και τότε στον τουρκικό Τύπο, συγκεκριμένα στην «Cumhuriyet» που απηχεί τις απόψεις του κεμαλικού κατεστημένου (τόσο στις ένοπλες δυνάμεις, όσο και στο τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών), από τα ψιλά μιας συνέντευξης εμπειρογνώμονος σε θέματα στρατηγικής, ο οποίος υπηρετεί σε κέντρο ερευνών αρμοδιότητας της πολεμικής αεροπορίας (δηλαδή το αντίστοιχο της Rand Corporation), στην κ. Leyla Tavsanoglu, με θέμα τη στρατηγική θέση της Τουρκίας κατά τον επί θύραις 21ο αιώνα, πληροφορούμαστε κατάπληκτοι ότι δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα που να προκύπτει από τις ελληνοτουρκικές σχέσεις δεδομένου ότι η Ελλάδα έχει δεχθεί ανεπίσημα τις περισσότερες τουρκικές αιτιάσεις ή δείχνει προθυμία να τις δεχθεί. Επιπροσθέτως όμως μαθαίνουμε πως ξένοι (προφανώς αμερικανοί) ειδήμονες οι οποίοι μελέτησαν την ελληνοτουρκική διαμάχη κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα αίτιά της (ιδιαίτερα για την ελληνική πλευρά) είναι ψυχολογικά, ώστε να επιβάλλεται η «θεραπεία» αυτής της ψυχολογικής παθογένειας. Προς τον σκοπό αυτό μαθαίνουμε από την ίδια συνέντευξη εργάζονται (δηλαδή από το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990) σε αμφότερες τις πλευρές κοινωνικοί ψυχολόγοι, παιδαγωγοί, ιστορικοί, καθηγητές πανεπιστημίων, δημοσιογράφοι, διαμορφωτές της κοινής γνώμης, αλλά και παράγοντες του οικονομικού βίου, επιχειρηματίες, προκειμένου να επιλύσουν τα ψυχολογικά προβλήματα κυρίως των Ελλήνων. Το ότι προέχουν στις ελληνοτουρκικές σχέσεις τα ψυχολογικά προβλήματα κυρίως των Ελλήνων και όχι των Τούρκων προκύπτει από το γεγονός ότι με βάση τις εξελίξεις στη διεθνή στρατηγική θέση της Τουρκίας που αναφέραμε η Ελλάδα είναι υποχρεωμένη να αποδεχθεί την κυρίαρχη θέση της Τουρκίας η οποία τη μετατρέπει σε απλό δορυφόρο της. Η αντίθετη κατάσταση ίσχυε τον Αύγουστο του 1964 με αφορμή το Κυπριακό. Ήταν νωπή η επιστολή του Προέδρου Τζόνσον προς τον Ισμέτ Ίνονου, που ηγούνταν κυβέρνησης συνασπισμού, με την οποία τον απέτρεπε να επέμβει στρατιωτικά την Κύπρο, ενώ στη Μεγαλόνησο η κατάσταση ελεγχόταν απολύτως από την ελληνική πλευρά. Τον Αύγουστο του ίδιου χρόνου στην Άγκυρα, όπου είχα εσπευσμένως μεταβεί για υπόθεση της οικογένειάς μου, σε προσωπικές συναντήσεις μου με δύο υπουργούς, τον υπουργό Τουρισμού και Τύπου Αλή Ίχσαν Γκιογούς, και τον υπουργό των Εσωτερικών Ορχάν Όζτρακ, μου δηλώθηκε απερίφραστα ότι δεν θα είχαν αντίρρηση να πραγματοποιηθεί η Ένωση, αρκεί να μη δημιουργούνταν «ψυχολογικό πρόβλημα» στην τουρκική κοινωνία ή πως θα έπρεπε να βρεθούν κινήσεις που θα καταλάγιαζαν αυτό το «ψυχολογικό άλγος». Με αυτήν τη δικαιολογία η Τουρκία είχε τότε βομβαρδίσει την Κύπρο και είχε αποφασίσει τη μαζική απέλαση των ελλήνων υπηκόων (και των οικογενειών τους) από την Κωνσταντινούπολη, εξαπολύοντας ταυτόχρονα απηνείς διωγμούς στην Ίμβρο και την Τένεδο. Ατυχώς οι ηγεσίες ειδικά της Κύπρου δεν ήταν σε θέση να επωφεληθούν από τις επικρατούσες τότε συνθήκες, με αποτέλεσμα να φθάσουμε στη σημερινή κατάσταση.

Τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι «ειδήμονες» για το ψυχολογικό πρόβλημα των Ελλήνων έναντι των Τούρκων ακολουθεί μια σειρά από παρεμφερείς «διαπιστώσεις» οι οποίες εφαρμόστηκαν έκτοτε και οι οποίες συνεχίζονται έκτοτε να ισχύουν παρασύροντας ανάλογες εφαρμογές (ή «κοινωνικές κατασκευές») στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες.

(Το δεύτερο μέρος θα δημοσιευθεί στο επόμενο φύλλο)

Αναδημοσίευση από Το Παρόν - Ημερομηνία δημοσίευσης: 06-12-09

Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2009

Άλλο "εξηγώ", άλλο "κατανοώ" κι άλλο "γνωρίζω" κ. Νανόπουλε

E-mail Εκτύπωση PDF

του Γιάννη Δ. Ιωαννίδη

Το αντίθετο της αλήθειας είναι η διαύγεια, Νιλς Μπορ

Παρακολούθησα προχτές μια τηλεοπτική συζήτηση στη ΝΕΤ μεταξύ τού Επιστήμονος κου Νανόπουλου και τής "ηδυμιγούς χαμούρας" (Κώστας Ζουράρις) κας Φλέσσα. Ο Επιστήμων επαναλάμβανε τις γνωστές πεποιθήσεις του: τα πάντα στον άνθρωπο είναι ηλεκτροχημικές διεργασίες και εξηγούνται πλήρως μέσω αυτών` η πίστη είναι ίδιον τών ανασφαλών` οι "έξυπνοι" δεν πιστεύουν σε τίποτε (και δυστυχώς οι περισσότεροι άνθρωποι δεν είναι "εξυπνοι")`

χάρη στα φωτόνια γνωρίζουμε πλέον την ιστορία τού σύμπαντος από τα 380.000 χρόνια τής εμφανίσεώς του κι έπειτα` αλλά χάρη στα βαρυόνια και τα νετρίνα θα σπάσουμε αυτό το φράγμα και θα φτάσουμε έως το σημείο "μηδέν"` η κοινωνία αμοίβει τούς επιστήμονες για να ερευνούν και να λένε πάντα την αλήθεια, κ.τ.τ.

Ως συνήθως, ο Επιστήμων στήριζε και υποστήριζε το ασφαλές και το αληθές τών λόγων του στην αναγωγική εξήγηση: τα δάκρυα εξηγούνται αναγόμενα στις τάδε ηλεκτροχημικές διεργασίες` η θλίψη εξηγείται αναγόμενη στις δείνα φυσικοχημικές διεργασίες, κ.ο.κ.

Δεν προτίθεμαι βέβαια να αρνηθώ την ύπαρξη όλων αυτών τών ηλεκτροχημικών ή άλλων ανάλογων διεργασιών, που εντοπίζει η Επιστήμη. Εκείνο που, όχι μόνο προτίθεμαι να αρνηθώ αλλά και απορρίπτω πλήρως είναι το σφάλμα ορισμένων επιστημόνων, όπως ο κ. Νανόπουλος, να μπερδεύουν την αναγωγική εξήγηση με την κατανόηση και τη γνώση. Εκείνο που απορρίπτω πλήρως είναι το σφάλμα αυτών τών επιστημόνων να φαντάζονται οτι κατανοούν και γνωρίζουν π.χ. τι εστί θλίψη ανάγοντάς την στις ηλεκτροχημικές εξηγήσεις.

Η εξήγηση γενικά, και η αναγωγική εξήγηση ειδικά, αποτελούν ένα μέρος τού γνωρίζειν. Η κατανόηση αποτελεί ένα άλλο μέρος του. Όποιος τα μπερδεύει, νομίζοντας οτι έχει κατανοήσει και γνωρίζει ένα οποιοδήποτε φαινόμενο (πόσο μάλλον τα ανθρώπινα) επειδή μπορεί να παραθέσει μια σειρά αναγωγικών εξηγήσεων επ' αυτού, σφάλλει οικτρά. Κι όταν αυτός είναι Επιστήμων, δηλαδή ερευνητής τής επιστημονικής αλήθειας, τότε απλώς επιβεβαιώνει τον Νιλς Μπορ: κέρδισε τις αλήθειες του χάνοντας σε διαύγεια.

Ας αφήσω όμως εδώ να μιλήσει ο Άσγκερ Γιόρν:

Καθαρή γνώση είναι η εξακρίβωση ενός γεγονότος μαζί με την ερμηνεία αυτού του γεγονότος ως μοναδικού σκοπού. Οι ερμηνείες είναι διακρίσεις, αφαιρέσεις. Απεναντίας η κατανόηση ενός γεγονότος είναι υπόρρητη, συνθετική. Δεν είναι μόνο μια αντίληψη αλλά η προσαρμογή του εγώ σε μια νέα κατάσταση. Χρειάζεται να κατανοήσουμε πριν μπορέσουμε να εξηγήσουμε. «Εξηγώ» σημαίνει «φτύνω μια μπουκιά». «Κατανοώ» σημαίνει την «καταπίνω». Υπάρχουν μπουκιές που τις φτύνουμε πριν τις καταπιούμε, αφού απλά τις γλεντήσουμε. Υπάρχουν μπουκιές που μπορούμε να τις χωνέψουμε, που μεταμορφώνουν το είναι μας, άλλες που απλώς τις κατεβάζουμε, κι άλλες που μάς σκοτώνουν [...] Η κατανόηση είναι μια πράξη ισχύος. Η εξήγηση είναι μια πράξη απόρριψης. ΄Ετσι η κατανόηση είναι μια ικανότητα, μια τέχνη. Κατανοώ σημαίνει, εμπεριέχω, υποκειμενοποιώ - εφόσον μιλάμε για την ικανότητα περιεκτικότητας του πνεύματος, του εγκεφάλου, που είναι τα σπλάχνα τής σκέψης (Περί Μορφής.Σκιαγραφία μιάς μεθοδολογίας τών τεχνών,1953-1957, στα ελληνικά εκδόσεις Νησίδες, 2002).

Με άλλα λόγια, η γνώση δεν εξαντλείται ούτε στην κατανόηση (όπως υποστηρίζουν οι λάτρεις τού "βιώματος") ούτε στην εξήγηση (όπως υποστηρίζουν οι λάτρεις τής "επιστήμης"). Γνώση είναι το παιχνίδι τής συμπληρωματικής αντίθεσης μεταξύ κατανόησης και εξήγησης. Το συναμφότερον κατανόησης και εξήγησης.

Οι αναγωγικές εξηγήσεις τού κ. Νανόπουλου λοιπόν, και τών επιστημόνων αυτού τού είδους, δεν συνιστούν γνώση. Και ό,τι κέρδος μάς προσκομίζουν στο επίπεδο τών επιστημονικών αληθειών, συνιστά απώλεια σε ό,τι αφορά τη διαύγεια. Μια τραγική απώλεια στην περίπτωση που δεν καταλαβαίνει κανείς το παιχνίδι τής γνώσης!

*

Η απώλεια αυτή γίνεται ακόμη τραγικότερη όταν το έδαφος και η μεθοδολογία τού εξηγητικού λόγου είναι, όπως στην περίπτωση τού κ. Νανόπουλου (και τού Μαρξ!), ο αναγωγισμός.

Τι εστί αναγωγισμός; Είναι η τάση, η οποία συνίσταται στην εξαγωγή τού ανώτερου από το κατώτερο, τού πλέον σύνθετου από το απλούστερο, θεωρώντας ως πραγματικά και θεμελιωδέστερα μόνο τα απλούστερα συστατικά. Για παράδειγμα, τα φαινόμενα τής συνείδησης ανάγονται στις ηλεκτροχημικές διεργασίες τού εγκεφάλου (Νανόπουλος), τα κοινωνικά φαινόμενα και γεγονότα ανάγονται στην ικανοποίηση τών υλικών αναγκών τού ανθρώπου (Μαρξ).

Ας αφήσω εδώ να μιλήσει ο Ζαν-Πιέρ Βουαγιέ:

Ο αναγωγισμός δικαιολογείται πλήρως στις επιστήμες της φύσης αλλά δεν δικαιολογείται καθόλου σε ό,τι αφορά τη μελέτη της ίδιας της ανθρωπότητας. Οι επιστήμες της φύσης δεν θα υπήρχαν χωρίς τον αναγωγισμό. Δεν θα υπήρχε καμιά εφαρμογή τους, ούτε ο ηλεκτρισμός, ούτε η ατομική βόμβα, ούτε οι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί, κλπ. Μπορούμε να πούμε πως ο αναγωγισμός είναι η αξιωματική Αρχή αυτών των επιστημών. Η απάντηση του Λαπλάς στον Ναπολέοντα («ο Θεός είναι μια άχρηστη υπόθεση») το αποδεικνύει περίτρανα. Δεν μπορούμε όμως να βγάλουμε από τη μέση το Θεό όταν ισχυριζόμαστε πως μελετάμε την ίδια την ανθρωπότητα και όχι απλώς τη μηχανική των ουρανίων σωμάτων (Ο σκοπός μου στη ζωή).

H πεποίθηση τού κ. Νανόπουλου οτι η πίστη γενικώς εξηγείται, και μάλιστα πλήρως, σαν ψυχολογικό αποτέλεσμα τού φόβου τών πρωτόγονων ανθρώπων λ.χ. για τούς κεραυνούς -- δηλαδή ως ένα έλλειμα αναγωγικής εξήγησης (από το οποίο βέβαια πρέπει να πάσχουν, κατά τον Επιστήμονα, όλοι οι μη-"έξυπνοι" άνθρωποι από καταβολής κόσμου έως και σήμερα) -- δεν είναι καθόλου καινοφανής. Το ίδιο πίστευε και ο, αναγωγιστής επίσης, Καρλ Μαρξ. Το ίδιο πίστεψαν, πριν από αυτούς, οι Διαφωτιστές και θεωρούν χρέος και κλέος τους να πιστεύουν πάντα όλοι οι "έξυπνοι" επίγονοί τους. Αλλά η πεποίθηση αυτή προέρχεται, η ίδια, από μια τραγική έλλειψη κατανόησης και τελικά γνώσης: τής κατανόησης τής σημασίας τού Νοήματος για την ανθρωπότητα.

Η εφαρμογή, ήδη από τούς Διαφωτιστές, τού αναγωγισμού στη μελέτη τής ανθρωπότητας συντέλεσε μια πρώτη πράξη απονοημάτωσης: τα νοήματα και γενικώς το Νόημα παραμερίστηκαν για να αναχθούν και να εξηγηθούν από απλούστερα συστατικά. Σήμερα, η απονοημάτωση έχει πλέον συντελεσθεί: η αναζήτηση Νοήματος, δηλαδή Πίστης, δηλαδή Εμπιστοσύνης, δηλαδή Ελπίδας, δηλαδή τής "τών ελπιζομένων υπόσταση", θεωρούνται πάραυτα και ανεξέταστα χαρακτηριστικό "ανασφάλειας", "άγνοιας", "έλλειψης αναγωγικών εξηγήσεων" και, οριακά, "εθελοτυφλίας" και "φανατισμού". Απ' όπου άλλωστε και η διαλαλούμενη, και μονίμως αποτυχημένη, ανθρωπιστική πατέντα: "Δώστε ψωμί και γνώσεις στον κοσμάκη για να πάψουν να πιστεύουν και να γίνουν πολιτισμένοι" -- εν ολίγοις, "ικανοποιείστε τις υλικές ανάγκες και τον αναγωγισμό κι όλα θα λυθούν". Λες και στον Κεραύνιο Δία πίστεψαν ορδές πεινασμένων και μη-"έξυπνων" Αθηναίων μεταξύ 6ου και 4ου αιώνα π.Χ. Ή λες και οι χορτασμένοι επιστήμονες και λοιποί "έξυπνοι" ζουν οπωσδήποτε μια ζωή γεμάτη Νόημα.

Να πώς η αλήθεια είναι το αντίθετο τής διαύγειας!

*
Για το τεράστιο σφάλμα τής απόπειρας εφαρμογής τού εξηγητικού αναγωγισμού στη μελέτη τής ανθρωπότητας μίλησε διεξοδικά, μεταξύ άλλων, ο ανθρωπολόγος Marshall Sahlins ήδη από το 1976: το βιβλίο του Πολιτισμός και Πρακτικός Λόγος (εκδόσεις τού Εικοστού Πρώτου, 2004) αρκεί προς το παρόν για όποιον θα ήθελε να αναζητήσει την αλήθεια χωρίς να χάνει σε διαύγεια. Δεν θα πω λοιπόν αυτή τη στιγμή τίποτε περισσότερο επ' αυτού.

Ωστόσο, πριν κλείσω, θέλω να υπογραμμίσω κάτι που είχα επισημάνει παλιότερα. Οτι στις σημερινές συνθήκες γενικευμένης απονοημάτωσης τής ζωής, σαν μόνος "έγκυρος" φορέας που καλείται να παράσχει πίστη κι ελπίδα στην χειμαζόμενη ανθρωπότητα προβάλλει η Επιστήμη. Κι αυτή, μέσω εκπροσώπων της που αδυνατούν να καταλάβουν το παιχνίδι τής Γνώσης και τού Νοήματος, ορμάει πλέον στο προσκήνιο με όλη την επαρμένη αισιοδοξία τού μαθητευόμενου μάγου. Λες και δεν έχει μετάσχει η ίδια, με τον εξηγητικό αναγωγισμό της, στην απονοημάτωση αυτή, την οποία καλείται τώρα αν όχι να λύσει πάντως να ανασχέσει δια τής αναλγητικής οδού τών "τεχνολογικών θαυμάτων".

Ας προσέξουμε όμως τι είναι αυτό που μάς καλούν να κατανοήσουμε, δηλαδή να καταπιούμε, εξηγητικοί τού παντός λόγοι όπως αυτός τού κ. Νανόπουλου. Ας προσέξουμε σε τι μάς καλούν να προσαρμόσουμε τον εαυτό μας, να γίνουμε αυτοί οι λόγοι, προκειμένου να τούς βάλουμε μέσα μας και να τούς χωνέψουμε.

Ο άνθρωπος που "κατανοεί", δηλαδή "καταπίνει", δηλαδή "βάζει μέσα του", την ιδέα οτι λ.χ. οι θλίψεις του και οι χαρές του δεν είναι παρά εφέ ηλεκτροχημικών διεργασιών, είναι ο άνθρωπος-βιορομπότ.

Κι αν η "μετα"νεωτερική εποχή τής Νέας Τάξης Πραγμάτων δεν βλέπει άλλο τρόπο να διαιωνιστεί παρά μετατρέποντας τον άνθρωπο σε βιορομπότ, εμείς οφείλουμε να σκεφτούμε: αυτό θέλουμε να κατανοήσουμε, να καταπιούμε, να προσαρμόσουμε ως εαυτό μας, να βάλουμε μέσα μας, να χωνέψουμε και να γίνουμε;

πηγή: http://www.happyfew.gr

Σάββατο 28 Νοεμβρίου 2009

Ιδεολογίες και εθνική στρατηγική



του Παναγιώτη Κονδύλη
Αναδημοσίευση από το Βήμα (4-1-1998)

Αφότου ήλθε στο προσκήνιο το Κυπριακό ως σήμερα ­ δηλαδή επί μισόν αιώνα ­ όχι λίγες ήττες επεσώρευσε στην Ελλάδα η πανθολογούμενη άλλωστε ανυπαρξία μιας μακροπρόθεσμης εθνικής στρατηγικής αποδεκτής από τον κύριο κορμό του πολιτικού κόσμου και επεξεργασμένης χάρη στη σύμπραξη πολιτικών, διπλωματών στρατιωτικών και επιστημόνων. Εχοντας την εμπειρία τούτη δεν χρειάζεται να διαθέτει κανείς το προφητικό χάρισμα για να προβλέψει ότι στο μέλλον πολλά θα εξαρτηθούν από το αν θα πραγματοποιηθεί τώρα ό,τι δεν έγινε στο παρελθόν. Δύο παράγοντες επέδρασαν, και εξακολουθούν να επιδρούν, αρνητικότατα: η λειτουργία του πολιτικού συστήματος και η εμπλοκή σε ιδεολογήματα. Ο πολιτικός κόσμος δεν βρέθηκε στο ύψος των περιστάσεων όχι μόνον γιατί οι α ή β εκπρόσωποί του έλαβαν συχνά τις α ή β εσφαλμένες αποφάσεις στο α ή β ζήτημα, αλλά και επειδή στο σύνολό του δεν κατάφερε να δημιουργήσει ένα πάγιο και αθόρυβο θεσμικό πλαίσιο ικανό να εξουδετερώνει κατά το δυνατόν τους πειρασμούς κομματικής εκμετάλλευσης των εθνικών θεμάτων. Η ανικανότητα προς αυτοσυγκράτηση είναι κατ’ εξοχήν γνώρισμα εφηβικής ανωριμότητας. Και το γεγονός ότι ο ένας επιρρίπτει την ευθύνη στον άλλον αποδεικνύει απλώς ότι ενέχονται όλοι.

Η επιρροή ιδεολογημάτων σε θέματα εθνικής στρατηγικής ανάγεται γενικότατα στο ότι το νεοελληνικό κρατίδιο αναγκάσθηκε εξ αρχής να αντισταθμίσει την ιστορική του καχεξία με υπεραυτάρεσκους μύθους. Γίναμε έτσι λαός που τέρπεται ....
....παράγοντας λήρους και χορταίνει καταναλίσκοντας ανεμώλια έπη. Η αιτιολογία όμως δεν αποτελεί δικαιολογία, ούτε ενδείκνυται ως πραξεολογία. Αντίθετα: επιβιώνει όποιος αντιστέκεται στους ίδιους του τους μύθους και καταποντίζεται όποιος τους πιστεύει μέχρις εσχάτων. Στη σημερινή συγκυρία, δύο αντιτιθέμενα ιδεολογήματα παρακωλύουν, κοντά στη λειτουργία του πολιτικού συστήματος, την κατάστρωση και την εφαρμογή μιας νηφάλιας εθνικής στρατηγικής: ασαφή και αποδυναμούμενα στοιχεία ενός γηγενούς εθνικισμού και εξίσου ασαφή, αλλά ενισχυόμενα αναμασήματα ενός ξενόφερτου ειρηνισμού και οικουμενισμού. Οι εθνικιστικές απόψεις, των οποίων η επικράτηση σε διάφορες φάσεις του Κυπριακού και του Μακεδονικού έβλαψε ουσιαστικά τη χώρα, τείνουν π.χ. να εξηγούν τη διαμάχη Ελλάδας και Τουρκίας με το ιστορικό παρελθόν και με φυλετικούς ή πολιτισμικούς παράγοντες, αποδίδοντας τη συμπεριφορά της δεύτερης στον «ασιατικό» και «βάρβαρο» χαρακτήρα της, τον οποίο αντιπαραθέτουν στον «ελληνικό πολιτισμό» και στην «τρισχιλιετή ιστορία» του. Αρκεί μια υπόθεση για να δούμε πόσο αστήρικτα είναι όλα αυτά. Αν η ομόδοξή μας Σερβία είχε 60 εκατ. κατοίκους και ηγεμόνευε στα Βαλκάνια, ζητώντας να κατεβεί στη Θεσσαλονίκη, και η Τουρκία είχε 20 ή 30 εκατ. κατοίκους και αισθανόταν να απειλείται εξίσου από τη σερβική επέκταση, τότε η Ελλάδα και η Τουρκία θα ήσαν εγκάρδιοι φίλοι και σύμμαχοι. Οι γεωπολιτικές παράμετροι και τα εθνικά συμφέροντα καθορίζουν την εξωτερική πολιτική ­ όχι το παρελθόν, ούτε η φυλή και ο πολιτισμός. Η φυλετική και πολιτισμική υποτίμηση της Τουρκίας ενέχει τον κίνδυνο της στρατηγικής της υποτίμησης, αφού συνεπάγεται ότι η δήθεν ανώτερη ελληνική ποιότητα μπορεί να εξουδετερώσει την τουρκική ποσότητα· είναι βέβαια γνωστό πώς τιμωρείται η στρατηγική υποτίμηση του αντιπάλου όταν, π.χ., παρασύρει στην κήρυξη ενός πολέμου. Η αύξουσα γενική υπεροχή της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχει εξαναγκάσει την εθνικιστική υπεροψία πολλών Ελλήνων να χαμηλώσει αισθητά τους τόνους της. Ωστόσο στο σύνολό της η ελληνική πλευρά δεν έχει ακόμη συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τις συνέπειες της πληθυσμιακής και οικονομικής ανόδου της Τουρκίας, και μάλιστα της βαθμιαίας μετατροπής της σε βιομηχανική δύναμη.

Οι ειρηνιστές και οικουμενιστές ή «ευρωπαϊστές» έχουν τον δικό τους τρόπο για να παρακάμπτουν τις οδυνηρές πραγματικότητες και την ψύχραιμη στρατηγική τους ανάλυση. Οι ίδιοι φαντάζονται ότι είναι πιο ρεαλιστές, αφού ξεπέρασαν τους «εθνικούς αταβισμούς» και συμπορεύονται με τη νέα παγκόσμια κατάσταση, όπου τάχα το εμπόριο και ο διάλογος θα αντικαταστήσουν τον πόλεμο. Οι θέσεις όμως αυτές διόλου δεν είναι ρεαλιστικότερες από τις πομφόλυγες του εθνικισμού, συνιστούν απλώς την αντίστροφη ιδεολογία, και μάλιστα μιαν ιδεολογία διόλου πρωτότυπη, αφού δεν περιέχει παρά κοινοτοπίες του καπιταλιστικού φιλελευθερισμού διατυπωμένες πριν από 300 χρόνια και διαψευσμένες επανειλημμένα έκτοτε. Οντας ιδεολογία, εκπληρώνουν και τις ψυχολογικές λειτουργίες της ιδεολογίας, δηλαδή επιτρέπουν σε «προοδευτικούς» διανοούμενους ελαφρών βαρών και σε αστείους δημοσιογραφίσκους να αναβαθμίζουν το μικρό τους εγώ εμφανιζόμενοι ως εκπρόσωποι υψηλών ιδεωδών· συνάμα υποθάλπουν σε μικρομεσαίους πολιτικούς την ανακουφιστική ψευδαίσθηση ότι μπορούν να συρρικνώσουν την πολιτική σε διαχείριση και διάλογο, αποτινάζοντας από τους ισχνούς ώμους τους το βάρος έσχατων ιστορικών ευθυνών. Τέτοιοι διανοούμενοι και τέτοιοι πολιτικοί επιχειρηματολογούν σε ζητήματα εθνικής στρατηγικής κάνοντας το μοιραίο λάθος να προεξοφλούν γενικότερες εξελίξεις που διόλου δεν είναι βέβαιες και που, έστω και αν ευοδωθούν, βρίσκονται ακόμη στην αρχή τους και επιφυλάσσουν πολλά απρόοπτα. Μιλούν και πράττουν, λοιπόν, σαν να υπήρχε ήδη μια ενιαία Ευρώπη, σαν να υπήρχε ήδη ένας ενιαίος κόσμος και σαν να μην ήταν δυνατόν να αντιστραφούν οι τάσεις· ιδιαίτερα ως προς την ενιαία Ευρώπη σφάλλουν ταυτίζοντας προκαταβολικά τα συμφέροντά της με τα συμφέροντα των Ελλήνων. Οταν προεξοφλούνται αισιόδοξα οι γενικότερες εξελίξεις, τότε οι στρατηγικές συζητήσεις δεν μπορούν να προχωρήσουν σε βάθος. Γι’ αυτό και πλείστοι όσοι ειρηνιστές και οικουμενιστές εκφράζουν ανοιχτά την εχθρότητά τους απέναντι σε τέτοιες συζητήσεις, ιδίως όταν υπεισέρχονται σε στρατιωτικά θέματα και πολεμικά ενδεχόμενα. Νομίζουν ότι λύνουν προβλήματα μόνο και μόνο επειδή εκστρατεύουν εναντίον του «εθνικιστικού φανατισμού». Η συχνότατα όμως μισαλλόδοξη συμπεριφορά τους αποδεικνύει για μιαν επιπλέον φορά ότι ο φανατισμός εναντίον του φανατισμού μπορεί να είναι ακόμη πιο στενοκέφαλος από τον απλό φανατισμό.

Καμία ουσιαστική στρατηγική συζήτηση δεν είναι δυνατή αν δεν αφήσει στην άκρη τόσο τα εθνικιστικά όσο και τα ειρηνιστικά ιδεολογήματα· στόχος της είναι ακριβώς η υπέρβασή τους. Η εθνική στρατηγική δεν είναι ούτε «δεξιά», ούτε «αριστερή», ούτε «εθνικιστική», ούτε «διεθνιστική». Είναι τα πάντα, ανάλογα με τις επιταγές της συγκεκριμένης κατάστασης. Αλίμονο στη χώρα και στην πολιτική της ηγεσία αν ερμηνεύει τη συγκεκριμένη κατάσταση με βάση «δεξιές» ή «αριστερές» προτιμήσεις, αντί να προσαρμόζει τις προτιμήσεις στην κατά το δυνατόν ψυχρή ερμηνεία της συγκεκριμένης κατάστασης. Κάθε εθνική στρατηγική, εφόσον περιορίζεται στον σχεδιασμό των εκάστοτε επιθυμητών εξελίξεων, είναι καταδικασμένη σε μονομέρεια και δυσκαμψία, δηλαδή σε πρακτικό αδιέξοδο. Λόγος της ύπαρξής της είναι η κάλυψη όλων των ενδεχομένων, των περισσότερο και των λιγότερο πιθανών, των περισσότερο και των λιγότερο ευχάριστων. Και το φάσμα των ενδεχομένων το καταγράφει η υπεύθυνη ηγεσία ακούγοντας χωρίς προκαταλήψεις όλο το φάσμα των απόψεων και των προτάσεων, από οποιονδήποτε και αν προέρχονται. Οπως διάφοροι «ελληνοκεντρικοί» οφείλουν να μάθουν ότι η «Δύση» δεν είναι μόνον η «τεχνική» και η «λατρεία της ύλης», στην οποία αυτή αντιτάσσουν με υπεραπλουστευτική ευκολία το «πνεύμα» και την «ψυχή» της «ορθόδοξης Ανατολής», έτσι και όσοι επείγονται να «εξευρωπαϊσθούν» καλά θα έκαναν να μην αυταπατώνται ταυτίζοντας τη Δύση με τη δυτική προπαγάνδα («ορθολογισμός», «διάλογος», «ανθρώπινα δικαιώματα» κτλ. κτλ.). Θα ωφελούσαν την Ελλάδα περισσότερο αν, π.χ., μιμούνταν τον τρόπο με τον οποίο διεξάγονται οι στρατηγικές συζητήσεις στη Γαλλία, στην Αγγλία ή στις ΗΠΑ. Τα πάντα, ακόμη και τα πιο απίθανα σενάρια πολέμου, γίνονται εδώ αντικείμενο εξέτασης και στάθμισης, και το κύριο μέλημα των αναλυτών δεν είναι να εκφράσουν τα ιδεολογικά τους γούστα (λες και δεν υπάρχει σοβαρότερο πράγμα στον κόσμο από αυτά), παρά να εξονυχίσουν δεδομένα και δυνατότητες προκειμένου να διευκολύνουν την υπεύθυνη ηγεσία στο έργο της. Η προσπάθεια επιβολής ιδεολογικής λογοκρισίας στις στρατηγικές συζητήσεις, όσο και αν καλύπτεται πίσω από υψιπετείς ηθικολογίες, δεν αποτελεί μόνον ένδειξη πνευματικού επαρχιωτισμού. Προπαντός βλάπτει τον τόπο.

Υπάρχουν αντικειμενικοί λόγοι για τους οποίους η εθνική μας στρατηγική είναι σήμερα υποχρεωμένη να έχει προ οφθαλμών ένα ευρύτατο φάσμα πιθανών εξελίξεων, που αρχίζει από τον συμβιβασμό, έστω και με απώλειες, και τελειώνει στον πόλεμο. Αναφέρομαι ιδιαίτερα στις σχέσεις με την Τουρκία. Η διαφορά του γεωπολιτικού δυναμικού ανάμεσα στις δύο χώρες αυξάνεται συνεχώς υπέρ της Τουρκίας, και σε 20-30 χρόνια θα είναι αβάσταχτη για την ελληνική πλευρά. Στην προοπτική αυτή μου φαίνεται προφανές ότι ένας συμβιβασμός θα αποτελούσε για την Ελλάδα το μικρότερο κακό, ακόμη και αν παραχωρούσε κάτι από ό,τι θεωρεί αυτή τη στιγμή κυριαρχικό της δικαίωμα. Ασφαλώς οι εθνικιστές θα αγανακτήσουν με μια τέτοια σκέψη, οφείλουν όμως να αναλογισθούν δύο πράγματα: ότι αργότερα η διαπραγματευτική θέση της χώρας θα είναι χειρότερη και ότι οι ολιγωρίες ή τα σφάλματα των περασμένων δεκαετιών έχουν το πικρό τους τίμημα. Αυτά όμως διόλου δεν σημαίνουν ότι οι ειρηνιστές δικαιούνται να θριαμβολογούν εκ των προτέρων. Γιατί για να συναφθεί ένας τέτοιος συμβιβασμός απαιτείται η βεβαιότητα ότι αυτός θα είναι τελειωτικός, ότι δηλαδή η άλλη πλευρά δεν θα τον χρησιμοποιήσει ως εφαλτήριο νέων αξιώσεων, οπότε σε λίγα χρόνια ή λίγους μήνες θα επιδεινωνόταν η κατάσταση σε σχέση με πριν. Οσοι προτείνουν σήμερα διάφορους συμβιβασμούς έχουν υπό γενικότατη έννοια δίκιο με βάση τα μακροπολιτικά δεδομένα (αν και οι ίδιοι λιγότερο σκέφτονται αυτά τα τελευταία και περισσότερο ελαύνονται από την επιθυμία να φανούν «πολιτισμένοι» άνθρωποι), κανείς τους όμως δεν μπορεί να εγγυηθεί πολιτικά τη βιωσιμότητα του συμβιβασμού. Και κάτι ακόμη παραβλέπουν οι ειρηνιστές: καθώς θεωρούν αφελώς τον συμβιβασμό υπαγόρευση της «λογικής» και της «ηθικής» και όχι ενός άτεγκτου συσχετισμού δυνάμεων, υποτιμούν τη σημασία της στρατιωτικής – αποτρεπτικής ισχύος ακριβώς για τη σύναψη ενός ευπρεπούς συμβιβασμού. Και οι εθνικιστές όμως, οι πατριώτες κτλ., που δεν κάνουν το λάθος να υποτιμούν την αποτρεπτική ισχύ, διέπραξαν για λόγους κομματικής ψηφοθηρίας κάτι εξαιρετικά επιζήμιο: ενίσχυσαν επί δύο δεκαετίες την οικονομική πολιτική του παρασιτικού καταναλωτισμού, με αποτέλεσμα τη γενικότερη εξάρτηση της δανειοτρεφούς χώρας και την υπονόμευση της αμυντικής της προσπάθειας. Ετσι, αν οι πρώτοι ωραιοποιούν τη σημερινή αδυναμία της Ελλάδας με ειρηνιστικά και αντιεθνικιστικά προπετάσματα, οι δεύτεροι, υποκύπτοντας στη λογική των πελατειακών σχέσεων και διαιωνίζοντας τις δυσλειτουργίες του πολιτικού συστήματος, αφαιρούν το ουσιαστικό περιεχόμενο από τις θέσεις τους. Και όπως οι δεύτεροι οφείλουν να κατανοήσουν έμπρακτα, και όχι απλώς ρητορικά, ότι μόνον η εκλογίκευση της οικονομίας σε παραγωγική βάση, δηλαδή η εξοικονόμηση και επένδυση πόρων χάρη στην υπέρβαση του παρασιτικού καταναλωτισμού και του πελατειακού συστήματος, μπορεί να στηρίξει την άμυνα της χώρας, έτσι και οι πρώτοι, όταν αντιτάσσονται με πάθος ιεροκηρύκων στα εξοπλιστικά προγράμματα, οφείλουν να αντιληφθούν ότι είναι πρακτικά το ίδιο είτε έχεις ένοπλες δυνάμεις με ανεπαρκή και απαρχαιωμένο οπλισμό είτε δεν έχεις καθόλου. Αν οι ειρηνιστές ήσαν συνεπείς, θα έπρεπε να ζητούν ρητά τη διάλυση των ενόπλων δυνάμεων, αφού έτσι κι αλλιώς αποκλείουν τον πόλεμο και πιστεύουν στην παντοδυναμία του «διαλόγου μεταξύ λογικών ανθρώπων». Είναι προφανές γιατί δεν τολμούν να το κάμουν: ακόμη και οι ηθικολόγοι φοβούνται τις λεμονόκουπες. Σε μια πραγματιστική αντίληψη, οι ένοπλες δυνάμεις μπορεί να είναι τόσο μέσο ειρήνης, δηλαδή αποτροπής, όσο και μέσο πολέμου. Μακάρι να είναι το πρώτο. Αλλά, είτε είναι το πρώτο είτε είναι το δεύτερο, απαιτείται η ίδια αρτιότητα. Και αρτιότητα δεν σημαίνει, όπως φαντάζονται πολλοί, να ξοδεύεις και να κατέχεις όσα ο αντίπαλος. Σημαίνει την ικανότητα ενός αποφασιστικού πλήγματος, έστω και από τη θέση του ασθενεστέρου. Μόνον όποιος διαθέτει την ικανότητα αυτή δεν φοβάται τον διάλογο σήμερα και δεν θα φοβηθεί αύριο να προχωρήσει σε διεθνώς εγγυημένους και πάγιους συμβιβασμούς. Αντίθετα, όσο πιο αδύνατος είναι κανείς τόσο περισσότερο πανικοβάλλεται στην ιδέα αδήριτων συμβιβασμών, φοβούμενος, και δίκαια, ότι αυτή θα είναι η αρχή του τέλους.

Τα παραπάνω δεν εισηγούνται κάποια λύση, αλλά ένα πλαίσιο και μια διαδικασία για την εύρεσή της. Επαναλαμβάνω: η χώρα μας βρίσκεται σήμερα μπροστά σε ένα ευρύ φάσμα ενδεχομένων, και το νόημα μιας στρατηγικής συζήτησης είναι η στάθμιση όλων των υπέρ και των κατά, με γνώμονα τη συγκεκριμένη κατάσταση και όχι «εθνικιστικές» ή «ειρηνιστικές» συμπάθειες. Θέλησα να δείξω, με όση συντομία επέβαλλε ο διαθέσιμος χώρος, ότι και τα δύο αυτά ιδεολογήματα ενέχουν αντιφάσεις και εσφαλμένες ερμηνείες. Το χειρότερο που θα μπορούσε να πάθει σήμερα ο τόπος θα ήταν να υποκαταστήσει τη σοβαρή στρατηγική συζήτηση με αντεγκλήσεις μεταξύ εθνικιστών και ειρηνιστών ή «ευρωπαϊστών», με κυνήγι μαγισσών και με πνευματική τρομοκρατία προς τη μία ή την άλλη κατεύθυνση. Φοβούμαι όμως εντονότατα ότι αυτό ακριβώς θα συμβεί. Γιατί όπως ο Κύριος μωραίνει ον βούλεται απολέσαι, έτσι και ένας λαός χάνει την ικανότητα της στρατηγικής σκέψης ακριβώς όταν τη χρειάζεται περισσότερο.

αναδημοσίευση απο τόν Ακρίτα

Σάββατο 14 Νοεμβρίου 2009

Εκδήλωση γιά τον Νεοθωμανισμό, απο το "βιβλιοπωλείο χωρίς όνομα"



Την Τετάρτη 18 Νοεμβρίου στις 19:30 ο Γιώργος Καραμπελιάς, ο Νεοκλής Σαρρής και ο Σταύρος Λυγερός θα συμμετάσχουν στην συζήτηση με θέμα “o Νεοθωμανισμός και η σύγχρονη Ελλάδα”. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στο πνευματικό κέντρο “Σήμαντρο” (Ελευθ. Βενιζέλου 59 Α) στον Χολαργό.

Κυριακή 1 Νοεμβρίου 2009

Η ιλιαδορωμέηκη πολιτική επιστήμη στον Μακρυγιάννη

Θεόδωρος Ι. Ζιάκας

(Εισαγωγή στο δοκίμιο του Κώστα Ζουράρι για τον Μακρυγιάννη με τίτλο: Να την χέσω τέτοια λευτεριά, οπού θα κάμω εγώ εσένα πασιά! Και υπότιτλο: ώ μέγ’ αναιδές, κυνώπα, κερδαλεόφρον!)

Κώστας Γ. Ζουράρις - Να την χέσω τέτοια λευτεριά, οπού θα κάμω εγώ εσένα πασιά!

Δεν θα σας μιλήσω για τον Κώστα Ζουράρι ως αγαπητό Φίλο. Ούτε για τον Ζουράρι - τηλεοπτικό προβοκάτορα. Ούτε βέβαια για τον Ζουράρι – Δον Κιχώτη της τρέχουσας πολιτικής. Που τελευταία εξεστράτευσε μαζί με τον Παπαθεμελή εναντίον των πολιτικών μας ανεμομύλων.

Θα σας μιλήσω για τον Ζουράρι επιστήμονα. Γιατί αυτό που πριν απ’ όλα υπολήπτομαι στον Ζουράρι είναι η επιστημοσύνη του. Η ρωμέηκη επιστημοσύνη που την γνώρισα από τα επιστημονικά του συγγράμματα: τη Θεοείδεια παρακατιανή, τα Άθλια Άθλα Θέμεθλα, το Νυν αιωρούμαι και τώρα το δοκίμιό του για τον Μακρυγιάννη.

Πριν έρθω στο επιστημονικό αντικείμενο ας αναφερθώ πρώτα στον τόπο και το χρόνο του θέματος.

Το παρόν είναι ένα βιβλίο για τον Μακρυγιάννη. Τον Μακρυγιάννη που μας τον αποκάλυψε η Γενιά του '30. Όταν η λογοτεχνική και καλλιτεχνική αυτή γενιά έψαχνε για την ταυτότητα του Τόπου της. –Όπως έκανε κι όλος ο κόσμος τον Μεσοπόλεμο, όταν είχε καταρρεύσει η τότε «παγκοσμιοποίηση» και αναζητούσε ο καθένας τις δικές του δυνάμεις για να στηριχτεί. Ή αλλιώς: τότε που ήταν η πρώτη μεγάλη υποστροφή της Νεωτερικότητας από τον μοντέρνο ατομικισμό στον μοντέρνο κολεκτιβισμό.

Όλοι οι εκπρόσωποι αυτής της Γενιάς εξαίρουν το φρόνημα του Μακρυγιάννη και προπαντός την εκπληκτική του γλώσσα. Τη γλώσσα του αγράμματου αυτού Ήρωα του ‘21.

Το λαϊκό και το εθνικό, η παράδοση και η δημιουργία, δεν είχαν ακόμη τότε χωρίσει εντελώς τα τσανάκια τους στα μυαλά των μορφωμένων μας. Δεν ήταν όπως συμβαίνει σήμερα που αυτά τα δίπολα κονταροχτυπιούνται μέσα τους και πάνω από το Τίποτα. Σήμερα που η όποια αναφορά στα κείμενα της Γενιάς του 30, είτε για τον Παπαδιαμάντη είτε για τον Μακρυγιάννη, μοιάζουν ακατανόητη οπισθοδρομική εμμονή.

Αλλά μήπως απλώς συνεχίζει κι ο Ζουράρις στο ρυθμό της Γενιάς του 30; Όχι, αν και πολύ την υπολήπτεται αυτή τη Γενιά.

Κάνει κάτι που ποτέ δεν έκανε η Γενιά του ’30. Ούτε κανείς από τους κατοπινούς υμνωδούς της. Κάνει κάτι άλλο, που το έχουμε μάλιστα πολύ ανάγκη σήμερα, που αιωρούμαστε επικίνδυνα πάνω από το Μηδέν: Μας μιλά για την πολιτική σκέψη του Μακρυγιάννη, όπως αυτή αναδύεται ολοζώντανη στα Απομνημονεύματά του.

Είναι δυνατόν να έχει επιστημονική αξία η πολιτική σκέψη του αγράμματου οπλαρχηγού του ‘21;

Μοιάζει παραδοξολογία, αλλά η αλήθεια είναι ότι ο Μακρυγιάννης βάζει κάτω όλους τους προφεσόρους μας, δικούς και ξένους. Αυτό είναι το πρώτο μεγάλο μάθημα από την ανάλυση του Ζουράρι. Όποιος δεν με πιστεύει ας μελετήσει Μακρυγιάννη με τη βοήθεια του Ζουράρι και θα καταλάβει. Ιδού η Ρόδος ιδού και το πήδημα.

Το δεύτερο μεγάλο μάθημα από την ανάλυση του Ζουράρι είναι ότι η επιστημονική σκέψη του Μακρυγιάννη συμπίπτει, παραδόξως, με ό,τι βρίσκουμε στην Ιλιάδα και στον Θουκυδίδη.

Δύο τινά μπορούν να εξηγήσουν το παράδοξο:

Ή ότι ο Μακρυγιάννης ήταν ξεσκολισμένος μελετητής του Ομήρου και του Θουκυδίδη, πράγμα βεβαίως αδύνατο, αφού ήταν εντελώς αγράμματος.

Ή τους βύζαξε με το γάλα της μάνας του, στα πλαίσια του τοπικού του Κοινού. Και απλώς επιμαρτυρεί την επιστήμη της κεντρικής παράδοσης του ελληνικού πολιτισμού, της ενσωματωμένης στην κοινοτική κουλτούρα.

Το δεύτερο βέβαια συμβαίνει. Πράγμα απολύτως φυσιολογικό. Μας φαίνεται παράδοξο επειδή την αγνοούμε πλέον τη σπουδαία αυτή παράδοση. Όπως αγνοούμε και τον πολιτειακό της φορέα αυτής: τα Κοινά των Ελλήνων. Τα Κοινά που ήταν ζωντανά από το 800 π.Χ. μέχρι το 1833, που τα καταργήσαμε για να επιβιβαστούμε κακήν κακώς στο πολιτισμικό διαστημόπλοιο της Νεωτερικότητας.

Επειδή είναι Κοινός ο Λόγος, λέει ο Ηράκλειτος, ζουν οι μέτοχοί του ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν. Ως πολίτης/οπλίτης/οπλαρχηγός του Κοινού μετέχει στον Λόγο του. Και μεταβάλλεται, ο εντελώς αγράμματος, σε έναν από τους πιο μορφωμένους του καιρού του, κατά τη σημαδιακή διατύπωση του Σεφέρη.

Κάτι παραπάνω: Ο Μακρυγιάννης είναι και ιδιοφυής κατά χάριν (έχει χάρισμα) προβάλλει στην ελληνική ιστορία σαν η τελευταία κορυφή της μακράς πολιτειολογικής οροσειράς, που ξεκινά με τον Όμηρο, κορυφώνεται με τον Θουκυδίδη και διασχίζει το Βυζάντιο, με ψηλότερη εκεί κορφή τον Πατριάρχη Φώτιο.

Το βιβλίο αναλύει τα επιστημολογικά σχήματα του Μακρυγιάννη, κάνοντας συνεχώς φλας μπακ στην Ιλιάδα, στον Θουκυδίδη και στους Έλληνες Πατέρες: στη νηπτική τους διάκριση και στον αντιμανιχαϊσμό τους. Για να μας αφήσει άναυδους μπρος στις απίστευτες εννοιολογικές συμπτώσεις, που πιστοποιούν όχι κάποιο «θαύμα» ή κρυμμένο «μυστικιστικό νήμα», αλλά την πολύπαθη εθνική συνέχεια των Ελλήνων στο επίπεδο της πολιτικής τους παράδοσης (κουλτούρας και σκέψης).

Είπα στην αρχή ότι μας δίνει κάτι που πολύ μας χρειάζεται. Γιατί:

Διότι, άρθρο πρώτο της ιλιαδορωμέηκης επιστήμης: Το πολιτικό πεδίο είναι χαοτικό, ασταθές και ρευστό, γεμάτο αόρατες δίνες -ή «μαύρες τρύπες» επί το νεωτερικότερον. Που άμα πέσεις μέσα δεν ματαφαίνεσαι. Έχουσι γαρ ταραγμόν αι φύσεις βροτών. Άρα: το πρόβλημα είναι εδώ ότι δεν ξέρεις πού πατάς και πού πηγαίνεις. Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει.

Διότι, άρθρο δεύτερο της ιλιαδορωμέηκης επιστήμης: πρέπει να γνωρίζεις τα βασικά για τη φύση του πολιτικού πεδίου αν θέλεις να φαίνεσαι και να ματαφαίνεσαι, μέσα σ’ αυτό. Να ξέρεις δηλαδή ποιο είναι το αντικείμενο, τα κίνητρα, η φυσιολογία και η επιστημολογία του πολιτικού πεδίου.

Και έρχομαι σ’ αυτά. Στα βασικά. Σύμφωνα με τον Μακρυγιάννη, τους Πατέρες, τον Θουκυδίδη, τον Όμηρο, τον Ζουράρι, είναι ανυπερθέτως τα ακόλουθα τέσσερα:

Το Αντικείμενο: Περί ελευθερίας ή άλλων αρχής (Θουκυδίδης). Για την ελευθερία ή την εξουσία. Όλα τα άλλα είναι φούμαρα. Ή τουλάχιστο γενναία ψεύδη (Πλάτων, Μακρυγιάννης).

Τα Κίνητρα: Τιμή, δέος, ωφέλεια (φιλοδοξία, φόβος, συμφέρον –οτιδήποτε «υψηλότερο» τούτων είναι εκ προοιμίου ευσεβώς ή ιδιοτελώς ύποπτο).

Η Φυσιολογία: Το συναμφότερον (Το σωστό και το καλό είναι σχετικά: εγώ ο «καλός» και «σωστός» και συ ο όλως «λάθος» και «κακός», είμαστε ένα. Εσύ μετέχεις στο «καλό» μου κι εγώ στο «κακό» σου. Και ανά πάσα στιγμή, με μια στροφή του κύκλιου πολιτικού πεδίου -και χωρίς καλά καλά να το καταλάβω- έρχομαι εγώ στη θέση σου κι εσύ στη δική μου. Είναι νόμος που δεν χωρά εξαιρέσεις.)

Η Επιστημολογία: Δύο αρχές:

Πολυαιτιοκρατία (ποτέ δεν είναι μία και μόνο η αιτία στα πολιτικά –η περιβόητη αναγωγή στην «τελευταία ανάλυση» είναι μια πελώρια ανοησία).

Λογική απροσδιοριστία (Τα πολιτικά είναι ασαφή. Γι’ αυτό το πιστόν της επιστήμης απαιτεί ακριβή λόγο με κατάλληλα ασαφείς διατυπώσεις. Εξαιρέσεις επί του αβεβαίου και ασαφούς έχουμε μόνο δύο:
- Τον νόμο της αποτροπής: το προαμύνεσθαι. (Κάλιο γαϊδουρόδενε παρά γαϊδουρογύρευε.)
- Τον «νόμο του Παγώνδα»: «πιθανότερος εχθρός ο γείτονας», ο «απέναντι». (Απ’ αυτόν προαμύνεσθαι.))

Θα μείνω στα τέσσερα αυτά «οντολογικά» στοιχεία του πολιτικού πεδίου, παραπέμποντας για τη λεπτομερή τους εξήγηση και για τα παραιτέρω στον Ζουράρι.

Θα κλείσω με τον τίτλο και τον υπότιτλο του βιβλίου:

Ο τίτλος (Να την χέσω τέτοια λευτεριά, οπού θα κάμω εγώ εσένα πασιά!) μας μιλά για μετάβαση από τον παλιο-οθωμανισμό και τον παλιο-ραγιαδισμό σε έναν πιθανό νεο-οθωμανισμό και νεο-ραγιαδισμό. Και τους ρίχνει προκαταβολικά το χέσιμο που τους χρειάζεται.

Ο ιλιαδικός υπότιτλος (ώ μέγ’ αναιδές, κυνώπα, κερδαλεόφρον!) νομιμοποιεί διαχρονικώς τον ακρογωνιαίο λίθο του ελληνικού πολιτικού πεδίου: τον ασεβή κατά πρόσωπο χλευασμό πάσης εξουσιαστικής Αυθεντίας.

Υστερόγραφο: Είμαστε ωραίοι, δε λέω. Αλλά κατά το συναμφότερον: δηλαδή έχει και το Ιλιαδορωμέηκο τη σκοτεινή του πλευρά. Αν κοιτάμε μόνο τη φωτεινή δεν κάνουμε χωριό. Αν, για παράδειγμα, δεν καταλάβουμε: σε ποια περιοχή του Κοσμοδιαστήματος ταξιδεύουμε σήμερα, γιατί καταντήσαμε κάποτε υποζύγια «της Αγιωτάτης των Οθωμανών Βασιλείας», γιατί νωρίτερα «ο κόσμος ο ελληνικός ο μέγας» είχε γίνει -κατά τη σκληρή διατύπωση του Άρη Ζεπάτου- θερμοκοιτίδα του Ισλάμ, λυπάμαι, αλλά αυτό που φοβόμαστε δεν θα το αποφύγουμε

Αναδημοσίευση από το Αντίφωνο - Ημερομηνία δημοσίευσης: 30-10-09
καί τό
LoMak's Blog