Παρασκευή, 29 Ιανουαρίου 2010

Άτομο και πρόσωπο, σχέση και γνώση


αναδημοσίευση απο τό levity pen



Επιχειρώντας να διερευνήσουμε την δυνατότητα της οντολογικής σχέσης μεταξύ δύο ανθρώπων, θεωρείται αρχικά χρήσιμη μια παρουσίαση των όρων (που συναντάμε στον τίτλο του post) προκειμένου αφενός να σκιαγραφήσουμε το πλαίσιο και τον τρόπο και αφετέρου να γνωρίσουμε την ιδιαιτερότητα της προοπτικής που ανοίγεται αλλά και τα ερωτήματα που προκύπτουν.

Τι εννοούμε με τον όρο «οντολογία»: εννοούμε τον λόγο για το ον (περί του όντος), τον λόγο και την αναφορά μας στο υπαρκτό και περεταίρω την ερμηνεία, ανάλυση και διατύπωση οντολογικής πρότασης του «υπάρχειν». Ευθύς ανακύπτει το ερώτημα: τι σημαίνει να υπάρχει κανείς ή κάτι και τι να μην υπάρχει. Ονομάζουμε «ύπαρξη» τον τρόπο να υφίσταται κανείς μέσα στην ιδιαιτερότητά του. Η ύπαρξη είναι ο προσωπικός τρόπος με τον οποίο γινόμαστε φανεροί (θα επανέλθουμε σε αυτό).

Για να παρουσιάσουμε το τί εννοούμε λέγοντας «σχέση», θα ξεκινήσουμε εξηγώντας μια από τις λέξεις-έννοιες του τίτλου. Συνηθίζουμε να χρησιμοποιούμε την λέξη «άτομο» για να αναφερθούμε σε κάποιον άνθρωπο ( «Γνώρισα το τάδε άτομο», λέμε συχνά. )Η λέξη «άτομο» είναι παρμένη από την Νευτώνεια φυσική. Σε αυτό το μοντέλο έχουμε το «όλον» (ας πούμε την φύση) και τα μέρη αυτού. Από την σκοπιά του «όλου», λοιπόν, φτάνουμε στο άτομο διαιρώντας το «όλον» μέχρι το σημείο όπου παύουν να υφίστανται οι ιδιότητες του «όλου». Υπό αυτή την έννοια, το «άτομο» του νερού είναι το Η2Ο. Το Η και το Ο χωριστά δεν είναι άτομα νερού. Γίνονται τέτοια μονάχα αν συντεθούν σύμφωνα με μια ορισμένη σχέση-αναλογία (2 προς1).

Το άτομο της νεωτερικής κοινωνίας , το «αστικό άτομο» κατά τον Κονδύλη, έχει μια καθορισμένη δομή που αντανακλά εκείνη του νερού που περιγράψαμε παραπάνω. Όταν λέμε άτομο εννοούμε απλώς το μη περεταίρω διαιρετό, γιατί «άτομο» σημαίνει «άτμητο». Μια οντολογία που θα βασιζόταν αποκλειστικά σε αυτή την αντίληψη δεν θα μπορούσε παρά να σπουδάσει τα δεδομένα της πραγματικότητας του ανθρώπου ως προς τα φυσικά της γνωρίσματα ή ως προς τη χρήση τους. Θα το έκανε αυτό επειδή ο άνθρωπος θα αντιμετωπιζόταν ως άτμητη μονάδα. Θα έφτανε λοιπόν, πιθανότατα, στην παραδοχή ότι δεν υπάρχει αιτία και σκοπός της ύπαρξης, (τυχαιότητα ή αναγκαιότητα μηχανιστικού τύπου εδώ είναι το ίδιο αδιέξοδες), ότι το μηδέν καθορίζει τις προϋποθέσεις μέσα στις οποίες θα φανερωθεί το υπαρκτό. Έτσι, εντοπίζουμε την ύπαρξη ως φανέρωση μέσα στη χρονικότητα (ο άνθρωπος εμφανίζεται με την γέννησή του και εξαφανίζεται με τον θάνατό του) ως ανάδυση στο φως του φαίνεσθαι, κατά τον Λεβινάς. Η γνώση μας για τον άνθρωπο βρίσκεται στον χώρο των θετικών πληροφοριών που μπορούν να τεκμηριωθούν αντικειμενικά και εν τέλει να υπαχθούν στις αρχές του πειράματος και της επαλήθευσης. Ίσως σε μια τέτοια ατομοκεντρική οντολογία θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος υπάρχει ως βιολογικό σώμα, ως ύλη, ως αισθητό.

Μιλώντας για «σχέση» -όχι με “μονάδα μέτρησης” τα άτομα, αλλά το πρόσωπο- περνάμε από την «ατομοκεντρική» σε μια «προσωποκεντρική» οντολογία. Τι σημαίνει εδώ να «είναι» ο άνθρωπος; Αν συγκεντρώσουμε όλα τα χαρακτηριστικά ενός ανθρώπου, τα μορφολογικά, τα βιολογικά, τα ψυχολογικά [που μπορούν να πιστοποιηθούν από την φυσική, τη βιολογία, την ψυχολογία (εδώ χωρά ένα μικρό ίσως)] τις συνήθειές του, μπορούμε να πούμε πως τον γνωρίζουμε; Ή μονάχα αν σχετιστούμε μαζί του μπορούμε να αρχίσουμε να τον καταλαβαίνουμε και να τον νιώθουμε; Σύμφωνα με τον Γιανναρά «ο άνθρωπος υπάρχει ως πρόσωπο μονάχα σε σχέση». Εδώ η έννοια του ατόμου δεν μπορεί να μας εξυπηρετήσει. Το πέρασμα από το «άτομο» στο «πρόσωπο» συνδέεται με την γέννηση μέσα του μιας νέας προσωπικότητας προσανατολισμένης στην σχέση. Το πρόσωπο, εκτός από την εμπρόσθια όψη του κεφαλιού, είναι η συγκεκριμένη ανεπανάληπτη ιδιαιτερότητα του καθενός. Το πρόσωπο είναι η αιχμή της ύπαρξής μας, είναι αυτό στο οποίο συμπυκνώνεται η «ουσία» μας. Όμως, το πρόσωπο μπορεί να φανερωθεί μόνο σε σχέση με κάποιο άλλο πρόσωπο, ή καλύτερα μέσα στη σχέση. Εξάλλου, τι θα πει πρόσωπο αν όχι όψη προς κάτι ή κάποιον; Το πρόσωπο φανερώνει την αλήθεια της ιδιαιτερότητας του καθενός από μας σε σχέση και σε αναφορά με τον Άλλο.

Υπερβαίνοντας το άτομο-άτμητο -που μας προσφέρει πάρα μα πάρα πολλές γνώσεις, αλλά δεν ανοίγεται προς την σχέση- η ατομικότητα ανοίγεται προς κάτι άλλο, εκείνο το άλλο της σχέσης, καθίσταται πρόσωπο, ύπαρξη που έχει αυτεπίγνωση και αναφορικότητα στο Άλλο. Εδώ λοιπόν, δεν καταργούμε τη γνώση του περατού-αισθητού, δεν μηδενίζουμε την γνώση των φυσικών χαρακτηριστικών του ανθρώπου, ενεργοποιούμε, όμως, το υποκειμενικό και ανεπανάληπτα μοναδικό ίχνος της ύπαρξής μας , το μη προσβάσιμο στην αντικειμενοποιητική λειτουργία των φυσικών επιστημών, το μετα-φυσικό επίπεδο της ύπαρξης που αναδύεται στην επιφάνεια (η επιφάνεια προϋποθέτει κάποιο βάθος ) ως πρόσωπο, προσιτό πλέον μόνο στον χώρο μιας δημιουργικής , ποιητικής ετερότητας. Ο άνθρωπος συγκροτεί και φανερώνει την υποκειμενικότητα του προσώπου του, όχι χάρη στην βιολογική του ατομικότητα και τις εγκεφαλικές λειτουργίες του, αλλά «στον τόπο του Άλλου», δηλαδή στον χώρο σχέσης με τον άλλο. Το συγκεκριμένο είναι σχέση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: