Κυριακή, 11 Απριλίου 2010

ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΑ: ΣΥΝΕΧΙΖΟΥΜΕ ΣΤΟ ΙΔΙΟ ΚΑΘΕΣΤΩΣ



(του υψηλότοκου δανεισμού και της περιστολής των δανειακών αναγκών)

Με την τελευταία σύνοδο κορυφής της Ε.Ε. έκλεισε ένας κύκλος στη δημοσιονομική περιπέτεια της Ελλάδας που, από ότι φαίνεται,θα είναι μακρά.
Αυτό που ολοκληρώθηκε ανεπιστρεπτί είναι η αναζήτηση διεξόδου (στο δημοσιονομικό) μέσω της Ε.Ε.
Ότι ήταν να γίνει σε επίπεδο Ε.Ε. έγινε. Η διαδικασία αυτή έχει εξαντληθεί. Η Ελλάδα πλέον δεν μπορεί να ξανα-απασχολήσει την Ε.Ε. για το ίδιο θέμα (και τα περίφημα ταξίδια του Γιωργάκη στο εξωτερικό έλαβαν τέλος).
Μια πιθανή επαναφορά του θέματος, σε επίπεδο Ε.Ε. στο μέλλον, θα γίνει σίγουρα σε άλλη βάση.
Η περίφημη υποστήριξη της Ε.Ε., που τόσο επίμονα επιζήτησε η Ελληνική πλευρά , είναι πλέον αποτυπωμένη σε μια απόφαση, η οποία βέβαια δεν απαντά στο δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας (και πώς θα μπορούσε). Περισσότερο τηρεί τα προσχήματα παρά μπαίνει στην ουσία.

Η Ελλάδα σήμερα είναι αντιμέτωπη με ένα διττό Δημοσιονομικό πρόβλημα. Να δανείζεται (όσο μπορεί αυτό να το κάνει) με υψηλά επιτόκια και να αντιμετωπίζει ταυτόχρονα το άμεσο ενδεχόμενο να μην μπορεί πλέον να δανεισθεί. Υψηλότοκος δανεισμός και χρεοκοπία οι δυο εκδοχές ανάμεσα στις οποίες είναι καταδικασμένη να παραδέρνει η Ελληνική οικονομία.
Η Ε.Ε., με την απόφασή της, απαντά στο δεύτερο δηλ. στην περίπτωση πιθανής χρεοκοπίας όταν ….. «η χρηματοδότηση από τις αγορές είναι ανεπαρκής» (ο όρος της «ανεπάρκειας», όπως κι άλλοι όροι της απόφασης παρότι αδιευκρίνιστος, φαίνεται να αφορά την αδυναμία δανεισμού παρά τον υψηλότοκο δανεισμό. Αυτό γίνεται, στη συνέχεια πιο σαφές με τον χαρακτηρισμό του Ευρωπαϊκού μηχανισμού ως … « έσχατης λύσης»).
Η Ελλάδα με την απόφαση της Ε.Ε. αποφεύγει, προς το παρόν τουλάχιστον, την πτώχευση. Σε περίπτωση δηλ. που δεν μπορεί πλέον να δανεισθεί από την αγορά, της παρέχεται η δυνατότητα να προσφύγει στο μηχανισμό στήριξης της Ε.Ε. Αυτό είναι το ένα ζήτημα που λύνεται, με κάποιον τρόπο, με την απόφαση της Ε.Ε.
Η προσφυγή βέβαια αυτή δεν είναι σίγουρο ότι θα αποδώσει. Καθ’ ότι υπάρχει ο όρος της ομοφωνίας δηλ. το δικαίωμα του Βέτο μιας χώρας κι η δυνατότητα να μπλοκάρει την ενεργοποίηση του Ευρωπαϊκού μηχανισμού στήριξης . Τα πράγματα είναι απλά και ταυτόχρονα περίπλοκα. Κι περιλαμβάνουν πολλές διασφαλίσεις.
Το δεύτερο, και το πιο σημαντικό, που λύνεται από την Ε.Ε., μέσω της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) αυτή τη φορά, είναι η απομάκρυνση της επικείμενης κρίσης του Ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Η ΕΚΤ θα συνεχίσει να δέχεται ομόλογα με αξιολόγηση κάτω του Α, ως ενέχυρο για δανεισμό, και με αυτόν τον τρόπο εξασφαλίζεται μεσοπρόθεσμα το πρόβλημα μιας σχετικής ρευστότητας των Ελληνικών τραπεζών κι αποφεύγονται τα χειρότερα (που θα απαιτούσαν άμεση άντληση, επιπρόσθετων, κεφαλαίων για στήριξη των τραπεζών).

Αλλά ας επικεντρωθούμε στο πρόβλημα του δανεισμού.
Μια πιθανή πτώχευση της Ελλάδας είναι γεγονός ότι θα προκαλούσε πληθώρα προβλημάτων στην Ευρωζώνη (τραπεζικά, θεσμικά, οικονομικά, πολιτικά κλπ.).
Η Ε.Ε. γενικά βρέθηκε ανέτοιμη να αντιμετωπίσει τις δημοσιονομικές κρίσεις των κρατών –μελών της Ευρωζώνης. Δεν διαθέτει πλαίσιο αναφοράς ούτε διαδικασίες ούτε μηχανισμούς. Αντιλαμβάνεται ότι η κρίση δεν αφορά μόνο την Ελλάδα, ότι έχει ευρύτερες διαστάσεις. Ότι αγκαλιάζει διαβαθμισμένα όλη την Ευρώπη και με διάφορες μορφές. Και ότι στους κόλπους της διαφαίνονται Εθνικές στρατηγικές που κινούνται τόσο μέσα από την προοπτική της ενωμένης Ευρώπης όσο και έξω από αυτήν.

Οι τράπεζες της Ευρωζώνης είναι βασικοί αγοραστές Ελληνικών ομολόγων. Οι λεγόμενες αγορές δεν είναι κάτι το αφηρημένο. Είναι κάτι πολύ απτό και συγκεκριμένο. Οι κερδοσκόποι , ανά την υφήλιο, είναι θεσμικοί παράγοντες καθ’ όλα ευυπόληπτοι και αναγνωρισμένοι. Ο περίφημος « πόλεμος ενάντια στους κερδοσκόπους» του Γ. Παπανδρέου είναι δημαγωγικό εφεύρημα που δεν έχει καμιά σχέση με τα οικονομικά τεκταινόμενα και τους παράγοντες της διεθνούς χρηματαγοράς .
Η άνοδος των επιτοκίων, των Ελληνικών ομολόγων, οφείλεται τόσο στην επισφάλειά τους όσο και στην σχετικά ικανοποιητική ζήτησή τους. Το παιχνίδι με τα επισφαλή ομόλογα που έχουν ζήτηση (το κερδοσκοπικό παιχνίδι που έχει υψηλό ρίσκο αλλά και κέρδη) και που ανεβάζει τα επιτόκια, έχει τα όριά του. Δεν συνεχίζεται για πάντα. Διακόπτεται όταν εκτιμηθεί ότι δεν υπάρχει καμιά πιθανότητα να κερδίσει κανείς αγοράζοντας Ελληνικά ομόλογα. Τότε και οι προηγούμενες αγορές ομολόγων μένουν ακάλυπτες. Το Ελληνικό κράτος πτωχεύει και αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του. Κι όσοι ρισκάρισαν στα ομόλογά του χάνουν. Όχι όλα, αλλά το μεγαλύτερο μέρος, (θα εξαρτηθεί από το συμβιβασμό που θα ακολουθήσει εκ των υστέρων).
Η περίπτωση πτώχευσης της Ελλάδας επόμενα θα προκαλούσε σοβαρά προβλήματα στη λειτουργία των μεγάλων τραπεζών της Ευρωζώνης (Γερμανικών, Γαλλικών, Ολλανδικών, Ελβετικών κλπ.). Αλλά όχι μόνο.
Θα διατάρασσε το εσωτερικό, θεσμικό καθεστώς της Ευρωζώνης, θα άνοιγε το δρόμο για πιθανή ανάμιξη του ΔΝΤ, που θα περιέπλεκε την οικονομική λειτουργία μιας κατ’ εξοχήν οικονομικής ένωσης κρατών. Ακόμα θα έπληττε το γενικό κύρος της Ευρωζώνης και την νομισματική ισχύ του Ευρώ.
Μπροστά σε αυτούς τους κινδύνους αποφασίστηκε ένας μηχανισμός διάσωσης της Ελληνικής οικονομίας σε περίπτωση όπου διαφαίνονταν το ενδεχόμενο χρεοκοπίας, αλλά και αυτός υπό αίρεση ανά πάσα στιγμή (γιατί «στο πίσω μέρος του μυαλού τους», οι Γερμανοί και άλλοι, κάνουν διάφορες σκέψεις και θέλουν να κερδίσουν χρόνο ).
Στο Δημοσιονομικό επόμενα σκέλος η τοποθέτηση της Ε.Ε. δεν μπορεί να πει κανείς ότι εγγυάται κανενός Ευρωπαϊκού τύπου διευθέτηση. Και πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι τέτοιο ;
Η Ελλάδα δεν έχει ένα έκτακτο (εφ’ άπαξ) πρόβλημα δανεισμού (20, 30, 40, δις Ευρώ). Αλλά ένα συνεχόμενο πρόβλημα δανεισμού 60 και πλέον δις τον χρόνο. Είναι μια κοινωνία που ζει στην κυριολεξία με δανεικά. Έχει σημασία να γνωρίζουμε το μέγεθος του προβλήματος προκειμένου να ζητάμε κάποιος να το αναλάβει.
Η Ελλάδα ανήκει πλέον καθαρά στο κλαμπ των υπερχρεωμένων χωρών και αργά ή γρήγορα θα πρέπει να προσχωρήσει στο βασικό τους αίτημα που είναι η επαναδιαπραγμάτευση των χρεών. Όντας όμως μέλος της Ευρωζώνης; Θα συνιστούσε κι αυτό μια πρωτοτυπία. Τα πράγματα είναι φανερό ότι είναι περίπλοκα για πολλούς λόγους ακόμα και θεσμικούς.
Ο συνεχώς αυξανόμενος δανεισμός , η τάση διόγκωσης του δημόσιου χρέους συνιστά το κύριο μακροπρόθεσμο δημοσιονομικό πρόβλημα της Ελλάδας. Ο υψηλότοκος δανεισμός είναι το άμεσο επείγον ζήτημα που ακυρώνει κάθε προσπάθεια περιορισμού του χρέους. Αν συνεχίσουμε να δανειζόμαστε με τα σημερινά επιτόκια, ή παραπλήσια, το χρέος θα συνεχίσει να διογκώνεται ακόμα κι αν μηδενίσουμε τα ελλείμματα. Οπότε ο στόχος για μείωση του ελλείμματος κατά τέσσερις (4) μονάδες το 2010 χάνει κάθε νόημα. Όπως και για τα επόμενα χρόνια.

Η Ελλάδα, γίνεται φανερό, ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να δανείζεται με τα σημερινά υψηλά επιτόκια. Και θα πρέπει οπωσδήποτε να συνεχίσει να μπορεί να δανείζεται. Ποιο είναι το κύριο σε αυτή τη φάση;

Έχει σημασία να παρακολουθούμε το δημοσιονομικό βήμα-βήμα.
Πιστεύουμε πως το δεύτερο παραμένει το κύριο (η δυνατότητα δανεισμού).
Τα υψηλά επιτόκια θα παραμείνουν όσο η Ελληνική οικονομία θα βρίσκεται στο σημερινό ύψος δανειακών αναγκών.
Ούτε τα μέτρα της Ελληνικής κυβέρνησης ούτε οι αποφάσεις της Ε.Ε. μπορούν να ρίξουν τα επιτόκια (μεσοπρόθεσμα τουλάχιστον).
Έχει σημασία λοιπόν η Ελλάδα να μπορεί να δανείζεται, από την ελεύθερη αγορά, έστω και με υψηλό επιτόκιο. Αλλιώς θα περάσει σε μια νέα πιο περίπλοκη φάση. Θα ανοίξει ένας νέος κύκλος οικονομικών προστριβών και διαπραγματεύσεων με την Ε.Ε., με ανοιχτά μια σειρά κρίσιμα ενδεχόμενα (στήριξης από την Ε.Ε ή όχι, παραμονής ή όχι στο Ευρώ, προσφυγής ή όχι στο ΔΝΤ κλπ.). Ένας κύκλος όπου θα περιπλεχθούν ακόμα περισσότερο τα πράγματα. Η επαναφορά του θέματος στην Ε.Ε. θα ανατροφοδοτήσει κι όλα τα παρεμφερή προβλήματα που ανέκυψαν με άλλα κράτη –μέλη στις πρόσφατες διαπραγματεύσεις (με Γερμανία, Ολλανδία κλπ.) που οπωσδήποτε λειτουργούν επιπρόσθετα αρνητικά. Η Ελληνική πλευρά δεν έχει την πολυτέλεια να ανοίγει αυτή την περίοδο και άλλου είδους μέτωπα.

Το μόνο που θα άλλαζε τους όρους δανεισμού της Ελλάδας θάταν η επιστροφή σε θετικούς δείκτες ανάπτυξης. Η αύξηση δηλ. του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ), που σημαίνει ξεπέρασμα της σημερινής ύφεσης. Πόσο όμως είναι δυνατόν να γίνει κάτι τέτοιο στις σημερινές συνθήκες εθνικής δημοσιονομικής κρίσης και γενικευμένης σχεδόν παγκόσμιας ύφεσης ;
Σε περίοδο κρίσης η ζήτηση κεφαλαίου για δανεισμό είναι ζήτηση κεφαλαίου για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους και των τρεχουσών πληρωμών και τίποτε άλλο. Μέσα από πια διαδικασία θα ανακάμψει η οικονομία ;
Εδώ τα πράγματα δεν αφορούν κάποια μέτρα (όπως προτείνουν πολλοί το τελευταίο διάστημα). Η έξοδος από την ύφεση είναι μια πολύ σύνθετη διαδικασία , συστημική καθ’ όλα, που μπορεί κάποια μέτρα να την ευνοούν κι άλλα όχι, αλλά ούτε η διάρκεια ούτε η έκτασή της μπορούν να προεξοφληθούν μέσα από αυτά. Εξ άλλου δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η ύφεση είναι διεθνής και δεν έχει μόνο εθνικό χαρακτήρα. Και πρώτα και κύρια σαν διεθνής ύφεση του συστήματος θα κριθεί.

Εν τω μεταξύ οι Εθνικές οικονομίες θα πρέπει να επιβιώσουν αυξάνοντας το χρέος τους κι εξασφαλίζοντας τα αναγκαία μέσα πληρωμών. Έως ότου μπορούν, η κάθε μια με τον τρόπο της, να το κάνουν. Ενώ παράλληλα θα πιέζονται, από τα εμπλεκόμενα οικονομικά κέντρα, να παίρνουν μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης προκειμένου να περιορίσουν τις δανειακές τους ανάγκες, (αυξάνοντας τα έσοδα και μειώνοντας τα έξοδα) και βυθίζοντας την οικονομία τους σε ολοένα μεγαλύτερη ύφεση. Με αποτέλεσμα: όσο πετυχαίνουν να μειώνουν τις δανειακές ανάγκες μέσα από τον περιορισμό των ελλειμμάτων τόσο (και περισσότερο καμιά φορά) να τις αυξάνουν μέσα από την άνοδο του δανεισμού (του όγκου των δανείων αλλά και του κόστους αποπληρωμής των χρεών –όπως η Ελλάδα- μέσα από την άνοδο των επιτοκίων). Και να ανακυκλώνουν την κρίση τους. Η πιθανή αποκλιμάκωση των επιτοκίων μέσα από τη μείωση των δανειακών αναγκών γίνεται πάντα σε δεύτερο χρόνο όταν ήδη έχουν μεταφερθεί σημαντικά κεφάλαια για την αποπληρωμή χρεών στο διεθνές πιστωτικό σύστημα. Η οικονομική εξομάλυνση αυτής της διαδικασίας συναρτάται από πολλές παραμέτρους. Με πρώτη και κύρια την έκβαση της διεθνούς οικονομικής κρίσης. Χωρίς την αλλαγή της φάσης του κύκλου, χωρίς το πέρασμα στην ανάκαμψη, δύσκολα τροποποιούνται οι όροι της διεθνούς πίστης.

Μ.Χ.
8-4-2010

Δεν υπάρχουν σχόλια: